Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Οι δρόμοι της πόλης όταν τους διασχίζω πεζός

Οι δρόμοι της πόλης όταν τους διασχίζω πεζός μου φαίνονται σαν σκηνικά μιας μεγάλης παράστασης. Βραδινής. Οι ηθοποιοί δεν συναντιούνται, δεν αλλάζουν κουβέντα. Καμιά φορά μονάχα επιστρέφουν κάποιο βλέμμα πλήρες ελλειμμάτων. Ο καθένας υποκρίνεται τη ζωή του απορροφημένος από τη σημασία της. Σ’ αυτή τη σκηνή που βαδίζω πεζός σπρώχνοντας ένα καρότσι με ένα μωρό, είμαι πρωταγωνιστής εγώ βέβαια. Και αφηγητής ταυτόχρονα του έργου του μυαλού μου. Καμιά φορά σταματώ στη μέση ενός δρόμου μιας λαϊκής συνοικίας και τραγουδώ ή χορεύω, αλλά μονάχα στη φαντασία μου. Να πω επίσης – για τη ακρίβεια της περιγραφής, πως το έργο δεν έχει θεατές. Δεν πρόλαβαν, δεν ήξεραν, δεν ξέρω γιατί και πάλι το θέατρο είναι άδειο – αν υπάρχει θέατρο… και δεν είναι όλα μια σκηνή.

Μπορώ να σας πω για κάποιες ιστορίες που εκτυλίχθηκαν στη σημερινή παράσταση. Καταρχάς μια γυναίκα καταφανώς κουρασμένη και ταλαιπωρημένη κρατώντας ένα δελτίο λοταρίας στάθηκε αρκετά λεπτά ακίνητη έξω από ένα πρατήριο του ΟΠΑΠ κοιτώντας μια οθόνη που κάτι μάλλον θα ανακοίνωνε. Το βλέμμα της μολαταύτα ήταν άδειο από ελπίδα ή προσμονή. Ένας ιδρωμένος πιτσιρίκος γυρνούσε με τη μαμά του από το πάρκο με μια μπάλα του μπάσκετ στα χέρια του. Ένα λογιστικό γραφείο έκλεινε, εκείνος αρχειοθετούσε κάποια χαρτιά σε φακέλους. Εκείνη πότισε ένα λουλούδι. Μια μυρωδιά μαγειρεμένου φαγητού πλανήθηκε στο χώρο «κι απάνω μου σταμάτησε σαν κάτι να ζητούσε». Με αναμφισβήτητη βεβαιότητα θα έλεγα πως επρόκειτο για κρέας κοκκινιστό στην κατσαρόλα- συνοδεία τηγανιτής πατάτας, που κάποια γυναίκα προφανώς πικραμένη μαγείρευε. Κάποιος φώναζε, τσακωνόταν, ίσως να φορούσε φανέλα με τιράντες, κανείς δεν ξέρει, γιατί απλά τον ακούγαμε από τον ακάλυπτο μιας πολυκατοικίας και δεν εμφανίστηκε μπροστά μας. Δυο νέοι άντρες γελώντας πέρασαν δίπλα μου. Ο γιος μου έκανε αριθμητική με τη γυναίκα μου στην κουζίνα, όταν επέστρεψα.


Εγώ; Τι εννοείτε; Α, κατάλαβα: ποιος ήταν ο ρόλος μου σήμερα. Μα θα σας πω. Εγώ λοιπόν στάθηκα στη γωνία αυτού του δρόμου, όποιου δρόμου έχει ένα ρημάδι μισογκρεμισμένο στην κατοχή του τελοσπάντων, και διάβασα με δυνατή και καθαρή φωνή αυτό το ποίημα:


«Όταν κάποτε το έβγαλα έξω, δίπλα στον σκουπιδοτενεκέ
Φαινόταν τόσο μαραμένο και βρωμερό,
Τόσο γελοίο κι εύπιστο, σαν ένα άρρωστο κανίς,
Ή ένας ξεπεσμένος αστέρας στα τέλη του Σεπτέμβρη,
Το ‘φερα πάλι μέσα
Για μια νέα ρουτίνα –
Βιταμίνες, νερό και όποια άλλη
Συντήρηση έμοιαζε λογική
Εκείνη την εποχή: είχε ζήσει
Τόσον καιρό με τζιν, τσιμπιδάκια, μισοκαπνισμένα πούρα,
Ξινισμένη μπύρα,
Τα ζαρωμένα του πέταλα έπεφταν
Στο ξεθωριασμένο χαλί, το άνοστο
Λίπος της μπριζόλας κολλούσε στα χνουδωτά του φύλλα.
(Ξεραμένο, έτριζε σαν τουλίπα).
Νίλες που τράβηξε! –
Τις χαζές κυρίες που τσιρίζουν μες στη νύχτα
Ή εμάς τους δυο, μόνους, άθλιους,
Εμένα να ξεφυσώ το μεθοκόπι μου πάνω του,
Να σκύβει εκείνο από τη γλάστρα του έξω στο παράθυρο.
Κατά το τέλος, έμοιαζε να με ακούει σχεδόν –
Μα αυτό ήταν τρομακτικό –
Τόσο που όταν εκείνη η καθαρίστρια με τη φωνακλάδικη
Βλακεία της, το πέταξε μαζί με τη γλάστρα, στα σκουπίδια,
Δεν είπα κουβέντα.
Απέλυσα όμως τη ξιπασμένη στρίγγλα την επόμενη εβδομάδα
Κι έτσι μονάχος απόμεινα.


*****

το ποίημα τιτλοφορείται «το γεράνι», είναι του Theodore Roethke και είναι μεταφρασμένο από το Γιάννη Λειβαδά στην έκδοση «Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα», εκδ. Ηριδανός


ΥΓ: Πέρυσι τη ίδια ημερομηνία πάλι για το δρόμο μιλούσα...

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Οι άνθρωποι ανθίζουν ποτέ;

Ένας φίλος δικτυακός επιμένει αυτές τις μέρες να φέρνει στα μάτια μου την άνοιξη με τις φωτογραφίες του, τις πρώτες σιωπηλές εκρήξεις της στα βουνά γύρω από τις πόλεις. Σκεφτόμουν: τάχα οι άνθρωποι θα ανθίσουν φέτος;

Σε ένα καφέ με μικρογεύματα στο κέντρο της πόλης δουλεύει μια γυναίκα που υποδέχεται την παραγγελία μου για καφέ κάθε εργάσιμο πρωί. Θαυμάζω τους ανθρώπους που διατηρούν την ευγένεια και το χαμόγελο στις σκληρές συνθήκες της δουλειάς τους, και η γυναίκα αυτή είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. Τους τελευταίους μήνες στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν μια οικεία γλύκα και ηρεμία – τόσο ξένη με τη βιασύνη, τα παραγγέλματα, την ταμιακή μηχανή που χτυπάει ρυθμικά λογαριασμούς. Η εξήγηση έκανε την εμφάνισή της, όταν πια δεν μπορούσε παρά να φαίνεται η κυοφορούσα κοιλιά της. Οι εβδομάδες περνούσαν και οι κινήσεις γίνονταν όλο και πιο δύσκολες - με έξτρα προστασία - αλλά εξίσου αποτελεσματικές στο έργο που είχαν να φέρουν σε πέρας.

Κάποια μέρα (πριν από ένα μήνα περίπου) δεν την ξαναείδαμε. Είχε πάει να γεννήσει. Προχθές επέστρεψε. Με το ίδιο χαμόγελο, χωρίς την κοιλιά. Δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα γιατί γύρισε, αν το μωρό είναι καλά, αν θηλάζει… Σε όλα μου απαντούσε με αμήχανη ευγένεια, πώς «έπρεπε» να γυρίσει, πως το «μωρό είναι μια χαρά. Τα δικά σου;», πως βάζει θήλαστρο για να ταΐζεται από τη γιαγιά το μωρό μέχρι τις 17.00 το απόγευμα που γυρνάει στο σπίτι. Έφυγα από το cafe σοκαρισμένος, ενώ η ταμειακή μηχανή συνέχιζε να χτυπάει ρυθμικά λογαριασμούς.

Αφηγήθηκα την ιστορία αυτή σε φίλους. Τους είπα πως δεν μπορώ να δεχτώ μια τέτοια τρομοκρατία, πως είναι απάνθρωπο, σκληρό, άδικο σήμερα να θεωρείται διεκπεραίωση η γέννηση ενός παιδιού. Πως παραβιάζονται δικαιώματα. Κάποιοι κούνησαν σιωπηλά το κεφάλι, κάποιοι είπαν κάτι για το «πού έχουμε φτάσει», κάποιες πως και εκείνες όταν ήταν συμβασιούχοι τους είχαν φέρει πίσω στη δουλειά άρον-άρον, κάποια φίλη με έψεξε με κυνισμό:

-Τι σου κάνει εντύπωση; Πρώτη φορά το ακούς;

Σκέφτηκα πως ο κυνισμός είναι η μάσκα των εκχωρήσεων του παρελθόντος μας με αντάλλαγμα μια αοριστία διαρκείας, των μαχών που χάθηκαν πριν γίνουν, των υποχωρήσεων, της δειλίας, αυτού του στυγνού ατομισμού του τόσο γνώριμου γύρω μου. Δεν στάθηκα εκεί. Το café κάθε μέρα είναι γεμάτο κόσμο που παραγγέλλει καφέδες και τυρόπιτες και φεύγει βιαστικός. Έχει τη σταθερή πελατεία που του επιτρέπει τις μικρές κουβέντες της καθημερινότητας ανάμεσα σε πελάτες και εργαζόμενους. Όση ώρα βομβάρδιζα με τις ερωτήσεις μου την αμήχανη γυναίκα και μέχρι που έφυγα, κανείς άλλος (γυναίκα ή άντρας) δεν ρώτησε, δεν θέλησε να δείξει πως κατάλαβε. Μα τόσο πολύ συνηθίσαμε να μην αντιλαμβανόμαστε; Υποκρινόμαστε βέβαια, αλλά με τι κόστος;

Ακούω έξω τα εμβατήρια μιας επετείου. Μαθαίνω πως έγιναν επεισόδια στο Σύνταγμα. Χθες είπα στο εξάχρονο γιο μου πως θα αποφασίσουμε για κάτι με ψηφοφορία, «δημοκρατία έχουμε». Μου απάντησε: «δεν έχουμε δημοκρατία. Κυβέρνηση έχουμε».
Τελικά δεν ξέρω: οι άνθρωποι ανθίζουν ποτέ;

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Όλα, όλα, όλα...

Πρέπει να ήταν απ΄ τις λίγες φορές που αυτό το επάγγελμα κάποιος το ήξερε και το εκτιμούσε. Και η αμηχανία ήταν ακόμη πιο μεγάλη όταν φεύγοντας από το περίπτερο των εκδόσεων Σοκόλη στην έκθεση βιβλίου (ακόμη στο Πεδίον του Άρεως) στα τρόπαιά μας υπήρχε και ένα άρτι εκδοθέν βιβλίο-δώρο από την εκδότρια. Το βιβλίο ήταν μιας Πολωνής ποιήτριας, της Βισουάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska), η οποία το 1996 βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Θεωρώ εξαιρετικά τα ποιήματά της και την έκδοσή τους. Έψαχνα καιρό να βρω ένα τέχνασμα ν’ αφήσω να περάσει εδώ αυτό το ποίημά της. Καθώς η μέρα που «γιορτάζει» η ποίηση φεύγει, σκέφτηκα πως μπορώ με αυτό να την αποχαιρετίσω:

Το εγκώμιο της αδελφής μου

Η αδελφή μου δεν γράφει ποιήματα
και είναι απίθανο ν’ αρχίσει ξαφνικά
να γράφει ποιήματα.
Μοιάζει της μάνας μου που δεν έγραφε
ποτέ ποιήματα και του πατέρα μου
που ούτε κι εκείνος έγραφε.
Κάτω απ’ τη στέγη της αδελφής μου νιώθω
ασφάλεια:
τίποτα δεν θα παρακινήσει τον άνδρα της
να γράψει ποιήματα
και παρόλο που ακούγεται σαν ποίημα
του Άνταμ Μακεντόνσκι*
κανένας απ’ τους συγγενείς μου δεν καταπιάνεται
να γράφει ποιήματα.

Στο συρτάρι της αδελφής μου δεν υπάρχουν
παλιά ποιήματα
ούτε κάποια καινούρια στην τσάντα της.
Κι όταν με καλεί σε δείπνο
ξέρω ότι δεν σχεδιάζει να μου διαβάσει
ποιήματα.
Μαγειρεύει υπέροχες σούπες
χωρίς να το πολυσκέφτεται
κι ο καφές της δεν χύνεται πάνω
στα χειρόγραφα.

Σε πολλές οικογένειες κανένας δεν γράφει
ποιήματα,
όταν όμως γράφουν σπάνια είναι
ένα άτομο.
Σε κάποιες περιπτώσεις η ποίηση ρέει
σε καταρράκτες γενεών
που προκαλούν τρομερές δίνες
στις οικογενειακές σχέσεις.

Η αδελφή μου καλλιεργεί μια κόσμια,
καθομιλουμένη πρόζα,
κι ολόκληρη η λογοτεχνική της παραγωγή
βρίσκεται στις κάρτες των διακοπών
που υπόσχονται το ίδιο πράγμα κάθε χρόνο:
πως όταν επιστρέψει
θα μας τα διηγηθεί όλα,
όλα,
όλα.

* "Πολωνός ποιητής που κέρδισε τη μικρή του φήμη γράφοντας μεγάλα ποιήματα με την τεχνική της αδιάκοπης επανάληψης του ίδιου απλού στίχου"
*************
Μια ποιητική διαδρομή/ Βισουάβα Σιμπόρσκα. μετ., σχόλια, επίμ. Βασίλης Καραβίτης. Αθήνα: Σοκόλης, 2003

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Ορχομενός ο ερχόμενος

Τον Κακούργο τον γνώρισα πριν από 10-11 χρόνια σε μια ολιγοήμερη περιπετειώδη παραμονή μου στον Ορχομενό Βοιωτίας. Προφανώς ήταν ένα από τα αξιοθέατα της περιοχής, το οποίο λόγω ασυνήθιστης, έντονης και παρατεταμένης μέθης (δικής μου) δεν μπορώ να φέρω ακέραιο στη μνήμη μου. Ένας γερός καυγάς με το κορίτσι μου και ο κολλητός που με έσερνε στα μπαρ…. με είχαν κάνει ευάλωτο στη λήθη και ενδοτικό στις καταχρήσεις. Και λέω «προφανώς» γιατί κάπως θα πρέπει να εξηγήσω τον ενθουσιασμό του φίλου μου του Νίκου που θα τον ακούγαμε.

Τα χρόνια πέρασαν και ένα πρωί σε μια στοίβα βιβλία στη βιβλιοθήκη που δουλεύω βρήκα κάποια αντίτυπα μιας ποιητικής συλλογής του Γιώργου Χ. Θεοχάρη με τίτλο «Ενθύμιον» (εκδ. Καστανιώτη, 2004). Την ξεφύλλισα, είδα ότι με ενδιαφέρει και την αιχμαλώτισα προς ιδίαν χρήσιν… Διαβάζοντας τα ποιήματά του (εμποτισμένα στην απώλεια και τον αποχωρισμό) εντόπισα το «συναξάρι Νικολάου Κακούργου του εκ Διστόμου»:

«Στην άκρη του μαρτυρικού Διστόμου, πλάι στο κοιμητήριο ζει ο Ρεμπέτης Νικόλαος Παππάς, ο επονομαζόμενος Κακούργος. Η επωνυμία αυτή συνίσταται στο τρομερόν της όψεώς του, η οποία φέρνει το μελανόμορφο χρωματισμό του παρακείμενου όρους Ξεροβούνα – εις το οποίον έδρασε ο λήσταρχος Νταβέλης – προδίδοντας την αγαθή ψυχή του, τόσο έντονα, ώστε να έρχεται στον νου μου εκείνο που έλεγε ο παππούλης μου: μην τη ζητάς την εμορφιά μόνο σ’ αυτό που βλέπεις, να τη γυρεύεις πιο βαθιά, σ’ εκείνο που δεν βλέπεις.
Η ύπαρξη του εν λόγω Νίκου οφείλεται στο ότι η μητέρα του διέλαθε της κτηνωδίας των Γερμανών κατά τη φοβερήν ημέρα της σφαγής στις 10 Ιουνίου 1944, ή, κατά μία εκδοχή, επειδή η νύχτα πρόφτασε τους φονιάδες πριν μακελέψουν τη δυτική πλευρά του χωριού, όπου και το πατρικό του – τώρα ταβέρνα.
Κάποιο απόγευμα Μαΐου, όταν ο καρδιολόγος τον καθησύχασε πως η καρδιά του είναι μια χαρά και πως αδίκως ανησύχησε, ο Νίκος είπε: «εντάξει, γιατρέ μου – επιστρέφω λοιπόν στην εντατική του ούζου», και γύρισε στο Δίστομο μετρώντας καραφάκια. Το βράδυ άναψε τη φωτιά στην ψησταριά, ετοίμασε τις χωριάτικες σαλάτες, έριξε στη μεγάλη σχάρα τις μπριζόλες και τα παϊδάκια και αφού διεκπεραίωσε το σερβίρισμα, ανέβηκε στο πάλκο μετατρέποντας το μαγαζί σε κήπο. Τραγούδησε ένα δυο αρχοντορεμπέτικα, έτσι για την εισαγωγή, κι αμέσως γνωστοποίησε πως: «από δω και πέρα δεν έχει απόπλου, είναι κλεισμένες πλέον οι αποβάθρες», πιάνοντας το μπουζούκι όπως γυναίκα που ποθείς και σέβεσαι. Η καύτρα του τσιγάρου λαμπύρισε ανάμεσα στον μέσο και τον παράμεσο του δεξιού χεριού, διαγράφοντας τη ρυθμική τροχιά του τραγουδιού
Μάζεψε συ τα γιασεμιά, Γιωργίτσα μου,
Κι εγώ τα βελονιάζω…
Εικονοποιώντας την εσωτερική του φλόγα – κι όταν επάνω στα ταξίμια οι χορδές δεν άντεξαν, γύρισε τη φωνή του σε άκρο μπάσο και ιερουργώντας εκελάηδησε
Πίνω και μεθώ, οχ! Αμάν
Μέρα νύχτα τραγουδώ
Και το ντέρτι μου, οχ! Αμάν
Στο μπουζούκι μου ξεχνώ
Κι ήταν σαν να σιχτίριζε όλους εμάς που τον ακούγαμε ή και σαν να μας έλεγε: «γλεντάτε που να πάρει ο διάολος- έτσι κι αλλιώς δεν σταματάει μέσα μας ν’ ανοίγει τα λαγούμια του ο καρκίνος».


Σε μια συνέντευξή του σήμερα ο Νίκος Ξυδάκης αναφέρεται στο Μανώλη Ρασούλη που πέθανε, και στην 34χρονη σχέση τους και ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη προς ανεύρεσιν Παπάζογλου και μουσικών για να φτιαχτεί η «εκδίκηση της γυφτιάς». Σε ένα σημείο λέει: «ο πρώτος μπουζουξής που έπαιξε (σημ. τις μουσικές της «γυφτιάς») ήταν ο «Κακούργος» (Νίκος Παππάς) από τη Λιβαδειά. Έπαιζε ένα παλιό, πολύ εκφραστικό, τρίχορδο μπουζούκι. Ήρθε στη Θεσσαλονίκη, έπαιξε πολύ ωραία την «τρελή και αδέσποτη», αλλά μετά δεν άντεξε και μας παράτησε».

Τελικά, έτσι ξαφνικά μας παρατάνε καμιά φορά οι μουσικοί. Αφήνοντας πίσω τους τις μουσικές τους να τις προσέχουμε. Και εγώ βρήκα τώρα μια αφορμή να σας πω μια ιστορία από αυτές που μπερδεύονται διάφορα πράγματα και πρόσωπα και σκέψεις στη ζωή μας. Για να αποχωρήσω λίγο από το θάνατο του Ρασούλη

*****
Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη συνάδελφο Κατερίνα Κεράστα στη Λειβαδιά, που μου γνώρισε (έστω διαδικτυακά-προς το παρόν) το Γιώργο Θεοχάρη

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Ρωγμές της άνοιξης

Άνοιξα το παράθυρο της κουζίνας χθες το πρωί και μπήκε απρόσκλητη (αλλά ευπρόσδεκτη) η Άνοιξη κρατώντας ζουμπούλια στα χέρια της. Αναστάτωσε τα μέσα μου - λαμπρές εξεγέρσεις των αισθήσεων.
******
Πριν από χρόνια Της είχα στείλει στην Αγγλία ένα γράμμα γεμάτο πορτοκαλανθούς, μην ξεχάσει την Άνοιξη (και μένα...)
******
Σήμερα το πρωί στην οδό... Λούις Άρμστρονγκ στην Κόρινθο γύρω από τα αγριόχορτα στην άκρη του κόσμου "στήσαν τρελό χορό τα μελισσόπουλα" .
******
Κάθε χρόνο αναρωτιέμαι τι θα εισβάλει από τις ρωγμές της άνοιξης - ίσως η ελπίδα

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Δήλωση φρονημάτων

Με θέλγει η σιωπή από παιδί. Που ήμουν. Φανταζόμουν πώς θα ήταν να μην μιλάω. Ποτέ. Δεν εννοώ απομόνωση- μάλλον εναρμόνιση με το άφατο είναι η σιωπή. Στην αρχή πίστευα πως είναι η πρώτη ύλη της ποίησης και εν πολλοίς ακόμη το πιστεύω. Η σιωπή δεν είναι ένας χρησμός που αποζητά ερμηνεία. Περισσότερο λυγμός. Είναι. Η σιωπή των απολεσθέντων (πραγμάτων, ανθρώπων, χρόνων) και η σιωπή αυτών που μένουν πίσω (πραγμάτων, ανθρώπων, χρόνων) είναι ο αιώνιος διάλογος στη γλώσσα της απουσίας.

Το κακό με τη σιωπή είναι ότι ποτέ δεν είσαι σίγουρος αν τη μοιράστηκες με κάποιον άλλο. Και επειδή ποτέ δεν ασκηθήκαμε στη σιωπή, δημιουργούνται παρεξηγήσεις και ακολούθως νέα νοήματα. Επινοήματα. Μα το ίδιο γίνεται και στο λόγο. Παρανοήματα.

Πριν από λίγες μέρες διάβασα σε μία εφημερίδα: «Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος σκοτώθηκε…». Η ίδια εφημερίδα προχθές έγραφε για τη «δολοφονία των δύο αστυνομικών». Στις μνημόσυνες τελετές των αστυνομικών υπήρχαν ελληνικές σημαίες. Στου δεκαεξάχρονου μαθητή, μολότωφ.

Δεν μπορώ να απαντήσω στην επικίνδυνη φλυαρία σας. Με τα ίδια όπλα. Η σιωπή μου κυοφορεί το τρίτο παιδί της: Αμφισβήτηση, Οργή, Αποφάσεις.

Υστερόγραφο στο «Βήμα»: Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε. Τέλος
*****
Οι εικόνες είναι του Ν. Χουλιαρά

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Στην πίσω όψη μιας απόδειξης

Μην με κοιτάτε
σιωπηλός που είμαι
είναι που προσπαθώ
χρόνια τώρα
να ησυχάσω τις φωνές
που θορυβούν μες στο κεφάλι μου
και δεν αφήνουν να ακουστεί
η φωνή μου

*******
το ποίημα γράφτηκε στην πίσω όψη μιας απόδειξης χθες το βράδυ - μέσα σε ένα τρόλεϋ πηγαίνοντας για την πορεία αλληλεγγύης στους 300 μετανάστες απεργούς πείνας. Το τρόλεϋ ήταν γεμάτο μετανάστες. Μπροστά στο Μέγαρο "Υπατία" κατέβηκα μόνο εγώ. Θέλω να πω.. είναι η εποχή των ποιημάτων τώρα - ανθίζουν...

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Είσαι ευτυχισμένος;

Υπάρχουν στιγμές που όταν τις ζεις, ξέρεις πως θα τις θυμάσαι στην υπόλοιπη ζωή σου. Δεν έχουν κάτι εμφανώς ιδιαίτερο, συνήθως περιέχουν μια μικρή δόση μελαγχολίας, δεν είναι πλήρεις ευτυχίας ή πόνου και κατά κανόνα κατοικούνται από τη σιωπή. Αυτές οι στιγμές οι ανθεκτικές στη φθορά του χρόνου, με αντισώματα στη λήθη είναι, αν τις περιγράψεις, σαν ταξίδι στα μέσα και έξω της ψυχής:

Είναι πρωί. Εκείνη οδηγάει. Εσύ στο πλάι της. Ακούτε ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο. Τραγουδάτε. Είσαι ευτυχισμένος.

Σου έχω και άλλο… χμ… πριν από 6 χρόνια:

Είναι απόγευμα. Σε ένα δημοτικό σχολείο. Εκείνη γελάει. Εσύ στο πλάι της. Φτιάχνετε μια σχολική βιβλιοθήκη. Ο ήλιος τη χαϊδεύει απ’ το πλάι. Είσαι ευτυχισμένος.

Κι άλλο, κι άλλο (πριν από 9 χρόνια):

Είναι πρωί. Ξυπνάς. Απ’ το παράθυρο πλάι στο κρεβάτι μπαίνει ο ήλιος. Δείχνει το χέρι σου. Το κοιτάς. Κουνάς τα δάχτυλά σου. Ζεις. Είσαι ευτυχισμένος

Μπορώ να σου αφηγηθώ χιλιάδες τέτοιες αποστάξεις της ζωής μου. Ο καθένας μπορεί. Οριοθετούν το σημαντικότερο στο χρόνο του ελάχιστου. Οι αναμνήσεις αυτές είναι βολικές γιατί είναι ευπρόσδεκτες στη συνείδησή μας. Και κατοικούν για καιρό εντός μας.

Υπάρχουν και άλλες όμως, επίμονες, ενοχλητικές, καθόλου ευπρόσδεκτες που επιχειρείς να διώξεις από το ενοίκιο του μυαλού σου, να φύγουν, να γυρίσουν από εκεί που ήρθαν γιατί δεν είναι δικές σου, είναι στιγμές λαθρομετανάστριες, σου παίρνουν την ηρεμία σου, παραβιάζουν με την απόγνωσή τους τις ώρες κοινής ησυχίας.

Ας πούμε: σήμερα και κάθε μέρα αυτό τον καιρό:

Είναι δίπλα μας. Αρνούνται πλέον την τροφή. Διεκδικούν αυτό που σε εμάς χαρίστηκε. Πολιτικά δικαιώματα. Αργοπεθαίνουν. 300 μετανάστες. Είσαι ευτυχισμένος;
******
η φωτογραφία είναι της Dorothea Lange (1938)