Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

"οι βιβλιοθήκες μαραζώνουν"

Μία αγαπητή συνάδελφος με ενημέρωσε πριν από λίγες μέρες για ένα δυσάρεστο γεγονός που λαμβάνει χώρα στη Μυτιλήνη. «Οι βιβλιοθήκες μαραζώνουν» μου λέει με πίκρα για μια ακόμη φορά. Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης θα κλείσει άμεσα, καθώς η προϊσταμένη της βγαίνει σε σύνταξη και η σύμβαση των δύο «εκπαιδευόμενων» με stage λήγει σε δύο μήνες. Θα μείνει πίσω μόνο η καθαρίστρια. Μία βιβλιοθήκη με ιστορία πάνω από 50 χρόνια θα κλείσει γιατί προφανώς δεν είναι χρήσιμη.

Προσωπικό εξάλλου δεν χρειάζεται – κατά την άποψη του Υπουργείου Παιδείας και δια βίου μπλα-μπλα, ούτε η Δημόσια Βιβλιοθήκη του Κοραή στη Χίο, η οποία «λειτουργεί» με ανειδίκευτο προσωπικό αποσπασμένων εκπαιδευτικών χρόνια τώρα.

Και ενώ οι πολλοί «καμάρωσαν» πριν από λίγες μέρες στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων τη βράβευση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Βέροιας από το ίδρυμα Gates, σκέφτομαι πως τέτοιες ειδήσεις καμιά φορά κρύβουν την πραγματική κατάσταση ή χρησιμοποιούνται για να την κρύψουν. Έχουμε ανάγκη από καλές ειδήσεις μέσα σε αυτό τον ορυμαγδό των οικονομικών, εργασιακών και πολιτικών καταρρεύσεων, όμως πιο πολύ ανάγκη έχουμε τις λύσεις που πρέπει να δίνονται στα προβλήματα που δημιουργούνται. Δεν θα επιβραβεύουμε το αυτονόητο, θα πρέπει να το διεκδικούμε, γιατί δεν υπάρχει. Πόσο λίγοι έγραψαν για το κλείσιμο των παιδικών βιβλιοθηκών σε όλη την Ελλάδα, 7 μήνες τώρα είναι κλειστές.

Την ίδια στιγμή οργανώνονται σεμινάρια management για βιβλιοθήκες…………
Ραπανάκια για την όρεξη δηλαδή!


Θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη η στράτευση των ανθρώπων που συμμετέχουν στο Συμβούλιο Βιβλιοθηκών του Υπουργείου Παιδείας και δια βίου μπλα-μπλα στην άμεση επίλυση των δομικών προβλημάτων των βιβλιοθηκών. Είναι σε όλους μας γνωστά. Συνάδελφοι Γιώργο, Νατάσα, Κατερίνα, Ντίνα βοηθείστε να μην κλείσουν βιβλιοθήκες και να ανοίξουν όσες έκλεισαν. Τουλάχιστον αυτό. Αλλά δεν αρκεί...

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Καλά κρασιά


Ο τρύγος είναι παγανιστική τελετή, αρχέγονο ξόρκι, μεθυστικό γλέντι αισθήσεων και στην πληρότητά του, παραισθήσεων... Είναι κατάκτηση: "άλλη μια χρονιά μαζί", και απληστία: "του χρόνου περισσότεροι", είναι προκοπή και ανάγκη: ό,τι πατήσαμε με τα γυμνά μας πόδια θα ευφραίνει το χειμώνα τη γυμνή ψυχή μας. Τα γράδα να είναι καλά, να έχει καλό βράσιμο, και καλά κρασιά...

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

"η συνήθεια της ζωής"

Η ζωή, πολύ συχνά
είναι μονάχα η συνήθειά της
κι όπου βρεθεί
αφήνει ψιχουλάκια.
Κάτι σημάδια ασήμαντα
αφήνει, κάθε τόσο, για να μη χαθεί
γι' αυτό και ζει ακόμη
****************
Το ποίημα και ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά από το βιβλίο του "Εικόνες στο ύψος της ζωής" (εκδ. Νεφέλη)

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Οι φράσεις που μένουν



Με τις μαλακίες που λέει ο Πάγκαλος δεν θα ασχοληθώ ξανά.

Κλωθογυρίζει στο μυαλό μου μια φράση του γιου μας: «ρε παιδιά δεν μου αρέσουν οι πολυκατοικίες. Κρύβουν τους ανθρώπους».

Υπάρχει και μια άλλη φράση που γέννησα και έχει ρίξει άγκυρα μέσα μου εδώ και αρκετές μέρες, όταν δυο φίλοι μας έχασαν τον γιο τους: «Τι φυτρώνει όταν φυτεύετε ένα παιδί 22 χρόνων;»

Όταν δυο φράσεις αρνούνται να φύγουν και στέκουν μόνες τους στο μυαλό μου επιμένοντας να υπάρχουν και να ρωτούν πώς θα μπορούσα να αφήσω χώρο στις μαλακίες που λέει ο Πάγκαλος;

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Το πατάρι

Το πατάρι είναι το νησί με τους θησαυρούς στο σπίτι μας, όπως νομίζω και στα περισσότερα σπίτια. Είναι ένα μέρος που συχνά σκέφτομαι πως θα ήθελα να μένω μέχρι και ολόκληρες εποχές, αλλά δεν γίνεται. Είναι ο χώρος με τη μεγαλύτερη φροντίδα ταξινόμησης με το πιο αμφίβολο αποτέλεσμα. Μπορείς εκεί να βρεις τα πιο αντιφατικά πράγματα ή να μην βρεις τα πιο προφανή.

Στριμώχνονται εκεί – όπως και στη ζωή μας εξάλλου- φωτογραφίες των παππούδων σε παλιές κορνίζες, το δέντρο και τα υπόλοιπα χριστουγεννιάτικα στολίδια, τα αποκριάτικα (μάσκες, περούκες, μπιχλιμπίδια), τα καλοκαιρινά (μαγιό, πετσέτες, φτυαράκια), ρούχα μικρά ή μεγάλα των παιδιών, μια τηλεόραση, μια καφετιέρα, ένας υγραντήρας που δεν χρησιμοποιήσαμε ποτέ, βαλίτσες και σακ-βουαγιάζ, παιχνίδια, πολλά γράμματα που έστελνα στην Κ. όταν ήμουν φαντάρος και εκείνη στην Αγγλία, λίγα γράμματα της Κ. που μου έστελνε όταν ήμουν φαντάρος και εκείνη στην Αγγλία, οι ζωγραφιές και οι χειροτεχνίες του γιου μας, τα αναμνηστικά από τους Ολυμπιακούς της Αθήνας (4 χρόνια δουλειάς…), κάτι εικόνες αγίων δώρα από θείες σε γάμο και βαφτίσια, ανακοινώσεις και καλέσματα φοιτητικών εποχών, μια κούκλα και ένα κουκλοθέατρο, βιβλία (και εκεί) και η συλλογή με τα τεύχη της Βαβέλ.

Δεν έχει νόημα αυτό που κάνω. Η απαρίθμηση. Στο πατάρι βάζεις ό,τι δεν μπορείς ή δεν θέλεις να αποχωριστείς, ό,τι δεν ήρθε η ώρα του να φύγει ή να πεταχτεί, ό,τι δεν χωράει στην τρέχουσα ζωή σου, καμιά φορά και μυστικά. Τώρα τελευταία σκέφτομαι να βάλω στο πατάρι και την Αριστερά, τουλάχιστον στην κομματική μορφή της. Γιατί δεν μπορώ να την αποχωριστώ. Στο πατάρι βάζεις ό,τι δεν έχει χρηστική αξία, αλλά μεταφορική…

Πρόσφατα τοποθετήθηκαν εκεί και άλλα πράγματα, καθότι τακτικά το τροφοδοτούμε με τις αποσύρσεις μας. Και ενώ είχα φάει ένα ολόκληρο καλοκαίρι για να βρω το μαγιό μου, που σίγουρα κάποιος άλλος είχε πάρει και είχε χάσει γιατί εγώ εκεί το είχα βάλει, ανέβηκε και Εκείνη μαζί μου για να κατευνάσει την οργή μου που «δεν χωράνε άλλα πράγματα εδώ πάνω» και το βρήκε σε μια εμφανέστατη άκρη να χάσκει προκλητικά από την τσάντα με τα καλοκαιρινά (που επίσης δεν είχα βρει τον Ιούνιο, τον Ιούλιο και λίγο πριν τις διακοπές του Αυγούστου που ξανακοίταξα). Πολλές φορές Εκείνες έχουν μια τάση να βρίσκουν ό,τι αδυνατούμε να βρούμε εμείς, τις περισσότερες δε φορές είναι πράγματα που κρύβονται ακριβώς μπροστά μας: το τυρί ή το ζαμπόν στο ψυγείο, το λινό πουκάμισο στην κρεμάστρα, η Αριστερά και καμιά φορά η ευτυχία των μικρών πραγμάτων.

Το πρόβλημα σε αυτές τις ανευρέσεις είναι οι επίσημοι λόγοι που ακολουθούν με «καστρική» διάρκεια και προκατασκευασμένα συμπεράσματα. Αρνούμαι περισσότερο να σχολιάσω, όμως να πω πως όταν ο δικός μας καυγάς τελείωνε με έναν απαξιωτικό μορφασμό μου, οι γείτονές μας σφάζονταν γιατί Εκείνη κάπου είχε κρύψει το τρυπάνι που εκείνος έψαχνε και βέβαια ήξερε που το έχει βάλει: στο πατάρι…

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Ξύπνα, σχολείο...



Νομίζω πως ό,τι πιο πολύ επιθύμησα μέχρι τώρα στη ζωή μου, ήταν «λίγο ακόμη να κοιμηθώ» εκείνα τα χειμωνιάτικα πρωινά που η μάνα μου με ξύπναγε για το σχολείο. Το κρεβάτι γινόταν η πιο γλυκιά ζεστή αγκαλιά, από την οποία αν δεν με τράβαγε ο έξω κόσμος, θα ήμουν απόλυτα ευτυχής. Η Παρασκευή ήταν η καλύτερη μέρα και η Κυριακή – ιδιαίτερα μετά που ακουγόταν το σήμα της «Αθλητικής Κυριακής»- η χειρότερη. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί την πρώτη ώρα είχαμε μαθηματικά, γιατί έπρεπε να ξέρω τους στρατηγούς του Βυζαντίου ή τον Ιησού του Ναυή. Το σχολείο το συνάντησα έκτοτε πολλές φορές στη ζωή μου, είτε ως ιεραρχία, είτε ως εξέταση, είτε ως κτήριο. Τα σχολεία, τα στρατόπεδα, τα νοσοκομεία και οι φυλακές μοιάζουν εκπληκτικά μεταξύ τους…

Θυμάμαι τι ένοιωθα, πού ήταν η τάξη, ποιοι έκλαιγαν, πώς ήταν τα βλέμματα κυρίως μανάδων έξω από την τάξη, την κα Καλαμαρά (που έλεγαν πως ήταν σκληρή) και την κα Γκότση (που έλεγαν πως ήταν σκληρή), όλη την Πρώτη μαζεμένη για να χωριστεί σε δύο τμήματα- και εσύ να μην ξέρεις τι να ευχηθείς (τη σκληρή ή τη σκληρή). Λίγες μέρες μετά πλησίασα τη σκληρή που μου έλαχε για να τη φιλήσω (το ζώον) στο σχόλασμα, συνήθεια αποκτηθείσα εν τω νηπιαγωγείω…, και έφαγα την πρώτη μου χυλόπιτα. Έκτοτε δεν έχω ξαναφιλήσει δασκάλα.

Αυτό νομίζω πως έγινε προχθές. Το θυμάμαι πεντακάθαρα. Όμως… χθες συνόδεψα κάποιον άλλο στην πρώτη του μέρα στο σχολείο, στο δημοτικό: το γιο μου. Το χελωνάκι μας ζαλώθηκε την τεράστια τσάντα του – στο εξής ο τσίρδουλας θα είναι μια τσάντα με πόδια – και ξεκίνησε τόσο ψαρωμένος ώστε να παίζει άτσαλα τον αδιάφορο, την πορεία των δώδεκα χρόνων στη «βασική» εκπαίδευση.

Δεν ξέρω πώς θα ήταν ο κόσμος μας αν τα σχολεία δεν ήταν εθνικά κατηχητικά, αν καλλιεργούσαν ανθρώπους, αν δεν ήταν θερμοκήπια παπαγάλων, μόρφωναν και δεν εκπαίδευαν. Δεν θα το μάθω ποτέ. Στέλνω λοιπόν το γιο μου σε μια πορεία που εύχομαι να τον πληθαίνει και να τον βαθαίνει. Με την ελπίδα ότι στα σχολικά του συναπαντήματα θα γνωρίσει κάποιον άνθρωπο που θα τον εμπνεύσει μια πορεία χρήσιμη στη ζωή του.

Όσο το σχολείο θα είναι βέβαια παιδιά και έφηβοι, έρωτες, παιχνίδια, κοπάνες, πλάκες, φιλιά, τηλέφωνα, τετράδια, κασετίνες, ραβασάκια, εκδρομές, κυλικείο, θρανία, σκονάκια, αντιγραφή, διάλειμμα, καταλήψεις, διακοπές, Παρασκευές και Κυριακές κάτι μου λέει πως τουλάχιστον η κατήχηση θα κουτουλάει γερά στα θρανία της άνοιξης. Και είναι μια ελπίδα και αυτή. «Σώπα δάσκαλε να ακούσουμε το πουλί», ή μάλλον για να το πω και με τον τρόπο που… "προχθές" τελείωνα τις εκθέσεις μου στο δημοτικό: … να και ένα ποιηματάκι για το σχολείο:
"
Παιδιά, πότε
γεννήθηκε ο Ναπολέων Βοναπάρτης,
ο δάσκαλος ρωτά.
Πριν από χίλια χρόνια λεν τα παιδιά.
Πριν από εκατό χρόνια λεν τα παιδιά.
Πέρσι λεν τα παιδιά.
Κανείς δεν ξέρει.
Παιδιά τι έκανε
ο Ναπολέων Βοναπάρτης,
ο δάσκαλος ρωτά.
Νίκησε σ' ένα πόλεμο, λεν τα παιδιά.
Έχασε ένα πόλεμο, λεν τα παιδιά.
Κανείς δεν ξέρει.
Ο κρεοπώλης μας είχε ένα σκύλο
που τον λέγαν Ναπολέων,
λέει ο Φράντισιεκ.
Ο κρεοπώλης τον βασάνιζε και ο σκύλος πέθανε
από την πείνα
πριν ένα χρόνο.
Κι έτσι τώρα όλα τα παιδιά λυπούνται
για το Ναπολέοντα.
"
****************
Το ποίημα είναι του Μίροσλαβ Χόλουπ, μεταφρασμένο από τον Γιώργο Χριστοδουλίδη στην έκδοση του Παρασκηνίου με τίτλο "Δύο Ευρωπαίοι ποιητές" (2001). Το αφιερώνω στους φίλους μπαμπάδες που χθές άτσαλα κάναμε τους χαλαρούς όταν τα χελωνάκια μας με τις τεράστιες τσάντες στοιχίζονταν στην Πρώτη: στο Στέργιο, στον Αντώνη, στο Σπύρο, στο Σάκη, σε μένα που σας ομιλώ...

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Η διαχρονική παρουσία του ελληνισμού

Το «Ρωσικό Ημερολόγιο» του Στάινμπεκ είναι ένα αδιάφορο οδοιπορικό στη Σοβιετική Ένωση προς καταπράυνση των εξελισσόμενων ψυχροπολεμικών συνδρόμων της αμερικανικής κοινής γνώμης του 1947 με μοναδικό προσόν (ίσως όχι τυχαία) το διάχυτο χιούμορ του εξαίρετου συγγραφέα των «Σταφυλιών της Οργής».

Το βιβλίο το αγόρασα τέλη Αυγούστου, όταν τα αποθέματα ανάγνωσης τελείωσαν. Έμοιαζε να ταιριάζει στη διάθεσή μου να διαβάζω για τη Σοβιετική Ένωση και τους ανθρώπους που τη διαμόρφωσαν (θα ακολουθήσει σχετικό ποστ για τη βιογραφία του Μπουχάριν) και σίγουρα ήταν ένα αναγκαίο… ηρεμιστικό στη «σταϊνμπεκομανία» μου. Εκδόθηκε πέρυσι στα ελληνικά από τον Κέδρο σε μετάφραση της Κίρας Σίνου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα ιστορικό, περιηγητικό βιβλίο «μυρίζει αμερικανίλα». Για να μην παρεξηγούμαι: είμαι σε θέση να διακρίνω αν ένας συγγραφέας τέτοιου βιβλίου είναι αμερικανός, εστιάζει και εντυπωσιάζεται από πράγματα που ένας Ευρωπαίος είτε τα γνωρίζει ως φόντο (ιστορικό ή πολιτιστικό), είτε επιχειρεί να τα χωνέψει για να τα κατανοήσει. Ο Αμερικάνος τα αντιμετωπίζει επιφανειακά ως εξωτικά και είτε εκπλήσσεται από τα κοινά στοιχεία, είτε εκπλήσσεται από τις διαφορές, τις οποίες αντιλαμβάνεται ως μπιχλιμπίδια που του προσφέρονται από τους ιθαγενείς. Πάντως σε μένα τον… Ευρωπαίο οι εντυπώσεις του δεν διαφοροποιούνται από αυτές που θα είχε σε μια ανάλογη απίθανη περίπτωση ένας… εξωγήινος. Αυτά ως άρωμα των βιβλίων και όχι ως ουσία, τις περισσότερες φορές.

Το βιβλίο δεν ενδιαφέρει νομίζω το σύγχρονο αναγνώστη (ή μη μόνον για το διαλυτικό του χιούμορ), αν και επιχειρεί «αντικειμενικά» να προσεγγίσει το μέσο σοβιετικό πολίτη για λογαριασμό του μέσου αμερικανού πολίτη και να διεμβολίσει την καλπάζουσα αντισοβιετική προπαγάνδα στις ΗΠΑ, χωρίς να ωραιοποιεί τις εικόνες από την ΕΣΣΔ. Υπάρχει μια καταπληκτική παράγραφος του Σταίνμπεκ στα εισαγωγικά του Ημερολογίου, εκεί που προσπαθεί να εξηγήσει τα δημοσιογραφικά κίνητρα ενός τέτοιου ταξιδιού του:

«…Βλέπετε, οι ειδήσεις δεν είναι πια ειδήσεις, τουλάχιστον όχι το κομμάτι τους που τραβάει περισσότερο την προσοχή. Οι ειδήσεις έχουν γίνει πια αντικείμενο των εμπειρογνωμόνων… Αυτό που διαβάζουμε ως είδηση πλέον δεν είναι καθόλου είδηση, αλλά η γνώμη κάποιου εμπειρογνώμονα ως προς τη σημασία αυτής της είδησης…».

Το Ημερολόγιο που κειμενικά υποστηρίζεται από τον Στάινμπεκ και φωτογραφικά από τον Ρόμπερτ Κάπα, στην ουσία είναι «Σοβιετικό», αφού επισκέπτεται Ρωσία, Ουκρανία και Γεωργία και όχι βέβαια «Ρωσικό», όπως τιτλοφορείται. Η δεύτερη αφορμή για να μιλήσω γι’ αυτό (μετά τη σύνοψη του σύγχρονου ορισμού της είδησης) είναι το παρακάτω περιστατικό:

Το βασικό πρόβλημα που αντιμετώπισαν ο Κάπα και ο Στάινμπεκ σε αυτό το ταξίδι ήταν η φοβερή ταλαιπωρία τους στα αεροδρόμια και τα φρένα της γραφειοκρατίας. Κάποια στιγμή επιστρέφοντας (επιτέλους) από το Στάλινγκραντ στη Μόσχα ανακαλύπτουν με εμφανή εκνευρισμό ότι δεν υπάρχει αυτοκίνητο να τους περιμένει για να τους πάει στο ξενοδοχείο τους.

«… Τότε, εμφανίστηκε ένας Έλληνας. Στις δύσκολες ώρες πάντα εμφανίζεται ένας Έλληνας, οπουδήποτε στον κόσμο. Αυτός ο Έλληνας μπορούσε να μας βρει αυτοκίνητο, πράγμα που έκανε έναντι αδρής αμοιβής, και πήγαμε επιτέλους στο ξενοδοχείο Σαβόι… Όπου υπάρχουν Έλληνες, θα υπάρχει και καπιταλισμός…».Όπου Έλληνας σε αυτή την περίπτωση, ο μαυραγορίτης, ο ενδιάμεσος, ο μεσολαβητής, το λαμόγιο. Διαχρονική αξία.

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Ένα λυπημένο παραμύθι για τα Ελληνικά Γράμματα

Μια φορά και έναν καιρό το «Δ», το «Ο» και το «Λ» έστειλαν το «Ψ» να πείσει τα Ελληνικά Γράμματα ότι θα ήταν προς το συμφέρον τους να αγοραστούν από κάποιο δυνατό και πλούσιο που να κυβερνά μια χώρα: θα γράφονταν περισσότερα βιβλία και θα εκδίδονταν και θα γίνονταν διάσημα. Το «Α» και το «Ω» την υποψιάζονταν τη δουλειά, όμως δεν είχαν και καμιά απόδειξη για τις υποψίες τους που τελικά επαληθεύτηκαν: λίγο καιρό μετά όλα τα Ελληνικά Γράμματα αυτοκτόνησαν ή δολοφονήθηκαν και οι άνθρωποι που τα φρόντιζαν εξορίστηκαν. Έτσι η βιβλιοχώρα των Ελληνικών Γραμμάτων ρήμαξε.

Ανέστια θα μείνουν πλέον βιβλία των Τριβιζά, Μουρσελά, Σκαμπαρδώνη, Ξανθούλη, Κούρτοβικ, Καρνέζη, Ευθυμιάδη, Μανιώτη, Χαριτόπουλου, Αλεξανδρόπουλου, Έκο, Μπόρχες, Σαβατέρ, Μπουλώτη, Βαλάση, Αρβελέρ, Λαϊνά και άλλων πολλών.

Άνεργοι θα μείνουν 94 απολυμένοι από 15 Σεπτεμβρίου που χρόνια τώρα δούλευαν για να διαβάζουμε εμείς βιβλία και ιδέες.

Έτσι θα το αφήσουμε;

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Τα ήσυχα απογεύματα



Όσο γεναιόδωρη είναι μαζί μου η σιωπή, τόσο φειδωλά φαίνονται τα καλοκαίρια μου. Μεγαλώνοντας.

Ένα ήσυχο απόγευμα στην άκρη αυτού του δύστροπου καλοκαιριού φωλιάζει μέσα μου σιγά-σιγά, καθώς ο ήλιος αποσύρεται αποκαμωμένος στα ενδότερα και παρασέρνει μαζί του όλα τα χρώματα- πρώτα το μπλε της θάλασσας, μετά το κόκκινο του ουρανού, στο τέλος τα πράσινα των δέντρων.

Κατακάθονται και οι φωνές, τα γέλια, οι θυμοί και οι λυγμοί. Μόνο ο πόθος παραμένει- αν υπάρχει δυνατό φεγάρι. Τελικά όλη αυτή η φιλολογία για το φεγγάρι, ποίηματα, έρωτες, τραγούδια είναι λίγο παραπλανητική. Εξάλλου το ασημένιο φως δεν είναι δικό του, μια διαστρέβλωση, μια παρεξήγηση, μια παραπλάνηση είναι. Και η Πανσέληνος, μια ψευτιά. Δεν είναι αυτόφωτη η σελήνη, όλοι το ξέρουν αυτό: ό,τι επιστρέφει από αυτό που της δίνεται. Και το κάνουμε θέμα...

Μου αρέσει να φρενάρω έτσι τη ζωή μου τα απογεύματα. Όμως όλο και πιο σπάνια βρίσκω χρόνο γι' αυτά. Αν σκεφτείς τα παράθυρα και οι πόρτες είναι ό,τι δεν χτίσαμε σε ένα σπίτι, ό,τι δεν αφήσαμε απέξω, ό,τι επιτρέψαμε να φεύγει κατά βούληση. Τώρα ξέρεις τι νόημα έχουν τα καλοκαίρια.

Παίρνω μαζί μου λοιπόν για τον καινούριο χειμώνα τις λιγοστές αποσκευές αυτού του καλοκαιριού:
- ένα καινούριο τσαρδάκι για το γιο μου κάτω από την μεγάλη καρυδιά, δίπλα στο πηγάδι
-το φεγγαρόφωτο στον όρμο του Οιτύλου με σβησμένα τα φώτα του αυτοκινήτου κατεβαίνοντας με την κυρά μου

*****************
Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη ενός ανθρώπου που πολύ εκτίμησα και σεβάστηκα, μιας εκλεκτής υπήκοου των βιβλιοθηκών και των αρχείων και της καλύτερης συζητήτριας που έχω γνωρίσει: στη Βάλια Δαμαλά, που πέθανε στις 6 Αυγούστου 2010.

Καλή δύναμη αδέρφια.