Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Αχιλλέας Μ.: πρόσωπο της χρονιάς (2011).

Το πρόσωπο της χρονιάς είναι μια αυθαίρετη επιλογή που στόχο έχει να αναδείξει τον ισχυρότερο συμβολισμό όσων έγιναν το έτος που τελειώνει.

Δεν έγιναν λίγα φέτος. Η Αραβική Άνοιξη, το τρομερό πυρηνικό ατύχημα στη Φουκουσίμα, το διογκούμενο κύμα διαδηλώσεων σε όλο τον κόσμο που αρχίζει να διαμορφώνει την αντίδραση των λαών στις πολιτικές επιλογές διεξόδου από την οικονομική κρίση είναι σαφώς η κορωνίδα των διεθνών γεγονότων της χρονιάς. Στην Ελλάδα, η υποδούλωση στους δανειστές υπήρξε ολοκληρωτική, οι πλατείες και οι παρελάσεις γέμισαν αγανακτισμένους αλλά όχι αποφασισμένους, η δημοκρατία και η εθνική κυριαρχία περιορίστηκαν, τα μαγειρεμένα στοιχεία της ελληνικής στατιστικής αρχής μιλούν για 878.266 άνεργους το τρίτο τρίμηνο του έτους, ακούσαμε απίστευτα πράγματα από τα χείλη των σοσιαλιστών που κυβερνούν («αποσοβιετοποίηση της ελληνικής οικονομίας»/Μ. Χρυσοχοΐδης, "το ότι φτωχαίνουν οι Έλληνες δεν σημαίνει ότι πτωχεύει η χώρα"/Ευ. Βενιζέλος κ.α.) και όχι μόνο ("πρέπει να γίνει άμεσος καθαρισμός της Αθήνας από τοξικομανείς και λαθρομετανάστες και να μεταφερθούν  σε αραιοκατοικημένα νησιά με χαμηλό πληθυσμό"/Δ. Σαββόπουλος). Και αν έτσι αποκαρδιωτικά τελειώνει η χρονιά, ξεκίνησε τουλάχιστον με μια υπέροχη μάχη 300 μεταναστών που έκαναν απεργία πείνας δοκιμάζοντας την ανθρωπιά μας και νίκησαν.

Οι επιλογές μου ήταν επομένως πολλές. Η τελική λίστα περιείχε τον Χασάν Καμπζουά, το Φόβο και τον Αχιλλέα Μ. Επέλεξα τον τρίτο. Ακολουθώντας ίσως μια περίεργη παράδοση των τελευταίων χρόνων που θέλει τα παιδιά να σηματοδοτούν με τον πιο ευθύ τρόπο τις τροπές της κοινωνίας μας: ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος το 2008, ο Χαμιντουλάν Νατζαφί το 2010, ο Αχιλλέας Μ. φέτος.

Ο Αχιλλέας Μ. είναι ο μαθητής από τη Λάρισα που στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου ως διμοιρίτης μούντζωσε στο πρόσωπο των επισήμων της εξέδρας όσους του παραδίνουν έναν κόσμο ζοφερό και απάνθρωπο. Η απαξιωτική κίνηση, καθόλα δικαιολογημένη, απαθανατίστηκε φωτογραφικά και σχολιάστηκε φλύαρα στα ΜΜΕ και το διαδίκτυο. Το εκπαιδευτικό σύστημα κλήθηκε να υπερασπιστεί τις αρχές και την αξιοπρέπειά του και να τον τιμωρήσει γιατί θίχτηκε από την ενέργεια του μαθητή περισσότερο μάλλον από όσο το απαξίωσε η απουσία σχολικών βιβλίων για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια στα ελληνικά σχολεία. Και τον τιμώρησε. Ο σύλλογος διδασκόντων του 3ου Εσπερινού ΕΠΑΛ και εκπρόσωποι της Περιφερειακής Εκπαίδευσης, αποφάσισαν κατά πλειοψηφία να του επιβάλουν ποινή αποβολής μίας ημέρας από το σχολείο.

Πριν από ενάμιση χρόνο είχα γράψει εδώ μέσα πως "όσο στις διαδηλώσεις θα συμμετέχουν λιγότεροι από όσοι στις παρελάσεις, μην ελπίζουμε ότι κάτι θα αλλάξει...". Αυτό άλλαξε φέτος. Πολλαπλά άλλαξε! Η επιλογή μου να θεωρώ ως "πρόσωπο του 2011" τον Αχιλλέα Μ. είναι έκφραση μιας ελπίδας πως κι ο κόσμος μάλλον θα αλλάξει. Αφού πρώτα γκρεμιστεί.

Καλή δύναμη σε όλους σας. Καλό γκρέμισμα και καλό χτίσιμο.

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Αργύρης Χιόνης (1943-2011)

«Τράβηξε ίσια, ως τον ορίζοντα. Ύστερα, έκανε δεξιά και
χάθηκε».

Δεν ξέρω ποια δικαιοσύνη αφαιρεί από αυτή την εποχή τους ποιητές της. Δεν της είχα ποτέ εμπιστοσύνη εξάλλου. Ίσως να φταίμε και εμείς με κάποιο τρόπο που τους αφήνουμε να φύγουν, ακόμη και αν κρατούμε εδώ, ανάμεσά μας το ποιητικό τους σώμα, να το διαμελίζουμε τις νύχτες και να το σκορπάμε στα όνειρά μας, όπως ο Κοντορεβιθούλης για να βρίσκουμε πάντα το δρόμο της επιστροφής.

Ο ποιητής Αργύρης Χιόνης πέθανε. Με ενοχλεί πολύ αυτό. Που τα ψιχουλάκια του πια είναι μετρημένα. Ο αριθμός τους δεν θα αλλάξει ποτέ και εμείς που αγαπήσαμε το ποιητικό του σώμα θα αρκεστούμε σε όσα άφησε στο τραπέζι μας φεύγοντας και στο κατόπι του. Δείχνοντάς μας βέβαια τον αναπόφευκτο δρόμο.

Λέει στο αγαπημένο «Υπόγειο», και θα ήθελα να είναι αλήθεια:

«ΤΡΩΩ ΚΑΡΠΟ, φτύνω κουκούτσι, φυτρώνει δέντρο.
      Αχ, να ‘χα κι εγώ κουκούτσι, να το ΄φτυνε ο θάνατος, να φύτρωνα ξανά».

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Τω αγαπημένω μου υιώ

Τω αγαπημένω μου υιώ
Αποστολάκη
Ο πατήρ
Δημήτριος Σαχίνης
Θες/νίκη 1942
Σεπτέμβριος

Το βιβλίο είναι «τα τετράδια του Παύλου Φωτεινού», το πρώτο βιβλίο του Στέλιου Ξεφλούδα, συγγραφέα έργων γνωστών για την κυρίαρχη τεχνική τους του «εσωτερικού μονολόγου».

Ο «Αποστολάκης» είναι ο  Απόστολος Σαχίνης, κριτικός λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Τότε 23 ετών. “Sahin” στα τούρκικα σημαίνει «γεράκι».

Ο Δημήτριος Σαχίνης πέθανε. Ο γιος του Απόστολος Σαχίνης πέθανε. Ο Στέλιος Ξεφλούδας πέθανε. Και μια δροσερή κοπέλα ζήτησε σήμερα και μελέτησε ένα βιβλίο που εκδόθηκε πριν 81 χρόνια και χαρίστηκε πριν  69 χρόνια από ένα πατέρα σε ένα γιο. Κοιταχτήκαμε όταν της έδειξα τη σελίδα τίτλου και χαμογελάσαμε με νόημα ο ένας στον άλλο.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Συχνάζω στα τραγούδια

Αν με ψάξεις, θα με βρεις στα τραγούδια αυτό τον καιρό. Λιποψυχώ και τ’ αρμέγω. Βοσκούσαν τόσα χρόνια στις ελπίδες μου και είναι τα μαστάρια τους γεμάτα.

Σπάω τους κουμπαράδες της ζωής μου. Κι οι κρότοι τους με ξυπνούν. Να κρατηθώ για να κρατήσω Τις καταθέσεις της ευτυχίας μου αναλαμβάνω. Τροφαντά γουρουνάκια με ροζ ψευδαισθήσεις και ουρές σερπαντίνες.

Στην πλατεία των αγανακτισμένων του καλοκαιριού κάνουν τώρα πιάτσα δεκαπεντάχρονα κορίτσια. 5 ευρώ η «πίπα» στα όρθια. Ένα σεντόνι κρατάει ο νταβάς για τ’ αδιάκριτα βλέμματα και ο μπερντές του Καραγκιόζη στήνεται κάθε νύχτα. Προχθές άκουσα την ψαρού στη γωνία να διαμαρτύρεται: «πού καταντήσαμε... γεμίσαν μαύρες οι δρόμοι μας»… Δεν σκέφτεται η ανόητη πως κάποιοι εκμεταλλεύονται την εξαθλίωση για να «πηδήξουν» φτηνά, «ωραίοι σαν Έλληνες».

Ο γιος μου αγαπάει την Αγγελική. Πάει και αυτή στη Δευτέρα και «είναι όμορφη». Έστειλε ένα συμμαθητή του να της το πει και είναι ήσυχος πια: «τουλάχιστον τώρα εκείνη το ξέρει».

Στολίσαμε δέντρο και η κόρη μου το χαζεύει ν’ αναβοσβήνει τα φωτάκια του που είναι σαν τα μάτια της όταν γελάει και όταν κλαίει: πράσινα και κόκκινα και μπλε και πορτοκαλιά.

Χριστούγεννα 2011: ένα παιδί έχει λευχαιμία στο σχολείο. Μαζέψαμε λεφτά. Χρειάζονται 3.000 ευρώ.

Να σου πω τι σκέφτομαι; Θα ήθελα ν’ αλλάζαμε τον κόσμο γαμώτο.

Μέρες παλεύω αυτό το λίγο κείμενο για να σου πω με μισές κουβέντες πως όταν με βλέπεις σιωπηλό συχνάζω εδώ:

«Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου

Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου

Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου...


Καμιά φορά δραπετεύω για λίγο από την πραγματικότητα. Ψαρεύω ένα τυχαίο γεγονός της και κάθομαι στην άκρη του μυαλού μου να το φάω. Σε ένα γερμανικό βιβλίο εγκληματολογίας του 1873 βρήκα ως σελιδοδείκτη το φύλλο ενός ημερολογίου. Γράφει επάνω 2 Νοεμβρίου 1913. Κάποιος πήρε προφανώς στα χέρια του τότε το βιβλίο. Ίσως να διακόπηκε η ανάγνωση. Για λίγο ή για πάντα. Και έμεινε μέσα του το τυχαίο αποτύπωμα του χρόνου να με κοιτάει τώρα βγάζοντάς μου τη γλώσσα: "Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου κλπ μαρτύρων"...

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Εκσυγχρονισμός ή εξαφάνιση των νοσοκομειακών βιβλιοθηκών

Σε κάθε συνάντηση ιατρικών βιβλιοθηκονόμων ένα ερώτημα αρχίζει την κάθε κουβέντα:
«-Από πότε έχετε να πάρετε επιστημονικά περιοδικά;»

Έτσι απλά διατυπώνεται ο «πόνος» των βιβλιοθηκονόμων για να καλυφθούν οι ανάγκες σε τρέχουσα, έγκυρη και διεθνή πληροφόρηση των επιστημόνων υγείας. Κι ενώ παγκοσμίως γίνονται θαύματα πληροφόρησης, -δηλ. υπάρχουν δημοσιεύματα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν ώστε να βελτιωθεί η πρόληψη ασθενειών ή τα υπάρχοντα θεραπευτικά πρωτόκολλα- στην Ελλάδα δεν έχουν δημιουργηθεί μοντέλα ή πλατφόρμες που θα αξιοποιούν την πληθώρα πληροφοριών και γνώσης ή για να το πούμε πιο απλά δεν υπάρχει ένας Εθνικός φορέας, μια Εθνική Ιατρική Βιβλιοθήκη που θα συλλέγει, θα αξιολογεί και τελικά θα παρέχει συστηματικά όλη την παραγόμενη γνώση.

Για ποιον όμως, λόγο γίνεται αυτή η συζήτηση; Τι χρειάζεται όλη αυτή η δυνατότητα πρόσβασης στην ιατρική γνώση και τι ρόλο παίζουν οι βιβλιοθήκες σ΄ όλο αυτό το σκηνικό;
Το ζητούμενο δεν είναι άλλο από την παροχή καλύτερης ποιότητας υγείας. Γιατί μόνο ο σωστά πληροφορημένος επιστήμονας μπορεί να οδηγηθεί σε θεραπευτικά πρωτόκολλα αποτελεσματικά για τον άρρωστο και για το δημόσιο σύστημα παροχής υγείας.

Συχνά - για να εξηγηθεί- τι σημαίνει ιατρική βιβλιοθηκονομία μου αρέσει να φέρνω το παράδειγμα ενός καρκινοπαθούς που «θεραπεύεται» με παλιά χημειοθεραπευτικά γιατί ο γιατρός του δεν έχει πληροφόρηση για τα νεότερα (βλέπε «Ένας βιβλιοθηκονόμος στο νοσοκομείο»). Μ΄ αυτό τον τρόπο θέλω να καταδείξω την τραγικότητα της έλλειψης έγκυρης, έγκαιρης, συστηματικής και τεκμηριωμένης πληροφόρησης. Είναι προφανές το δικαίωμα αλλά κι η υποχρέωση στην πληροφόρηση των επιστημόνων, όσο προφανής είναι κι υποχρέωση των ιατρικών βιβλιοθηκονόμων να παρέχουν αυτή την πληροφόρηση μέσα από Βάσεις Δεδομένων, περιοδικά, βιβλία, news letter κλπ.
Μήπως όμως είναι προφανής κι η υποχρέωση των εκάστοτε υπουργών, γ. γραμματέων, διοικητών … να ακούσουν τους βιβλιοθηκονόμους που εδώ και χρόνια φωνάζουν ότι οι νοσοκομειακές βιβλιοθήκες αν δεν εκσυγχρονιστούν θα πεθάνουν;
Τι σημαίνει εκσυγχρονισμός για μια νοσοκομειακή βιβλιοθήκη;

* Πρώτα από όλα σημαίνει έγκυρη ανανέωση των συνδρομών της.

* Μετά σημαίνει συμμετοχή στα υπάρχοντα διεθνή, ευρωπαϊκά, εθνικά, ακαδημαϊκά, τοπικά δίκτυα. Στην Ελλάδα- κατά ένα νομικίστικο παράδοξο- οι νοσοκομειακές βιβλιοθήκες έχουν αποκλειστεί από τη συμμετοχή στο ακαδημαϊκό δίκτυο Heal-link, την οικονομική δαπάνη του οποίου έχει το Υπουργείο Παιδείας κι έτσι αφού είναι φύσει αδύνατο να συνεργαστούν οι δύο υπουργοί (Παιδείας-Υγείας) μένουν για χρόνια εκτός δικτύου οι νοσοκομειακές βιβλιοθήκες.

* Δημιουργία συνεργατικών δράσεων οριζόντιας δικτύωσης. Το απλούστερο όλων: να καλύπτουν πολύπλευρα οι νοσοκομειακές βιβλιοθήκες τις πληροφοριακές ανάγκες των χρηστών τους χωρίς να λαμβάνουν όλες το ίδιο έντυπο περιοδικό, δηλαδή, να δημιουργηθεί μια κοινοπραξία όπου θα καταγραφούν τα περιοδικά που χρειάζονται κι ο κάθε τίτλος να αγοράζεται μόνο μια φορά αλλά να παρέχεται σε όλα τα ιδρύματα.

Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που θα μπορούσαν ακόμη να περιληφθούν στο κεφάλαιο «εκσυγχρονισμός νοσοκομειακών βιβλιοθηκών», αλλά νομίζω ότι αυτά αρκούν για αρχή και για εξοικονόμηση πόρων. Εξάλλου από την πλευρά των βιβλιοθηκονόμων υπάρχει ένα απίστευτο ανθρώπινο δυναμικό με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και διάθεση για δουλειά. 

***
της Ειρήνης Τσαλαπατάνη, ιατρικής βιβλιοθηκονόμου

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Ασθενούν οι νοσοκομειακές βιβλιοθήκες

της Ειρήνης Τσαλαπατάνη




Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας 66 βιβλιοθήκες ανήκουν σε νοσοκομειακά ιδρύματα. Στην πραγματικότητα, συχνά, ως «βιβλιοθήκη» ορίζεται ένας χώρος που δεν πληροί καμία προϋπόθεση, άρα λοιπόν, μπορούμε να πούμε –με σχετική ασφάλεια- ότι οι ενεργές νοσοκομειακές βιβ/κες της Ελλάδας δεν ξεπερνούν τις 40.
Ποιος, όμως είναι ο ρόλος τους, για το ίδρυμα στο οποίο ανήκουν;
Έργο της Βιβλιοθήκης είναι να παρέχει οργανωμένες υπηρεσίες πληροφόρησης για την υποστήριξη του κλινικού έργου και των πληροφοριακών αναγκών του επιστημονικού προσωπικού, που σχετίζονται με την εκπαίδευση και την έρευνα. Η έγκυρη και έγκαιρη πληροφόρηση που μπορεί να παρέχει η βιβλιοθήκη είναι όπλο στα χέρια των επιστημόνων για τη δημιουργία τεκμηριωμένων θεραπευτικών πρωτοκόλλων και απομακρύνει την πιθανότητα κατευθυνόμενης συνταγογράφησης και εξάρτησης από τις φαρμακευτικές εταιρείες.

Για την πλειονότητα των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της χώρας, οι βιβ/κες δεν υπάρχουν στον οργανισμό. Έχουν ενταχθεί με διάφορες αποφάσεις, διοικητικά στις εκάστοτε γραμματείες και τελούν υπό την επιστημονική εποπτεία του Επιστημονικού Συμβουλίου. Σε γενικές γραμμές η τύχη και η πολιτική της βιβλιοθήκης εξαρτάται από τον εκάστοτε διοικητή του ιδρύματος, παρότι από την πλευρά των βιβλιοθηκονόμων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες επικοινωνίας με τους ιθύνοντες, μέσω συγκεκριμένων προτάσεων.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένα σημαντικό ζήτημα που προκύπτει για τη βιωσιμότητα όλων των νοσοκομειακών βιβλιοθηκών αφού οι περισσότερες λειτουργούν έχοντας ένα βιβλιοθηκονόμο ως προσωπικό. Αν υπάρξει συνταξιοδότηση, κλείνει η θέση του βιβλιοθηκονόμου αφού είναι μονήρης κι ο νόμος δεν προβλέπει εξαίρεση για τους βιβλιοθηκονόμους. Κατά συνέπεια, κλείνει και η βιβλιοθήκη γιατί για να λειτουργήσει χρειάζεται ειδικές γνώσεις- όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν τα διεθνή πρότυπα.

Από πρόσφατες έρευνες (Λάππα & Χαλεπλίογλου, 2007, Καλογεράκη & Τσαλαπατάνη 2008, Τσαλαπατάνη, 2009), τόσο για την κατάσταση των νοσοκομειακών
βιβλιοθηκών, όσο και για το «προσοντολόγιο» των ιατρικών βιβλιοθηκονόμων προέκυψαν τα εξής στοιχεία:
Οι ιατρικές βιβλιοθήκες που υπάγονται στα ακαδημαϊκά ιδρύματα και όσες από τις νοσοκομειακές ανήκουν σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία διαθέτουν καλύτερο επίπεδο συλλογής εξαιτίας κυρίως, της συμμετοχής τους στη Heal-link (κοινοπραξία Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών).
Οι ιατρικοί βιβλιοθηκονόμοι που εργάζονται σε νοσοκομειακές βιβλιοθήκες διαθέτουν υψηλό επίπεδο μόρφωσης, αναπτύσσουν τομείς που δε χρειάζονται χρηματοδότηση πχ εκπαίδευση χρηστών, αλλά οι βιβ/κες τους «πάσχουν» σε επίπεδο συλλογής, δηλ. έχουν παλιές συλλογές και οι ανανεώσεις συνδρομών των περιοδικών αργούν ή δε γίνονται ποτέ.

Τι πρέπει να γίνει;
1. Ένταξη των βιβλιοθηκών στον οργανισμό του ιδρύματος, με αποσαφήνιση του ρόλου τους. Προσδιορισμός της βιβλιοθήκης στο οργανόγραμμα -τουλάχιστον-ως αυτοτελές γραφείο με υπεύθυνο πτυχιούχο του κλάδου Βιβλιοθηκονομίας. Επίσης, εξαίρεση των βιβλιοθηκονόμων από τις διατάξεις του νόμου «για την εφεδρία» καθώς συνταξιοδότηση των βιβλιοθηκονόμων που υπηρετούν σε μονήρη θέση σημαίνει αυτόματα κατάργηση της βιβλιοθήκης.
2. Εμπλουτισμός της συλλογής των βιβλιοθηκών με Βάσεις Δεδομένων, ηλεκτρονικά βιβλία και περιοδικά προσβάσιμα από κάθε κλινική και τμήμα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με οριζόντια δικτύωση των βιβλιοθηκών και συνεργατικές δράσεις συντονισμένες από το Υπουργείο ώστε να εξασφαλιστεί η μέγιστη οικονομία και η βελτίωση της ποιότητας της επιστημονικής πληροφόρησης.
Ερώτηματα
1. Γιατί δεν εντάσσονται οι βιβλιοθήκες στον οργανισμό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και μένουν μετέωρες με τριτοκοσμική αντιμετώπιση;
2. Γιατί δε δέχεται ο Υπουργός τους νοσοκομειακούς βιβλιοθηκονόμους που πασχίζουν εδώ και καιρό να δώσουν λύσεις για τη λειτουργία των βιβλιοθηκών εξασφαλίζοντας χρόνο και χρήμα;

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

21 χρόνια

"Αν δεν ήταν χθες, ήταν προχθές – όχι - … ήταν… ήταν βέβαια πριν γεννηθεί η μικρή… πριν γεννηθεί και ο μεγάλος… δεν είχαμε ακόμη παντρευτεί…τι λέω; Δεν τα «είχαμε φτιάξει» καν… ούτε βέβαια είχαμε μπει στη Σχολή, αφού ούτε το σχολείο δεν είχαμε τελειώσει ακόμη…"
Κάπως έτσι ξετυλίγοντας τα χρόνια που πέρασαν, κι όσο μίκραινε το κουβάρι, με ολοένα και μεγαλύτερη μανία, πρέπει χθες να σκεφτόταν η κυρά μου πριν αναφωνήσει και με τρομάξει τον αφημένο στον κόσμο μου: «21 χρόνια, πότε πέρασαν δηλαδή 21 χρόνια; Σαν σήμερα ξεκινούσαμε την κατάληψη στο σχολείο». Ξαπλώσαμε,και σαν τη Ρώπα με τον «Πετσάλνικοοο», κατά ριπάς μονολογούσε: "21 ΧΡΟΝΙΑ!... με ακούς καλέ; Μέτρα… μέτρα…".
Τι σε κάνει λοιπόν να θυμάσαι κάτι που έκανες στις 6 Δεκεμβρίου του 1990; Ίσως αυτό που έκανες τότε να σε καθόρισε με κάποιο τρόπο, η συμμετοχή σου να εμβάθυνε τη σημασία του μέσα σου, να φύτεψε κάπως την ενήλικη ζωή σου. Οι κοινωνικές εκρήξεις ίσως να είναι εσωτερικές δημιουργίες. Πάντα κάτι ξεφεύγει πάντως στην απόπειρά μας να μιλήσουμε γι’ αυτά, πάντα κάτι λείπει και δεν μπορούμε ούτε να τα περιγράψουμε, ούτε να τα ερμηνεύσουμε, ούτε δυστυχώς να τα σχεδιάσουμε ή να τα οργανώσουμε. Και αυτό δεν θέλω να το εκλάβεις ως περίπου μεταφυσική βεβαιότητα
Τα κοινωνικά γεγονότα έχουν το δικό τους χρονόμετρο. Εμείς είμαστε καταδικασμένοι να χρησιμοποιούμε το άλλο, που μετράει χρόνια, άλλοτε 21, άλλοτε 3. Τουλάχιστον η αμφισβήτηση πολλαπλασιάζεται με καταβολάδες. 

Ο γιος μας χθες με ρώτησε γιατί οι αστυνομικοί φυλάνε τη Βουλή και δεν αφήνουν τον κόσμο να μπει μέσα...            

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Το κλειδί και η ελευθερία

… "Τι τα θες
           οι φίλοι μου ήταν πεινασμένοι
                  φαγώθηκαν τα χρήματα των μενεξέδων"

Το έχουμε ξαναπεί: μια φράση συχνά ξεκλειδώνει τις σκέψεις, ανοίγει την πόρτα στις μνήμες και την αφήνει ορθάνοιχτη απελευθερώνοντας τα μέσα μας ωδικά πουλιά. Τώρα, αν καμιά φορά με δείτε να κάθομαι ώρες, μέρες ή χρόνια και να κοιτώ το κλειδί που κρατώ, είναι γιατί έτσι εξαντλώ τη ελευθερία μου: να επιλέγω αν θα χρησιμοποιήσω ή όχι αυτό το κλειδί. Άκου:


"... φαγώθηκαν τα χρήματα των μενεξέδων"
"... φαγώθηκαν τα χρήματα των μενεξέδων"
"... φαγώθηκαν τα χρήματα των μενεξέδων"
"... φαγώθηκαν τα χρήματα των μενεξέδων"
"... φαγώθηκαν τα χρήματα των μενεξέδων"

***
Η φράση είναι από το ποίημα «οι μενεξέδες, οι πεινασμένοι φίλοι και το παιδί με τα χρυσά μάτια» του Ναζίμ Χικμέτ (μετ. Άρη Δικταίου)

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ιστορίες βιβλιοθηκών (2): οι Βρυξέλλες

Στις βιβλιοθήκες πολλές φορές εκτυλίσσονται (συχνά εν αγνοία μας) ιστορίες βιβλίων και αναγνωστών. Δύο μέρες μετά το προηγούμενο σημείωμα για τα μπορντέλα και τη βιβλιοθήκη της Καστοριάς, μας επισκέφτηκε τελικά ο Κ. Σημαιοφορίδης, με τον οποίο είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για το Ραφαηλίδη και τα δύο σημεία της Καστοριάς που αναφέρει στο βιβλίο του. Μου είπε πως οι ιδεολογικές διαφορές δεν αφαιρούσαν στο ελάχιστο την αμοιβαία εκτίμηση του ενός προς τον άλλο. Είπαμε πως θα πούμε περισσότερα όταν διαβάσει και εκείνος το «Μνημόσυνο για ένα ημιτελή θάνατο».

Τα βιβλία είναι καταφυγές και περάσματα. Ετούτο σημαίνει πως ο ρόλος τους είναι παροδικός. Ακόμη και αν χρησιμοποιηθούν ξανά, οφείλεις είτε να βγεις από το τέλος τους, είτε να μπεις στην αρχή τους από άλλο σημείο. Είναι φιλόξενα όσο τα διαβάζεις- μετά μάλλον κλείνονται στον εαυτό τους και αφιερώνονται στη σιωπή της αυτάρκειάς τους. Τέλος, κατά κανόνα τα βιβλία εκδικούνται τους δημιουργούς τους ζώντας περισσότερο από αυτούς. Προνομιακός χώρος, όπου συντελούνται όλα αυτά είναι οι βιβλιοθήκες, τόποι αθανασίας των έργων του πνεύματος ή αν προτιμάτε, νεκροταφεία των δημιουργών του.

Το οδοιπορικό αυτό σε αναφορές των βιβλιοθηκών σε βιβλία συνεχίζεται με ένα χάρτη: θα διαλέξουμε μια πόλη, τις Βρυξέλλες, και θα γυρίζουμε γύρω της για να βρούμε την ευκαιρία να μιλήσουμε πάλι για το ρόλο των βιβλιοθηκών στην ιστορία μας.

… «Γεννήθηκα, κατά τύχη, στις Βρυξέλλες, καθώς οι γονείς μου αναζητώντας τον άρτο τον επιούσιο και τις καλές βιβλιοθήκες, ταξίδευαν στους δρόμους του κόσμου… η γνώση για μένα, δεν διαχωριζόταν από τη ζωή, ήταν η ίδια η ζωή… Έχω συχνά σκεφτεί, από τότε, ότι η ποίηση αντικαθιστούσε σε μας την προσευχή, … Είχα, κατά τύχη, βρει εύκολα δουλειά στη Μπελβίλ ως σχεδιαστής σε ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε μηχανές. Το βράδυ ο οδοντωτός και το μετρό με οδηγούσαν μέχρι την Αριστερή Όχθη, στο Καρτιέ Λατέν… Μου έμενε μιάμιση ώρα για να διαβάσω στη Βιβλιοθήκη Σαιντ Ζενεβιέβ με ένα κεφάλι τόσο κουρασμένο που λειτουργούσε μόνο κατά το ήμισυ…»

Διαλέγω στιγμιότυπα, σκόρπιες φράσεις, από τη ζωή ενός βιβλιόφιλου επαναστάτη από αυτούς που έζησαν τον 20ο αιώνα στην πρώτη γραμμή των αγώνων για την αλλαγή της κοινωνίας. Αρχικά αναρχικού, μετέπειτα μπολσεβίκου, κριτικού του σταλινισμού, συγγραφέα και ιστορικού…. Η αυτοβιογραφία του Βικτόρ Σερζ (Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, εκδ. Scripta, 2008) είναι ένα από τα βιβλία που διαφωτίζουν ποικιλότροπα τα σημαντικά γεγονότα του 20ου αι., με μια γραφή που ταλαντεύεται ανάμεσα στη στράτευση και την ελευθερία της σκέψης για να αφηγηθεί μια ζωή που ξεκινάει την πολιτική της δράση στους δρόμους και την τελειώνει στην εξορία και τις φυλακές.

Από τις Βρυξέλλες και συγκεκριμένα από τους σοσιαλιστές του Βελγίου ξεκίνησε μια πρακτική που αντέγραψαν στις αρχές του 20ου αιώνα οι «δημοκρατικοί» στην Ισπανία: Σοσιαλιστές και Ριζοσπάστες το έλεγαν “casa del pueblos” (σπίτι του λαού). Οι αναρχικοί το έλεγαν “centro obreros” (εργατικό κέντρο). Στην ουσία και το μεν και το δε ήταν αίθουσες συγκεντρώσεων. εκδηλώσεων και διδασκαλίας των προλετάριων και αγροτών, διάσπαρτες στην Ισπανία, όπου καλλιεργούνταν οι πολιτικοί και ιδεολογικοί δεσμοί τους. Κάθε κόμμα ή ιδεολογία είχε τα δικά του, πολλά δε πρόσφεραν και φαγητό ενώ σε αρκετά υπήρχαν και βιβλιοθήκες. Οι αναρχικοί όριζαν και βιβλιοθηκάριο του Κέντρου (Οι Ισπανοί αναρχικοί: τα ηρωικά χρόνια 1868-1936/Μάρεϊ Μπούκτσιν, εκδ. Βιβλιοπέλαγος, 2011)

Τρίτο σημείο πρόσβασης στις Βρυξέλλες ο σύντροφος Κάρολος. Είναι πασίγνωστη η σχέση του Μαρξ με τις βιβλιοθήκες, ιδιαίτερα τη Βρετανική, της οποίας ήταν σταθερός θαμώνας. Είναι αρκετά γνωστή και η παραίνεση του πατέρα του στον ίδιο, όταν ήταν φοιτητής (και μέλος της «Λέσχης των Ποητών») στη Βόννη να «γυμνάζει και το σώμα όπως το πνεύμα του», την οποία εξάλλου δεν τήρησε ποτέ… Σχετικά άγνωστο είναι το στιγμιότυπο που αναφέρεται στην περίοδο που ζούσε στις Βρυξέλλες, τη δημοτική βιβλιοθήκη των οποίων επισκεπτόταν τακτικότατα επίσης. Κάποια στιγμή αποφάσισαν με τον Έγκελς να κάνουν ένα ταξίδι 6 εβδομάδων στην Αγγλία προκειμένου να επωφεληθούν από τις πλούσιες σε υλικό βιβλιοθήκες του Μάντσεστερ και του Λονδίνου (Κάρολος Μαρξ/Φράνσις Γουίν, εκδ. Ωκεανίδα, 2001).

Και στις τρεις ιστορίες οι βιβλιοθήκες αποτέλεσαν εργαλείο μόρφωσης, έρευνας και ιδεολογικής εγρήγορσης για ανθρώπους που σημάδεψαν την ιστορία των κοινωνικών αγώνων. Καμιά φορά σκέφτομαι (ελπίζω) με τη δουλειά μου να συνεχίζω την παράδοση αυτή…

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Ιστορίες βιβλιοθηκών (1): η Ευλαμπία

Χθες η κόρη μας είχε γενέθλια- έκλεισε τα πολλά… δύο χρόνια της. Εντάξει μπορώ πια να καταλάβω τις διαφορές των δύο φύλων εναργέστερα… Ας πούμε, είμαι σίγουρος πως τώρα που κάθομαι να γράψω αυτό το σημείωμα, το βλέμμα της μου λέει με σιγουριά: «για μένα γράφεις, το ξέρω». Γι’ αυτό και εγώ, που δεν θέλω να με καταλάβει, για άλλα θα σας πω.

Τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να με ενθουσιάζουν οι συναντήσεις της ανάγνωσης: γεγονότα και περιγραφές που σμίγουν μόνο γιατί έτυχε να διαβάσω βιβλία που τις περιέχουν απομονωμένες (για τους δικούς τους λόγους), στοιχεία που απαντούνται στη ζωή ή τη σκέψη μου και στα παράλληλα σύμπαντα της μυθοπλασίας ή της σκέψης των συγγραφέων.

Διάβασα αυτές τις μέρες στο «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο» του ευφυή, παθιασμένου και αριστερού Βασίλη Ραφαηλίδη μια περιγραφή για το μπουρδέλο της Καστοριάς, όπου έζησε τα εφηβικά του χρόνια. Μοιάζει να «συνομιλεί» με αυτό που έγραψα λίγες μέρες πριν για το παλιό μπουρδέλο της Κορίνθου:

… «το ωραιότερο θέαμα το πρόσφερε το μπορντέλο της Καστοριάς. Βρίσκονταν στην είσοδο της πόλης, σκαρφαλωμένο σε έναν βράχο. Μέσα είχε δυο «ιέρειες» την κυρία Νίκη και την κυρία Κούλα, που σε λίγο θα τις γνωρίσω καλά κι εγώ.

Όταν λοιπόν, επέστρεφαν οι στρατιώτες απ΄ τα μέτωπα του Γράμμου και του Βίτσι, δυο τεράστιες ουρές σχηματίζονταν έξω απ’ το μπορντέλο. Η μία κατέληγε στο κρεβάτι της κυρίας Νίκης. Και η άλλη στο κρεβάτι της κυρίας Κούλας. Παρόμοιες ουρές, ξανάδα μόνο όταν πήγα στο στρατό, όχι στο μπορντέλο της Κορίνθου, αλλά μπροστά απ’ το καζάνι του συσσιτίου» …

Η πρώτη εικόνα της 18μηνης στρατιωτικής μου ζωής ήταν οι μεγάλες ουρές μπροστά από τα μαγειρεία στο στρατόπεδο της Κορίνθου, και ακόμη πιο συγκεκριμένα ο ίσκιος μας πηγαίνοντας βράδυ για φαΐ που σέρνονταν σαν μαύρο φίδι στο γυμνό τοίχο που φώτιζε ένας δαιμονισμένος προβολέας. Για κάποιο λόγο αυτή η εικόνα τυπώθηκε στα μυαλά δύο αντρών με πολλά χρόνια διαφορά μεταξύ τους, με την ίδια ένταση και το ίδιο συναίσθημα…

Λίγες σελίδες μετά το «μπορντέλο» της Καστοριάς ο Ραφαλίδης μιλάει και για τη βιβλιοθήκη της:

… «Άρχισα, λοιπόν, να ψάχνω στη δημοτική βιβλιοθήκη της Καστοριάς, με τη βοήθεια του συμπαθέστατου και μεγαλοπρεπέστατου βιβλιοθηκάριου κυρίου Ζήκου, για βιβλία σχέση έχοντα με πολέμους, με αντάρτικα, με επαναστάσεις, όλα ανάκατα. Κι ούτω πως έφτασα κάποτε στην Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης του Μινιέ… Εκείνο τον καιρό διάβαζα μετά μανίας ό,τι μου ‘πεφτε στο χέρι. Από Καζαμία μέχρι Μάσκα, και από Ντελί μέχρι Ντοστογιέφσκι, Σαίξπηρ, Μολιέρο. Μολιέρος δεν υπήρχε στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Μου τον σύστησε ο κύριος Ζήκος, ο βιβλιοθηκάριος.» …

Λίγες σελίδες πριν (στη ζωή πάντως δεν μπορείς να γυρνάς στις «πίσω σου σελίδες») αναφέρει τον «καλό του φίλο» και συμμαθητή Κώστα Σημαιοφορίδη. Ο παλιός βουλευτής της ΝΔ έρχεται συχνά στη βιβλιοθήκη που δουλεύω. Σκέφτομαι να τον ρωτήσω για το Ραφαηλίδη, τη βιβλιοθήκη της Καστοριάς και τον κύριο Ζήκκο και μάλλον και για το μπορντέλο, την κυρία Νίκη και την κυρία Κούλα (σαφώς άλλη από αυτήν του Κουμανταρέα στην ομώνυμη νουβέλα).

Ακόμη και αν υποκρίνομαι τον απορροφημένο στους λαβύρινθους της σκέψης μου, την παρακολουθώ να παίζει δίπλα μου, αδειάζοντας και γεμίζοντας ένα κουκλόσπιτο και να σιγομουρμουρίζει την «Ευλαμπία» (οικογενειακό σουξέ κι αυτό του καλοκαιριού), που μιλάει για μια ακόμη ιστορία ανάμεσα στα δύο φύλα….


(Συνεχίζεται…)

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Το διαρκές βίωμα


Ξέρεις, νομίζω πως η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου δεν είναι κάτι που προστατεύεται για να μην αμαυρωθεί...


... θα έλεγα λοιπόν πως μάλλον είναι ένα διαρκές βίωμα αντίστασης

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Το έθνος και η δημοκρατία

Από την εποχή που ο «Εθνικός Στρατός» πολεμούσε με το «Δημοκρατικό Στρατό», υπερασπιζόμενοι ο ένας το έθνος και ο άλλος τη δημοκρατία, έγινε φανερό πως στην Ελλάδα αυτά τα δύο δεν πάνε ποτέ μαζί και ποτέ δεν υπηρετούνται ταυτόχρονα. Ή κάπως έτσι. Λίγα χρόνια μετά τον εμφύλιο, οι επαγγελματίες εθνικόφρονες παραμέρισαν τη δημοκρατία για να υπερασπίσουν πάλι την έννοια του έθνους- κλείνοντας για μια ακόμη φορά την εθνοπατριωτική τους αποστολή με μια εθνική καταστροφή. Και αφού η ιστορία πάντα ξεκουράζεται μερικά χρόνια παίρνοντας έναν υπνάκο πριν βγει πάλι το σεργιάνι της στο χρόνο, τον τελευταίο καιρό που η δημοκρατία συγκρούεται με τις δυσλειτουργίες της, ανεβαίνουν οι μετοχές του «έθνους» στα στόματα των υπεύθυνων για τα αδιέξοδα του έθνους πολιτικών.

Ο υπουργός οικονομικών και «βαρύνουσα πολιτική προσωπικότητα», δεινός ρήτορας και επίδοξος αρχηγός του κόμματος των σοσιαλιστών Ευάγγελος Βενιζέλος τον τελευταίο καιρό που τα πράγματα στην Ελλάδα δεν πάνε και πολύ καλά… επιδίδεται με ιδιαίτερη ζέση στην επίκληση του έθνους. Επιχειρεί με το ιδεολόγημα αυτό να συγκολλήσει τα κομμάτια της κοινωνίας που διαλύει η πολιτική του; Είναι τάχα μόνο αυτή η πρόθεσή του; Στις 27/10/2011 ο ίδιος δήλωνε πως «μεταξύ έθνους και τραπεζιτών επιλέγουμε το έθνος», την ίδια στιγμή που ισχυριζόταν πως η παρουσία και ο έλεγχος της τρόικας των δανειστών πρέπει να είναι «τακτική και συνεχής». Την ίδια μέρα δήλωνε υπερασπιζόμενος τη νέα δανειακή σύμβαση πως  «απαλλάχτηκε το έθνος από ένα σημαντικό βάρος». Στις 7/11 δήλωσε «Έχουμε μια νέα κυβέρνηση εθνικής ενότηταςκαι εθνικής ευθύνης. Αυτή είναι η απόδειξη της δέσμευσής μας και της ικανότητάςμας ως Έθνος να εφαρμόσουμε το πρόγραμμα και να ανασυγκροτήσουμε τη χώρα». Είναι πολλοί αυτοί που έχουν σχολιάσει τη χρήση των όρων «έθνος» και «θεός» τον τελευταίο καιρό από χείλη μη εξοικειωμένα με τις λέξεις αυτές. Είναι μόνο μια προσφυγή στη μεταφυσική ουτοπία ή μήπως απηχούν δεύτερες πολιτικές σκέψεις;


Η πρόσφατη ιστορία μας έχει δείξει πως η υπερβολική χρήση ακονίζει το μαχαίρι του «έθνους», το οποίο καταφέρνει τρομακτικές πληγές στο σώμα της δημοκρατίας. Ελπίζω να μάθαμε κάτι και να απαντήσουμε κατάλληλα. Όσοι θεράποντες της δεύτερης.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Ένα κερί για τα παλιά μπουρδέλα

Εδώ ήταν παλιά τα μπουρδέλα. Η μικρή μας πόλη τα είχε βάλει ήσυχα-ήσυχα σε μιαν άκρη της, να μην την ενοχλούν με τα θαμπά τους φώτα, τους ξαναμμένους φαλλούς των φαντάρων και τα πανσέληνα στήθη των κοριτσιών (που στέκονται σαν φανοστάτες στις μισάνοιχτες πόρτες). Η πόλη μεγάλωσε και έσπρωξε πιο πέρα την άκρη της, τα κορίτσια γέρασαν, οι φαντάροι απολύθηκαν βέβαια προ πολλού. Και το φυλάκιο απέναντι το κλείσανε. Τώρα τα μπουρδέλα στέκουν ρημάδια, χωρίς σκεπές (το νερό της βροχής χρόνια τώρα ξεπλένει τα πάθη σπρώχνοντάς τα βαθειά μέσα στο χώμα), με λογκωμένες αυλές και χάρβαλα παντζούρια και δαγκωμένους σοβάδες. Καμιά φορά όταν περνάω απέξω θέλω να μπω ν’ ανάψω ένα κερί γι’ αυτούς που έχυσαν εδώ το σπέρμα τους, γι’ αυτές που έχυσαν εδώ το δάκρυ τους, γι’ αυτές και αυτούς που ίδρωσαν από αγωνία και απόγνωση. Εδώ.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Ασυναρτησίες με ένα σπουργίτι*

Κυριακή πρωί σαν να είσαι στην άκρη του τούνελ, έξω στο φως. Είχες την αίσθηση αυτές τις μέρες πως δεν υπάρχει άκρη, εξάλλου τούνελ χωρίς φως στην άκρη του, δεν είναι τούνελ: είναι αδιέξοδο.  Κάποιες στιγμές έβλεπες το φως στην άκρη και έλεγες "είναι το τραίνο που έρχεται κατά πάνω μου". Όπως και να ‘ναι, είσαι στο φως, σπρώχνεις ένα καρότσι, μες στο καρότσι είναι η δίχρονη κόρη σου που τραγουδάει επίμονα «γιάγελα, γιάγελα, γιάγελα ουου». Έχεις φτάσει στο Γαλάτσι προσπαθώντας να βάλεις σε σειρά τα πράγματα του μυαλού σου. Στρίβεις σε μια πάροδο. Λίγα μέτρα πιο πέρα συναντάς το καφενείο-ουζερί «το σπουργίτι». Χαμογελάς.

Παρασκευή βράδυ. Επιστρέφεις από το σούπερ μάρκετ. Στην άδεια «Όμορφη Γρανίτσα» δυο ηλικιωμένοι παρακολουθούν από την ανοιχτή τηλεόραση τη συζήτηση στην κατάμεστη Βουλή. Ψάχνεις να βρεις το νόημα της αντίθεσης (γεμάτη Βουλή-άδειο καφενείο). Όμως σου ξεφεύγει. Σαν το σπουργίτι: πήρε τα ψιχουλάκια του και φεύγει το νόημα των πραγμάτων. Σαν το τραγουδάκι το παιδικό που έλεγε ο γιος σου «στα νιάτα του» (!!):

«Ένα σπουργιτάκι τόσο δα
στο παραθυράκι πώς χοροπηδά!
Τσίου, τσίου, λέει, κρύο φοβερό
ούτ’ ένα σποράκι δεν μπορώ να βρω.
Έλα σπουργιτάκι τρα λα λα
έχω να σου δώσω ψίχουλα πολλά
είμ’ ένα παιδάκι με καρδιά καλή
έλα σπουργιτάκι σ’ αγαπώ πολύ.»

Σάββατο βράδυ, αργά. Πας να πάρεις τις Κυριακάτικες- «αλλάζουν συνεχώς πρωτοσέλιδο, θα αργήσουν να έρθουν». Στην ουσία δεν θες να επιστρέψεις στο σπίτι. Θα ήθελες να μπορούσες όλη νύχτα να περπατάς στις γειτονιές της μεγάλης μας πόλης. Να μαντεύεις τις σιωπές και να ερμηνεύεις τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών της. Παρακολουθείς το λίγο κόσμο γύρω σου: ένα ζευγάρι επιστρέφει προφανώς από επίσκεψη. Συζητούν χαμηλόφωνα. Μια παρέα πιτσιρικάδες καπνίζουν «φούντα» δίπλα στο σιντριβάνι. Στο ψητοπωλείο αντικριστά συζητούν ένας άντρας και μια γυναίκα. Εκείνη τον κοιτά δακρυσμένη. Τελικά επιστρέφεις. Τα παιδιά έχουν κοιμηθεί. Εκείνη έχει ξαπλώσει. Ξαπλώνεις στο πλάι της και ανοίγεις και εσύ το βιβλίο σου: «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο». Κάποια στιγμή το μυαλό σου πάλι φεύγει. Θυμήθηκες απόψε εξαιτίας του Ραφαηλίδη τον Αντώνη το ζωγράφο από τη Χαλκίδα: εξορίες, εικονικές εκτελέσεις, φυλακές… Αγαπούσε τα σπουργίτια, ήταν η παρέα του στη φυλακή. Και τα «σκυλάκια». Είχε φυτρώσει ένα στο παράθυρο της φυλακής και αγαλλίαζε η ψυχή του. Μια μέρα τον είδε ο δεσμοφύλακας να το ποτίζει, ζύγωσε ο άθλιος και το έκοψε.

****

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Ένας αντάρτης που κρύψαμε μέσα μας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπά-Νίκος, ο οποίος πριν γίνει παπάς ήταν σκέτος Νίκος. Όχι ακριβώς σκέτος δηλαδή, αλλά αυτό που λέμε «με ολίγη». Ολίγον ΠΑΣΟΚ, ολίγον αριστερός, ολίγον κοσμοπολίτης και εναλλακτικός. Αυτός ο Νίκος που μετά έγινε παπά-Νίκος με αφορμή ένα οικογενειακό πρόβλημα υγείας πρώτα έγινε οικογενειακός φίλος και έκανε καλά τη μέση της μάνας μου, γιατί ήταν φυσιοθεραπευτής (ο Νίκος, όχι η μάνα μου). Καθετί που ξεφεύγει από τα ήθη και έθιμα της οικογένειας στην τρυφερή προεφηβική και διόλου τρυφερή εφηβική ηλικία αποτελεί εν δυνάμει πρότυπο. Έτσι έγινε και με το Νίκο που μετά έγινε παπά-Νίκος και μένα, πόσο μάλλον που ο Μίσσιος, ο Ταχτσής, ο Μάρκες και η Λιλή Ζωγράφου μπήκαν στο σπίτι μας (ως βιβλία) εξαιτίας του. Ο Νίκος που μετά έγινε παπά-Νίκος ήταν παντρεμένος με μια κατάξανθη κεντροευρωπαία καλλονή που γνώρισε σε κάποιο ταξίδι του και δεν ήταν μια περίπτωση που έλεγες «αυτός πάει για παπά-Νίκος», καθώς διέθετε ένα σκαμπρόζικο πνεύμα, δεν είχε μεταφυσικές ανησυχίες αλλά είχε φυσικές, φυσικότατες εξού και ήταν αγαπημένος θαμώνας των ύποπτων, ούτως ή άλλως, μπαρ της πόλης μας.

Μια μέρα πήρε τηλέφωνο τον πατέρα και του ‘ριξε το νέο: η οικογένεια είχε μεγαλώσει, τα έξοδα δεν έβγαιναν, είχε κάνει και κάποιες συζητήσεις με τον μητροπολίτη και αποφάσισε να γίνει παπάς. Το αρχικό μας ξάφνιασμα, ακολούθησε η αποδοκιμασία, η αμηχανία και εν τέλει το χάπι το κατάπιαμε με λίγο νεράκι και πήγαμε στην χειροτονία του με ένα άγχος ακατάλυτο πώς θα ψάλλει που δεν είχε φωνή ούτε για λαϊκό τραγούδι ο δύστυχος. Όλα τελικά πήγαν κατ’ ευχή και με τη βοήθεια του θεού ο Νίκος που τώρα πια είχε γίνει παπά-Νίκος απέκτησε ενορία και ποίμνιο και εκεί που πρώτα κέρναγε ουίσκια τώρα κέρναγε τη θεία κοινωνία στο χριστεπώνυμο πλήθος.

Μια μέρα που ετοιμαζόμασταν η παρέα να τεμαχίσουμε με την παραδοσιακή μας αβρότητα τα γκιούλμπασι κουνέλια της μάνας μου, ο Νίκος που είχε γίνει παπά-Νίκος μας διέκοψε με όλη την επισημότητα και κάνοντας μια κίνηση να προφυλάξει τα άμφιά του (που πια δεν έβγαζε στο τραπέζι) από τα λάδια και τις σάλτσες ξεκίνησε να ευχαριστεί τον Κύριο που γέμισε το τραπέζι μας και τότε ο πατέρας μου χύμηξε να τον γδάρει όχι βέβαια γιατί αμέλησε να ευχαριστήσει τον ίδιο που έθρεψε τα κουνέλια που θα τρώγαμε ή τη μάνα μου που τα μαγείρεψε, αλλά γιατί το είχαμε συνήθειο να μην σταυροκοπιόμαστε πριν το φαΐ, παρά μόνο την ημέρα του Πάσχα. Του είπε λοιπόν πως άλλαξε και συμπεριφέρεται σαν παπάς και να κόψει αυτές τις μαλακίες γιατί σε εμάς δεν περνάνε και από τότε ο Νίκος που είχε γίνει παπάς δεν ξαναήρθε στο σπίτι μας και δεν μοιραστήκαμε ποτέ πάλι τα κουνέλια μας μαζί του, τα οποία εμείς συνεχίσαμε να τρώμε χωρίς να ευχαριστούμε γι’ αυτό τον Κύριο του Νίκου που έγινε παπάς.

Τα χρόνια πέρασαν, κατά το συνήθειό τους, και τον είδα μια μέρα τυχαία στο δρόμο. Η ενορία και τα πρόσφορα τον είχαν μετατρέψει σε κανονικό ταυραμπά, ανταλλάξαμε δυο-τρεις βιαστικές κουβέντες, μου είπε πως πια έκανε πράγματα που ανέκαθεν ήθελε να κάνει και χωρίσαμε με αμηχανία. Πρόσφατα έμαθα πως κυκλοφορεί με ένα υπερπολυτελές αυτοκίνητο, αλλά αυτό μπορεί να είναι απλά η κακεντρέχεια κάποιας κομμώτριας.

Θυμήθηκα αυτή την ιστορία ακούγοντας ξανά και ξανά τις δηλώσεις του κου Παπούλια που είναι και Πρόεδρος της «Δημοκρατίας» μας, όταν σε μία από τις εντυπωσιακές διαδηλώσεις-αντιπαρελάσεις που έγιναν σε όλη την Ελλάδα προχθές στην επέτειο του «ΟΧΙ», κάποιος τον χαρακτήρισε «προδότη» γιατί νομιμοποιεί τις αποφάσεις της κυβέρνησης που ο λαός πασίδηλα πλέον δεν θέλει.. Ο Πρόεδρος αρνήθηκε, ως έχει δικαίωμα, το χαρακτηρισμό και ανέφερε ότι αυτός ήταν αντάρτης στα 15 του χρόνια, δεν είναι δυνατόν να τον λέει κάποιος τώρα προδότη. Όλοι ξέρουμε πως τα στερνά τιμούν τα πρώτα, όμως σκέφτομαι πως τελικά τα ράσα κάνουν τον παπά, και πως θέλει μεγάλα κότσια να είσαι παπάς ή Πρόεδρος και να παραμένεις ο αντάρτης που ήσουν στα δεκαπέντε χρόνια σου. Πόσο μάλλον όταν ξέρεις πως εκχώρησες από το «εγώ» για να φορέσεις το ρόλο σου.
*******
το κουνέλι της εικόνας είναι από χαρακτικό του Durer βέβαια

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Τι εννοεί η Ιστορία όταν σου κλείνει το μάτι...

... ή επετειακό αφιέρωμα μέσα απ' τα τείχη. Θα μπορούσε να είναι υπόμνηση για την αντίσταση που ξεκίνησε με ένα ΟΧΙ, αν δεν ήταν εφιαλτική πραγματικότητα που σε περικυκλώνει.

Την προηγούμενη Τετάρτη άλλος ένας άστεγος βρέθηκε νεκρός από το ψύχος στο άλσος του Θησείου. Διάβασα στο blog του processwork.gr για έναν άστεγο στο Καλαμάκι που κοιμάται στο στρώμα που κάποιοι πέταξαν στα σκουπίδια. Όσο τα σκουπίδια παραμένουν αμάζευτα δίπλα του, αυτός θα κοιμάται εκεί.

Εντοπίσαμε πριν λίγες μέρες στη Βιβλιοθήκη μια ποιητική συλλογή του Σωτήρη Σκίπη με τίτλο "Μέσ' από τα τείχη". Είναι έκδοση του 1943, φέρει χαρακτικά (ξυλογραφίες) του Σπύρου Βασιλείου και κυκλοφόρησε χειρογραφημένο σε 105 αριθμημένα αντίτυπα. Τα ποιήματα περιγράφουν την καθημερινή ζωή της λεηλατημένης και κατεχόμενης Αθήνας. Διαλέγω δυο σελίδες και τις αφήνω εδώ:




Αν για κάποιο λόγο η ιστορία επαναλαμβάνεται, μήπως κάτι επιχειρεί να μας (ξανα)πεί;

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Πέντε κλωστές απ' το κουβάρι μου


Ο χώρος αυτός είναι ένα τρόπος έκφρασης, αλλά και ένας τόπος επικοινωνίας. Έχει ανάγκη την έκφραση των αναγνωστών του, όχι τόσο για να τονώνεται ο εγωισμός του συντάκτη του, όσο για να συμπληρώνεται από τις θέσεις και τις αντιθέσεις το θέμα του αρχικού κειμένου. Για πολύ λίγα πράγματα εδώ μέσα αυτολογοκρίνομαι- και σε αυτό δεν θα με έσωζε ούτε η ύπαρξη ενός ευρηματικού ψευδώνυμου. Το blog αυτό είναι μια καταγραφή του κόσμου, όχι η αυτάρεσκη και επομένως ψευδής προβολή μου.



Σήμερα νοιώθω πως ξημέρωσε μια πικρή μέρα για όλους. Με κυκλώνει μια θυμωμένη θλίψη, που μου θυμίζει στην ευρύτητά της την επόμενη της 8ης Δεκεμβρίου του 2008. Μια έντονη αίσθηση απώλειας, μπερδεμένες δεύτερες σκέψεις, μια βουβή περίσκεψη.


Θα ξεδιπλώσω το κουβάρι μου. Κάποιες κλωστές μπορεί να τις κόψω.


Το ΚΚΕ ισχυρίζεται πως με την περιφρούρηση υπερασπίστηκε τη συγκέντρωσή του και όχι τη Βουλή. Μα όταν παίζεις το παιχνίδι του κοινοβουλευτισμού πως είναι δυνατό να ισχυρίζεσαι πως δεν τον προστατεύεις;


Όσο δίκιο έχουν όσοι κατηγορούν το ΚΚΕ ότι θεώρησε ότι του ανήκει το Σύνταγμα, άλλο τόσο έχουν όσοι κατηγορούν τους Αναρχικούς και τους Αντιεξουσιαστές για το ίδιο πράγμα.


Ο θάνατος ενός διαδηλωτή που σχετίζεται με τα δακρυγόνα που έριξε πάλι η Αστυνομία είναι απώλεια και για όσους αγωνιζόμαστε και διαδηλώνουμε εναντίον της πολιτικής που μας οδήγησε εδώ.


Ο αντιεξουσιαστικός χώρος δεν πρέπει να κάνει την αυτοκριτική του και να αποκαλύψει τους προβοκάτορες (αν υπάρχουν);


Το άπειρο σε προβοκάτσιες τα τελευταία χρόνια ΚΚΕ θεώρησε χθες (στην πρώτη του κοινή συγκέντρωση με τον υπόλοιπο λαό) ότι με δυναμική αντεπίθεση στους κουκουλοφόρους προστατεύεις μια συγκέντρωση. Μάλλον είχαν άδικο...

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Υστερόγραφο μιας διαδήλωσης

Ο κόσμος ήταν πολύς- σαφώς περισσότερος από κάθε άλλη φορά: γιατροί, δάσκαλοι, δημόσιοι και δημοτικοί υπάλληλοι, ταξιτζήδες και οδηγοί, εργάτες, λογιστές, ερευνητές, πανεπιστημιακοί, σκουπιδιάρηδες, δικηγόροι, τεχνικοί και πολιτικοί μηχανικοί, φοιτητές, άνεργοι, καθηγητές, νοσηλευτές, ιδιωτικοι υπάλληλοι, μαθητές, δικαστικοί και απόστρατοι αξιωματικοί, έμποροι, οικοδόμοι, μουσικοί και ηθοποιοί…. Η πόλη θύμιζε οργισμένη Κυριακή. Λέει το Σύνταγμά  μας στο τελευταίο άρθρο του πως η αντίσταση είναι δικαίωμα και υποχρέωση. Αυτό το τελευταίο.... Σκέφτομαι όμως από την ώρα που είδα δίπλα στις εκατοντάδες χιλιάδες απεργούς και διαδηλωτές αυτόν τον άνθρωπο να ξεδιαλέγει στα σκουπίδια πρώτες ύλες για να επιβιώσει, πως απ’ το δικό μας φόβο πιο πολύ αξίζει η δική του αγωνία για ζωή. Πως οι αγώνες μας θα είναι πάντα λίγοι όσο δίπλα μας θα διαλέγει από τα σκουπίδια κάτι να αξίζει ένας απόκληρος. Και πως περισσότερο από τον καθένα αυτός θα έπρεπε να είναι σύντροφός μου…

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Μια ξύλινη βάρκα τις νύχτες

Ανοίγω ένα βιβλίο και διαβάζω μια φράση που προχωράει βαδίζοντας σε έναν δρόμο της πόλης κάποιο μακρινό απόγευμα όπως το φαντάστηκε ή το έζησε ο ποιητής. Σταματώ. Ένας τοίχος (πες τον «ανάμνηση») δεν με αφήνει να συνεχίσω:

Είμαι πιτσιρίκος (3-4 χρόνων) μαζί με άλλα παιδιά στην παραλία στο αρχαίο λιμάνι καθισμένοι σε μια κουρελού κρατάμε πετρούλες στα χέρια μας και γελάμε και περιμένουμε τους μεγάλους να ‘ρθουν με τη ξύλινη βάρκα του παππού που την έσπασε λίγα χρόνια μετά μια θύελλα και γελάμε λουσμένα στο φως και τραγουδάμε και βαθειά μέσα μου από τότε το ήξερα πως θα τη θυμάμαι πάντα αυτή τη στιγμή και χαμογελώ με νόημα στοχαστικό σε μένα που με κοιτώ 33 χρόνια μετά επιστρέφοντας τις νύχτες με τη ξύλινη βάρκα μου στα παιδικά μου χρόνια.

Αφήνω στην άκρη τις πέτρες που ξαφνικά βρήκα στα χέρια μου, κλείνω το φως, σκεπάζομαι με την πικεδένια κουβέρτα – έβγαλε κρύο, δεν βρίσκετε; Και κοιμάμαι βαθειά.

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Οι φάροι εκπέμπουν SOS


Οι βιβλιοθήκες είναι από τα βασικά και πλέον εύκολα θύματα των περιστολών των δαπανών για την παιδεία και τον πολιτισμό σε παγκόσμια κλίμακα. Εκατοντάδες κλείνουν τον τελευταίο χρόνο σε Ευρώπη και Αμερική. Είναι επομένως χρήσιμο να βρεθούν τρόποι και οι δράσεις τους να συνεχιστούν, και να προσαρμοστούν στα νέα κοινωνικά δεδομένα και να εξασφαλίσουν την απαραίτητη χρηματοδότησή τους πείθοντας για την αναγκαιότητα και το ρόλο τους. Τη μέγγενη σφίγγει και η έκρηξη της ψηφιακής τεχνολογίας και τα νέα μέσα επικοινωνίας, είναι επομένως διαρκής η αναζήτηση του νέου ρόλου των βιβλιοθηκών στο ψηφιακό περιβάλλον. Πρέπει να αντέξουν στη διπλή επίθεση του αύριο και του σήμερα, αν θέλουν να προστατέψουν το πολύτιμο αγαθό της ελεύθερης πρόσβασης στη γνώση και τον πολιτισμό που υπηρετούν.


Στις 6 και 7 Οκτωβρίου διεξήχθη στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών το 7ο Διεθνές Συνέδριο που οργάνωσε η Οργανωτική Επιτροπή Ενίσχυσης Βιβλιοθηκών με θέμα τον επαναπροσδιορισμό των υπηρεσιών των Βιβλιοθηκών σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Ενδιαφέρον το θέμα και βιωματικά επίκαιρο, αμήχανος και γενικόλογος ωστόσο ο προβληματισμός που κατατέθηκε.

Οι περισσότεροι Έλληνες ομιλητές στάθηκαν αμήχανοι απέναντι στις τρέχουσες εξελίξεις: ο Γιώργος Ζάχος (διευθυντής της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και πρόεδρος του Γενικού Συμβουλίου Βιβλιοθηκών του Υπουργείου Παιδείας) προσπάθησε να μιλήσει για τη θεσμική θωράκιση που ακόμα δεν έχει επιτευχθεί. Ο «σταρ» Γιάννης Τροχόπουλος (διευθυντής της βραβευμένης Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Βέροιας) είπε πως δεν τον (;) αφορούν όσοι διαμαρτύρονται γιατί οι διαμαρτυρίες δεν είναι δημιουργικές, ενώ διαφημίζοντας τη χορηγία του Ιδρύματος Νιάρχου, με το οποίο συνεργάζεται, είπε πως «η Νέα Εθνική Βιβλιοθήκη θα εγκαινιάσει τη νέα εποχή στα πολιτιστικά πράγματα της χώρας μας» (;). «Ικανοποιητικά» χαρακτήρισε τα (αμφιλεγόμενα πάντως) στοιχεία της έρευνας που διεξήχθη από την εταιρεία Future Library σχετικά με τις δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες η Εύα Σεμερτζάκη (αναπληρώτρια προϊσταμένη της Βιβλιοθήκης της Τράπεζας της Ελλάδος), τα οποία ωστόσο φαίνεται πως θα αξιοποιηθούν για τη οργάνωση δράσεων εκσυγχρονισμού τους. Ικανοποιητικό θεωρήθηκε το γεγονός ότι το 67% των εν λόγω βιβλιοθηκών έχει ολοκληρωμένα συστήματα βιβλιοθηκών, το 1/3 online καταλόγους, το 58% ιστότοπο ή τέλος ότι το 55% του προσωπικού τους είναι ειδικευμένο! Εντυπωσιακά στη σαφήνεια και ενάργειά τους ήταν τα δεδομένα των Μαρίας Κορκίδη και Δέσποινας Μέλλου διευθυντριών των δημοτικών βιβλιοθηκών Κερατσινίου και Χαϊδαρίου αντίστοιχα, οι οποίες αναφέρθηκαν στις δυσμενέστατες συνέπειες της εφαρμογής του «Καλλικράτη» στις υπηρεσίες των δημοτικών βιβλιοθηκών παρέχοντας και πολλά στατιστικά στοιχεία για την κατάσταση στην οποία αυτές βρίσκονται. Η παρουσίαση της Ελένης Μπενέκη από το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς ήταν μπαγιάτικη και άσχετη με το θέμα του συνεδρίου, αφού στην ουσία αναφέρθηκε στο πρόγραμμα της Τράπεζας για τη δημιουργία θεματικών μουσείων. Εντός θέματος και με δυναμική ήταν η ομιλία της Μαρδίτσας Ζεκεντέ-Καρέντζου (διευθύντριας της Αιαντείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Αταλάντης), η οποία αναφέρθηκε στη χρόνια προσπάθεια της Βιβλιοθήκης να αξιοποιήσει στην παραγωγή πολιτιστικού προϊόντος το ανθρώπινο δυναμικό και τους συλλόγους της περιοχής με εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Οι ξένοι συνάδελφοι χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες:
Η Αμερικανίδα Diane Kresh (διευθύντρια της δημόσιας βιβλιοθήκης Arlington, Virginia) με επικοινωνιακή ευχέρεια μας μίλησε με έμφαση για τις τεχνολογικές προκλήσεις της νέας εποχής και το marketing, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία των βιβλιοθηκών προκειμένου να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση. Ομολογώ πως βρέθηκα σε πειρασμό όταν μας είπε πως ο ετήσιος προϋπολογισμός της μειώθηκε στα 10 εκατ. δολάρια να ρωτήσω την Αντωνία Αράχωβα, που ήταν στο πάνελ, ποιος είναι ο προϋπολογισμός της Εθνικής Βιβλιοθήκης, της οποίας προΐσταται ως αναπληρώτρια διευθύντρια.

Στον αντίποδα του αμερικανικού καταναλωτικού προτύπου ήταν η ομιλίες των Ευρωπαίων, τους οποίους η Κρίση έχει στρέψει σε διάφορες τεχνικές χρηματοδότησης. Ο Γερμανός Klaus-Peter Bottger (διευθυντής της δημοτικής βιβλιοθήκης του Essen) χαρακτήρισε τις βιβλιοθήκες αναπόσπαστο τμήμα της λειτουργίας της κοινότητας και μας μίλησε για τα συνεργατικά σχήματα ιδιωτικού-δημοσίου τομέα σε κτιριακά πρότζεκτ των γερμανικών βιβλιοθηκών – η στελέχωση και το περιεχόμενο των οποίων δεν αντιμετωπίζουν ωστόσο ακόμη σοβαρό πρόβλημα. Ο Ιταλός και ελληνομαθής Aldo Pirola (διευθυντής του συστήματος δημοσίων βιβλιοθηκών στο Μιλάνο), αφού χαρτογράφησε με πληθώρα στοιχείων τις επιπτώσεις της κρίσης στις βιβλιοθήκες της Ευρώπης και της Αμερικής, αναφέρθηκε στα δίκτυα βιβλιοθηκών, αλλά και στην αξία της εξωστρέφειας: το λόμπιγκ, την ανάδειξη των δράσεων, τη βελτιστοποίηση τω υπηρεσιών, τον εξορθολογισμό των εξόδων και το συντονισμό των δράσεων. Δυσοίωνη αλλά πεισμωμένη ακούστηκε η Ολλανδή συνάδελφος Ankie Kesseler (διευθύντρια της βιβλιoθήκης του Dodrecht), η οποία αφού μας ανέφερε ότι επίκειται το κλείσιμο 400 από τις 1000 βιβλιοθήκες της Ολλανδίας (που «δυστυχώς έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια, φιλελευθεροποιείται, ξεχνάει τον πολιτισμό, δίνοντας έμφαση στα οικονομικά στοιχεία»), αναφέρθηκε και αυτή με έμφαση στο λόμπινγκ (ως «κίνημα» και ως στοχευμένη πίεση»), αλλά και στην ελκυστικότητα των χώρων που θα αυξήσει την «πελατεία μας» («ας μοιάσουμε με καταστήματα»). Με εντυπωσίασε η Kessler και θα κρατήσω το κλείσιμο της ομιλίας της: «Πρέπει η βιβλιοθήκη να γίνει φάρος για τους ανθρώπους που θα περάσουν τόσα δεινά λόγω της κρίσης».

Το συνέδριο («φτωχό» σε σχέση με άλλες χρονιές) έδειξε πως ναι μεν δεν είμαστε έτοιμοι ως παγκόσμια κοινότητα να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες της Κρίσης στα ιδρύματα και τους θεσμούς του πολιτισμού, διερευνούμε όμως και δοκιμάζουμε τεχνικές για να μειώσουμε τα προβλήματα. Στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίσσονται ραγδαία μετά το κλείσιμο των παιδικών και των σχολικών βιβλιοθηκών και τα προβλήματα λειτουργίας των ακαδημαϊκών.

Έκανα μία πρόταση στο κλείσιμο του συνεδρίου και νομίζω πως θα αρχίσει να δουλεύεται: τον ορισμό μιας «ημέρας δράσης των βιβλιοθηκών», μιας μέρας που βιβλιοθήκες και βιβλιοθηκονόμοι θα βγούμε με κάθε μέσο στην κοινωνία για να μιλήσουμε γι΄ αυτά που κάνουμε και γι΄ αυτό που υπερασπιζόμαστε: την ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση. Μια μέρα που θα βγούμε λόγω και έργω να υπερασπιστούμε την αξιοπρέπεια της δουλειάς μας μπροστά σε ό,τι κυνικά φαίνεται να την απειλεί. Μια ημέρα που θα οργανωθεί από όλους μας.

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

ποιητές και ηθοποιούς

Η πόλη μας γέμισε ποιητές
και ηθοποιούς
σε δρόμους
και πλατείες
μέσα σε ερείπια και δίπλα από κάδους απορριμμάτων
σπρώχνοντας ένα καρότσι
ή κουβαλώντας στους ώμους τις νύχτες μας
απαγγέλλουν κατά ριπάς
- κάποιος λέει «πεινάω»
κάποιος «λίγη βοήθεια παρακαλώ»

η πόλη μας γέμισε ευθύβολους μονολόγους
κάποιος απλώνει τα χέρια ζητώντας
και είναι σαν να τα δίνει στους περαστικούς.

Σε αυτή την πόλη σύντομα δεν θα υπάρχουν θεατές
Μονάχα ποιητές και ηθοποιοί

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

σαν φύλλα κιτρινισμένα στο χώμα

Ατόφιο φθινοπωρινό απόγευμα – νυχτώνει νωρίς και φυσάει μέσα μας κρύος άνεμος – στο γηπεδάκι μιας γειτονιάς της μεγάλης μας πόλης. Ημέρες της κρίσης – καθημερινά γκρεμίζονται βεβαιότητες, υπεροψίες, όνειρα και ψευδαισθήσεις.

«Λοιπόν πώς περάσαμε το καλοκαίρι;», ρωτάει στεγνά. Είναι η πρώτη προπόνηση της νέας χρονιάς. Γύρω του πρόσωπα παιδικά αμίλητα του επιστρέφουν το άδειο βλέμμα του. «Ξεκινάμε λοιπόν… τι είναι Ε.Π.Ο. νεαροί;». Σηκώνεται. Με αυτάρεσκο στόμφο και πομπώδες αντριλίκι βγάζει τη φόρμα του αφήνοντας τη στενή γραμμωμένη μπλούζα του να επιτεθεί με το μήνυμά της. Τρεις λέξεις που τις δονεί πάνω απ’ τα κεφάλια τους σαν μαστίγιο:

ΕΡΓΑΣΙΑ
ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ
ΟΡΓΑΝΩΣΗ

«Εργασία στο σχολείο, εργασία στο σπίτι, εργασία στις εξωσχολικές δραστηριότητες. Πάντα δουλεύουμε. Ποτέ δεν σταματάμε. Εργασία για να γίνουμε πρώτοι.

Πειθαρχία στους ανωτέρους σας: τους γονείς, τον προπονητή, τους δασκάλους. Απαγορεύεται το «δεν άκουσα», επιτρέπεται μόνο το «δεν κατάλαβα». Περνώντας ετούτη τη γραμμή κύριοι απαγορεύεται να μιλάτε μεταξύ σας.

Οργάνωση: μόνο με σχέδιο θα πάτε μπροστά. Οργανώστε το χρόνο σας και το παιχνίδι σας. Και μην ξεχνάτε: οι άλλοι είναι αντίπαλοί μας. Τους αντιπάλους μας τους νικάμε».

Τα πρόσωπά τους, παγωμένο μάρμαρο και η νύχτα πια μοιάζει πιο νύχτα στο βλέμμα τους. Η ανάσα τους ακινητοποιεί το μυαλό σου. Οι γονείς τους πιο πέρα - οι περισσότεροι, σκληραγωγημένοι μετανάστες – συζητούν αδιάφοροι. Και αυτό το αποτρόπαιο τίποτα σπέρνει φασισμό σε μια ομάδα επτάχρονων παιδιών σε ένα γηπεδάκι ποδοσφαίρου μιας γειτονιάς στη μεγάλη μας πόλη, τις μέρες αυτές ενός φθινοπώρου που σκορπάει βεβαιότητες, υπεροψίες, όνειρα και ψευδαισθήσεις (σαν φύλλα κιτρινισμένα στο χώμα)

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Ο κάδος και η δημοκρατία

Η πρώτη φορά ήταν το φθινόπωρο του 1999, με τους σεισμούς. Βγήκαν όλοι στο δρόμο, αντάλλαξαν τον πανικό τους, οι κουτσομπόλες ενημέρωσαν για το ποιοι πρέπει να βρίσκονται εγκλωβισμένοι στα ασανσέρ των πολυκατοικιών, πολλοί συστήθηκαν τότε για πρώτη φορά μετά από χρόνια γειτνίασης. Η γειτονιά συγκολλήθηκε και για λίγες εβδομάδες λειτούργησε και ένα μικρό δίκτυο αλληλεγγύης.

Τα χρόνια πέρασαν και η γειτονιά επέστρεψε ταχέως στον παλιοχαρακτήρα της. Ώσπου μια μέρα έφτασε ένα συνεργείο του δήμου για να επανακαθορίσει τη θέση των κάδων για τα σκουπίδια μας. Βγήκαμε μάλλον τελευταίοι στο δρόμο απορημένοι με τη φασαρία και τον κόσμο που είχε μαζευτεί έξω απ’ το σπίτι μας. Πού θα μπει ο κάδος; Οι απέναντι τσακώνονταν ποιος έχει την πιο μεγάλη πολυκατοικία να πάει ο κάδος να κάτσει μπροστά της, στη γωνία ο ιδιοκτήτης της βιοτεχνίας ρούχων έβριζε τους εργάτες που τρυπούσαν το οδόστρωμα για να βάλουν τον κάδο (λίγες μέρες και λίγα «αρμόδια» τηλέφωνα μετά… ο κάδος πήγε απέναντι, στο νηπιαγωγείο, «γιατί του χαλούσε την πρόσοψη του μαγαζιού»). Και μπροστά στη μονοκατοικία μας ή από ‘δω πλευρά του δρόμου ομογνωμούσε: «να μπει εδώ ο κάδος. Δεν θα υποφέρουμε εμείς τη μυρωδιά και τη βρωμιά όλων σας… έχουμε και παιδιά και γέρους… θα τους πεθάνουμε δηλαδή;» Προσπαθήσαμε να ψελλίσουμε πως το σπίτι είναι ισόγειο, δεν έχει πυλωτή, δεν θα έχει απόσταση το παράθυρο από τον κάδο, πως δεν είναι δίκαιο αυτός που βάζει τα λιγότερα στον κάδο να επωμιστεί αποκλειστικά τη βρωμιά του. Η απάντηση όμως μιας εξαγριωμένης με τις αντιρρήσεις μας γυναίκας από τη διπλανή πολυκατοικία ήταν αφοπλιστική:

- Και θεωρείτε δίκαιο τόσα σπίτια να μυρίζουμε τα σκουπίδια που παράγουμε όλοι; Καλύτερα ένα σπίτι που είστε λίγοι, παρά όλοι εμείς.

(Τελικά ο κάδος μπήκε μπροστά από την πολυκατοικία της και ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι της…)

*****
θυμήθηκα την ιστορία διαβάζοντας αυτό το "απολαυστικό" κείμενο της Riski

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Ασφυξία

Η ανάσα είναι μια ακόμη προσπάθεια ν’ αποφύγεις το αναπόφευκτο ή έστω να παρατείνεις το πρόσκαιρο. Αυτές τις μέρες οι ανάσες όλων μας είναι κοφτές, με δυσκολία γίνεται το διαμετακομιστικό εμπόριο της ελπίδας. Τα αποθέματα των ψευδαισθήσεων εξαντλούνται και αρχίζει η μαύρη αγορά του κυνισμού να καλπάζει.

Είναι νομίζω εμφανές σε όλους πλέον ότι ξεπουλάμε τη δημόσια περιουσία μας, το μέλλον του δημόσιου πλούτου μας, κάθε προσοδοφόρα πηγή στους δανειστές. Η εκατόμβη των απολύσεων, της ανεργίας, της κλοπής των μισθών και των συντάξεων θα μειώσουν την πρόσκαιρη χασούρα τους από τη βέβαιη πτώχευση του κράτους μας. Θα τους έχουμε ξεπουλήσει κάθε πηγή πλούτου με όρους αποικιοκρατικούς και το κέρδος τους θα είναι συνεχές και μετά τη διάλυση της ευρωζώνης και της πτώχευσης και άλλων χωρών. Ξέρουμε όλοι νομίζω πως ζούμε μια παράταση μέχρι να βάλουν στο χέρι και τα τελευταία… «ασημικά» που δουλικά τους εκχωρεί η κυβέρνησή μας.

Ενώ αυτά διατυπώνονται ευθαρσώς – και δεν μπορούμε να υποκρινόμαστε πλέον ότι δεν τα ξέρουμε – παρακολουθούμε απαθείς ή φοβισμένοι την πλήρη διάλυση του κοινωνικού ιστού. Δηλωμένος στόχος της διάλυσης - το ξέρουμε - δεν είναι η δημιουργία ενός νέου, καλύτερου. Στόχος κάθε φορά είναι ο «άλλος», πάντα θα βρούμε ένα λόγο να χαρούμε για τη θυσία του. Θυσίες που δεν θα… δώσουν αέρα στα πανιά του στόλου μας, θα εξευμενίσουν όμως τις αγορές.

Έχουμε ανάγκη να πάμε μπροστά τις ζωές μας. Όποτε δυσκολεύονταν να ανασάνουν οι κοινωνίες, εξεγείρονταν για να αποφύγουν την ασφυξία. Ή εκχωρούσαν την ελευθερία τους σε σωτήρες, με συνέπειες εν τέλει πάντα τραγικές. Είμαστε λοιπόν σε αναζήτηση ελπίδας και πίστης. Ελπίδας για διέξοδο στο αδιέξοδο και πίστης στο φορέα ή την ιδεολογία που θα μας στρατεύσει σε αυτήν την πορεία. Μπορεί η Αριστερά ενωμένη να εγγυηθεί και να εργαστεί για κάτι τέτοιο; Μήπως τώρα είναι η ευκαιρία δεκαετιών να (από)δείξει τι μπορεί να κάνει, να αναδείξει όχι το εύκολο ηθικό, αλλά το δύσκολο πολιτικό της πλεονέκτημα;

Η κατάρρευση της οικονομίας, η ανατροπή της δημοκρατικής επίφασης, η κοινωνική διάλυση πρέπει να μας φέρουν κοντά ως λαό και πολιτικά όντα σε κοινό συνειδητό αγώνα και όχι να μας καταστήσουν μοιραία θύματα που θα αλληλοσπαράζονται χορεύοντας στα τύμπανα των Αγορών.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Μήτσος και ο Άγιος Βασίλης

- Κωνσταντίνε να σε ρωτήσω κάτι;
- Πες…

(Ο γιος μας και ο κολλητός του ο Δημήτρης χαρούμενοι και κουρασμένοι φλυαρούν απλωμένοι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου χθες το απόγευμα. Επιστρέφουν στα σπίτια τους από την πρώτη φετινή προπόνηση στο ποδόσφαιρο. Η κυρά μου στο τιμόνι μπροστά απολαμβάνει το διάλογό τους)

- Πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη;
- …
- Πιστεύεις ότι υπάρχει ή ότι είναι πνεύμα;
- Τι είναι «πνεύμα»;
- Να, κοίτα να δεις: πέρυσι τα Χριστούγεννα έβαλα το γράμμα για τον Άγιο Βασίλη κάτω από το δέντρο και πήγα στην κουζίνα που τρώγαμε όλοι μαζί και όταν πήγα να το δω μετά το φαΐ, δεν υπήρχε! Αυτό είναι θαύμα βέβαια. Αν ο Άγιος Βασίλης ήταν αληθινός θα τον έβλεπα, άρα τώρα που δεν τον είδα είναι πνεύμα.
- (βαριεστημένα) Μήτσο, ο Άγιος Βασίλης δεν είναι ένας.
- (έκπληκτος) Τι εννοείς;
- Ο Άγιος Βασίλης είναι πολλοί. Είναι απλά άνθρωποι που είναι παππούδες και επειδή αγαπούν τα παιδιά, τους κάνουν δώρα. Αν δεν έχουν γένια, βάζουν ψεύτικα. Εγώ έχω δει πολλούς Αγιοβασίληδες

(η άποψη του γιου μας αναστατώνει το φίλο του, που στρέφεται στην κυρά μου για μια καλύτερη απάντηση)

- Κέλλυ, εσύ πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη;
- Άσε Μήτσο… η μάνα μου δεν πιστεύει ούτε στο θεό.
- Τι… ;
- Κοίτα να δεις Μήτσο… σε αυτή τη γη δεν γίνονται θαύματα πια.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Μια ιστορία που ξέβρασε το κύμα


Σ’ ετούτη εδώ την παραλία πριν πολλά χρόνια κάθονταν δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, και κοιτούσαν το φεγγάρι που άνθιζε στην άκρη του ορίζοντα. Κάποια στιγμή το αγόρι γύρισε στο πλάι και φίλησε ντροπαλά στο μάγουλο το κορίτσι.

Τα χρόνια πέρασαν, το κορίτσι έγινε γυναίκα και το αγόρι αποφάσισε να ξενιτευτεί. Κάθισαν εκεί σ’ αυτά τα βράχια που βλέπεις, δακρυσμένη εκείνη και εκείνος σιωπηλός. Το φεγγάρι δρεπάνιζε τα όνειρα στην άκρη του ορίζοντα και εκείνος τη φίλησε στο στόμα.

Τα χρόνια πέρασαν, εκείνη γέρασε και εκείνος δεν γύρισε ποτέ στο χωριό – ούτε κανείς έμαθε νέα του ποτέ. Ένα βράδυ σαν κι αυτό, που το φεγγάρι έμοιαζε να στέκει στην άκρη του ορίζοντα όπως ένα νόμισμα πριν πέσει στη σχισμή του μεγάλου κουμπαρά, μια γριά γυναίκα φάνηκε να στέκει στην άκρη του γιαλού. Δίπλα της στεκόταν εκείνος, έσκυψε και τη φίλησε στα μάτια κι ύστερα φύγανε κατά το δρόμο του φεγγαριού πιασμένοι χέρι-χέρι.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Τσου Κάτω


Καθόμαστε, επιτέλους καθόμαστε. Είναι μια μικρή απόβαση αυτή να κάτσουμε στο τραπέζι το μεσημεριανό στην ταβέρνα. Ο εξοπλισμός που κουβαλάω ο αχθοφόρος είναι βαρύς και πρέπει σταδιακά και νοικοκυρεμένα να τον αραδιάσω: πετσέτες της θάλασσας, το καρεκλάκι της μικρής, ψάθες, κουβαδάκια, την εφημερίδα στη μασχάλη, τη μικρή στον ώμο, τα βατραχοπέδιλα του μεγάλου (διαβάζει τα μίκυ-μάους που λέγαμε και «δεν μπορεί»), ένα καρεκλάκι για την παραλία, μαγιώ, αντιηλιακά, καπέλα, σωσίβιο- ό,τι με δυο κουβέντες ορίζει ένα οικογενειακό μπουλούκι που μεταναστεύει στις διακοπές του.

Καθόμαστε. Και παραγγέλλουμε «κανένα λαδερό, γιατί πήξαμε στα στεγνά» και ετοιμαζόμαστε σαν πεινασμένη αγέλη λιονταριών να πέσουμε με ορμή στη λεία μας. Και τότε εμφανίζεται περήφανη, αγέρωχη, με αεροδυναμικό σχήμα και εντυπωσιακό όγκο: μια ψαρούκλα πάνω σε ένα δίσκο. Σταματάμε, το βλέμμα μας παρελαύνει στο κατόπι της, την ακολουθεί δουλικά μέχρι που προσγειώνεται σε ένα τραπέζι όπου κάθεται μια μικρή παρέα. «Μπαμπά γιατί δεν πήραμε και εμείς ένα τέτοιο ψάρι;». Η ερώτηση σε επαναφέρει στην τάξη (την κοινωνική…) και ανακτάς τον αυστηρό συντονιστικό ρόλο του γονέα: «φάε το φαΐ σου, θα κρυώσει».

Μα αυτός που τρώει το ψάρι δεν είναι ο .....; Και κυκλοφορεί έτσι ελεύθερος και παραγγέλλει ψάρι υπερωκεάνιον; Μα το μαχαίρι (της δικαιοσύνης) δεν έφτασε στο δικό του κόκαλο, οι μίζες για το κόμμα δεν αποδείχτηκαν; Καθώς περνάει η ώρα σκέφτεσαι πως θα μπορούσες να σηκωθείς και επιδεικτικά να του πάρεις το ψάρι και να το μοιράσεις στους γύρω λέγοντας «ελάτε, τώρα μπορούμε να πούμε πως μαζί του τα φάγαμε», θα μπορούσες να του μιλήσεις, να τον βρίσεις πιθανώς που συνέβαλε τα μέγιστα και από θέση ισχύος στην κατρακύλα που μας στέλνει στον πάτο του βαρελιού. Όμως γεννήθηκες ευγενικός (ίσως και λίγο ακοινώνητος ή δειλός), τελοσπάντων δεν είσαι ετοιμοπόλεμος τραμπούκος κάθε στιγμή. Οπότε και το ψάρι μονάχος του το έφαγε με την παρέα του και μετά πήγε στα ενδότερα να πληρώσει (αν πλήρωσε).

Έχοντας αποδεχτεί τη φύση μου βράζω στο ζουμί μου. Τον κοιτάω έντονα σαν να μπορώ έτσι να του δείξω την αποδοκιμασία μου. Σηκώνεται να φύγει. Χαιρετάει χαμογελαστός το διπλανό τραπέζι και χαριεντίζεται με τους παραδίπλα και αυτοί μαζί του. Γίνομαι έξαλλος- γι’ αυτό δεν μίλησαν όλοι αυτοί γύρω μου; Συνένοχοι λοιπόν στη μίζα; Ομοτράπεζοι;

Μήπως θεωρούν και μένα τώρα που δεν αντέδρασα, πελάτη στο ίδιο μαγαζί της διαπλοκής; Ίσως …