Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Η αποσοβιετοποίηση της αμφισβήτησης

Πριν από χρόνια μια συνάδελφος ρώτησε την προϊσταμένη της:

- Κυρία Άννα, αύριο δουλεύουμε;
- Γιατί,…. Τι είναι αύριο;
- Καλέ κυρία Άννα… αύριο… γιορτάζει το Πανεπιστήμιο…..

Ήταν 16 Νοεμβρίου και βέβαια την επομένη δεν γιόρταζε το Καποδιστριακό… Τα χρόνια πέρασαν. Προχθές την είδα στο Σύνταγμα. Είδα βέβαια πολύ κόσμο εκεί. Αυτές τις μέρες έχεις αντιληφθεί την αμηχανία μου. Οι περισσότεροι διαδικτυακοί φίλοι μου, αν δεν στηρίζουν διακριτικά τους «αγανακτισμένους» (Τσαλαπετεινός), γράφουν κείμενα γεμάτα νεανικό ενθουσιασμό (Χάππυ) ή στοχαστικό συναισθηματισμό (Silent)- για να μιλήσω εντελώς ενδεικτικά – και εγώ στέκομαι σαν τον γκρινιάρη του Muppet Show, στην άκρη και έξω να κρίνω κείμενα ή να προβλέπω καταστάσεις.

Έπρεπε λοιπόν να πάω.

Μην με χαρακτηρίσεις συντηρητικό, ρεφορμιστή, μικροαστό (πες το σιγά, μην το ακούσω), αλλά τόσα χρόνια που κατεβαίνω σε πορείες ποτέ δεν φώναξα (ακόμα και αν κατά περίπτωση το πίστευα εν μέρει): «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή». Βυθίστηκα λοιπόν μόνος και σιωπηλός χθες στο τεράστιο αγανακτισμένο πλήθος: γυναίκες, άντρες, οικογένειες με παιδιά και μωρά στο μάρσιπο, κυρίες του κομμωτηρίου, κουρασμένους 50ηδες, ένα κοστουμαρισμένο κύριο της καθαρευούσης (μάλλον από λάθος), φρίκουλα, antiglobal τυπάκια, αναρχικούς, αντιεξουσιαστές ανταρσύες, συριζίτες, ποδηλάτες, ένα ξυλοπόδαρο, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Υπάρχουν όντως «ορεινοί» και «πεδινοί», στα «ορεινά» οι αντικομματικοί, στην καρδιά της πλατείας οι πολιτικοποιημένοι. Οι πρώτοι πιο «εξωστρεφείς», οι δεύτεροι οργανωτικοί. Στο επάνω διάζωμα λοιπόν ξαφνικά ξεκινούσε ένα σφύριγμα και όλοι μεταλλάσσονταν, σήκωναν τα χέρια και ρυθμικά μούντζωναν τη Βουλή φωνάζοντας «κλέφτες, κλέφτες», «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή». Αγριεύτηκα, ξαφνιάστηκα, τρόμαξα. Το Σύνταγμα αυτές τις μέρες περισσότερο από εικόνα είναι ήχος: ένα ακατάπαυστο βουητό.


                                               
Τι έγινε λοιπόν; Ξέμεινα στα μετόπισθεν της Επανάστασης, ή τα συνθήματα είναι φούσκες και βεγγαλικά; Θα ήταν εύκολη η απαξίωση, αν το πράγμα είχε ξεφουσκώσει. Ακόμη και αν το Σάββατο τα πράγματα ήταν πεσμένα λόγω του Champions League, την Κυριακή η Πλατεία ξεχείλιζε στην Αμαλίας, την Πανεπιστημίου, την Ερμού, τη Σταδίου, τη Μητροπόλεως με πυκνά ποτάμια εισόδου και εξόδου που δεν στέρευαν στιγμή μέχρι τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν μετάνιωσαν οι περισσότεροι με ό,τι κυβερνητικό υποστήριζαν και ψήφιζαν τόσα χρόνια, δεν ρώτησα βέβαια ποιους εννοούν κλέφτες, δεν θέλω να φανταστώ τι θα αντικαθιστούσε την καμένη Βουλή με το κόκκινο φωτάκι, δεν ρώτησα, αλλά δεν ξέρω αν θα μου απαντούσε κανείς. Σκέφτηκα διάφορα, δεν αγχώθηκα να σκεφτώ, ήμουν παρατηρητής, τρεις ώρες άκουγα, μύριζα, κοιτούσα, προσπαθούσα να νοιώσω τον παλμό της Πλατείας. Σκέφτηκα λοιπόν πως αυτό το πράγμα έχει χαρακτηριστικά όχλου, αλλά ο όχλος δεν προτρέπει την καταστροφή, τη διαπράττει. Ίσως να είναι μια ομαδική ψυχοθεραπεία, αλλά τα προβλήματά μας δεν είναι πρωτίστως ψυχολογικά. Επομένως η Αριστερά τι έρχεται να βρει σε αυτή την ιστορία; Να μπολιάσει με τις ιδέες της μια εν δυνάμει εξέγερση; Να συναντήσει εκεί στο δρόμο, στην πλατεία, όσους της γύρισαν την πλάτη τόσα χρόνια;
                                      

Αμήχανα ερωτήματα από αυτά που θρέφουν τους διανοητές. Τώρα δεν υπάρχει χώρος και χρόνος γι’ αυτά. Τώρα πρέπει να μπεις στο Κίνημα. Να το κατευθύνεις, να το απελευθερώσεις από τα συντηρητικά δεσμά του, να το υπηρετήσεις για να πετύχεις την ανατροπή αυτής της άθλιας κυβέρνησης και της πολιτικής της που ξεπουλάει τη χώρα και υποθηκεύει αιώνια το μέλλον της. Στην εξαιρετική «ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους: 1830-1974» του Βασίλη Ραφαηλίδη, υπάρχει μια μικρή αναφορά στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (ΔΟΕ) που επιβλήθηκε μετά την ήττα του φαύλου πολέμου του 1897, την υποχρέωση αποζημιώσεων στην Τουρκία, την δανειοδότηση με επαχθέστατους όρους από τους «συμμάχους» μας και την οικονομική κατοχή τους που επιβλήθηκε προκειμένου να αποπληρωθεί. Λέει λοιπόν ο Ραφαηλίδης: … «Οι παλιότεροι θα θυμούνται μια κορδέλα που υπήρχε πάνω στο κουτί με τα σπίρτα που έγραφε ΔΟΕ. Αυτή η τρομερή κορδέλα – σήμα κατατεθέν της ελληνικής σοβινιστικής μωρίας, υπήρχε και μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.». Η αντιστοιχία με το ΔΝΤ είναι εύκολη, όμως η σήμανση αυτής της νέας Κατοχής είναι πολύ διακριτική: λέγεται «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας», «αποσοβιετοποίηση της ελληνικής οικονομίας», είναι σχεδόν αόρατη. Είναι τόσο αόρατη που οι «Αγανακτισμένοι» του Συντάγματος δεν ασχολούνται με αυτή.


Λοιπόν να τελειώνουμε: αγανακτισμένοι συμπολίτες μου προτιμώ να μετατρέψω την οργή μου σε σταθερή αμφισβήτηση. Την εκδηλώνω και θα την εκδηλώνω ελπίζω πάντα. Είμαι αλληλέγγυος στον Αγώνα σας, είναι και δικός μου αγώνας και όλων μας. Είμαι αλληλέγγυος και στους εργαζόμενους της ΔΕΗ που θα δώσουν την επόμενη μάχη για να μην αποσοβιετοποιηθεί και η ενέργεια….

(Είμαι σίγουρος πως δεν έχετε ανάγκη τη γκρίνια μου- και όπως «κακοηθέστατα» πράγματι έγραψαν προχθές στην «Αυγή» ο Τσέκερης και ο Κυρίτσης: «όποιος χαλιέται με 50.000 απολίτικους στο Σύνταγμα, ας μαζέψει 50.000 πολιτικοποιημένους»)

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Η νέα ανωνυμία και τα κόμματα

Η νέα ανωνυμία αναφέρει τους ανθρώπους μόνο με βάση την ηλικία και το επάγγελμα ή την εθνικότητά τους. Ανάλογα με το θέμα που διαπραγματεύεται, ο δημόσιος λόγος (κυρίως μιντιακός) δεν επιφυλάσσει βέβαια την ίδια αντιμετώπιση στα εθνικά, σεξουαλικά, θρησκευτικά ή επαγγελματικά χαρακτηριστικά των επωνύμων πολιτικών (για παράδειγμα...). Έτσι δημιουργείται μια περίεργη ασυλία στα πρόσωπα με ονοματεπώνυμη δημόσια παρουσία και αντίστροφα εκμηδενίζεται η προσωπικότητα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της στους ανώνυμους που περιστασιακά αποκτούν μια δημοσιότητα.
Το φαινόμενο βλέπω πως εύκολα υιοθετείται και από το δημόσιο λόγο μη μιντιακής προέλευσης. Στην πρόσκληση για «ειρηνικές» διαδηλώσεις «χωρίς πλακάτ» στο Σύνταγμα υπάρχει η αναφορά «ΕΜΕΙΣ* δηλώνουμε ειρηνικά την αγανάκτησή μας κατά της κρίσης. Κατά όλων αυτών που μας οδήγησαν σε αυτό το σημείο» ενώ πολλοί, ίσως οι περισσότεροι φαίνεται να υιοθετούν τις αναφορές εναντίον των κομμάτων. Αυτή η γενικόλογη αναφορά υπηρετεί αυτή τη νέα ανωνυμία.

Έχω την πεποίθηση ότι αυτή η αναφορά είναι επί τούτου ρηχή και ασαφής, αλλά μπορώ νομίζω να υποθέσω πως εννοεί τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Είναι πασίδηλο πως θα είχε άλλο βάρος στη διαδήλωση μια τέτοια αναφορά. Όπως, χαριτολογώντας, θα είχε άλλο βάρος αν λέγαμε:
- ο 73χρονος αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης
- ο 75χρονος πρώην πρωθυπουργός και βομβιστής
- η ηλικιωμένη (59 ετών) πρώην αγωνίστρια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και νυν Επίτροπος Αλιείας
- ο υπερήλικας (82 ετών) Πρόεδρος της Δημοκρατίας


Οι διακρίσεις αυτές δεν είναι ούτε αθώες, ούτε τυχαίες και δεν υπηρετούν μόνο ένα τρόπο σκέψης χωρίς αιχμές, φιλήσυχο και καταπραϋντικό. Αν η 60χρονη που έπεσε θύμα ληστείας αποκαλείται «ηλικιωμένη» στα δελτία ειδήσεων, γιατί δεν αποκαλείται έτσι και η Μαρία Δαμανάκη, για να μην πούμε για τον Κάρολο Παπούλια; Γιατί όσα υπονοούνται με την αναφορά της ηλικίας σε έναν «ανώνυμο» (λαϊκή προέλευση, ασημαντότητα, αδυναμία κτλ) δεν πρέπει να υπονοούνται και στον «επώνυμο» (γεροντοκρατία, αδυναμία, νοητική διαταραχή κτλ)…


* Πρέπει να παραδεχτώ πια πως ΕΜΕΙΣ που διαδηλώνουμε (και) τις άλλες φορές διαδηλώνουμε πολεμικά την αγανάκτησή μας και σε αυτό διαφέρουμε από τους… ειρηνικούς του Συντάγματος….

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Το βέλος

(στον γιο μου που γιορτάζει σήμερα)

Καμιά φορά
όταν στον ουρανό τεντώνεται το ουράνιο
τόξο
είσαι το βέλος του
που εκτοξεύεται στο άπειρο

*****
(Με αφορμή ένα ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς που διάβασα στο βιβλίο του "Κατάσταση Πολιορκίας" εκδ. Μαΐστρος. Λέει: "Μόνοι, είμαστε μόνοι ως το μεδούλι, εκτός μονάχα από τις επισκέψεις ενός ουράνιου τόξου")
****
η φωτογραφία είναι του Αμερικανού Bruce Davidson

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Γράμμα στο Νιόνιο για τα παιδιά που χάθηκαν

Αγαπητέ Νιόνιο,
Είχαμε κάτσει στο τραπέζι χθες το βράδυ σύμπασα η οικογένεια, όταν είπα συνθηματικά στη γυναίκα μου:
- ο Νιόνιος είπε κάτι βλακείες σήμερα
- ποιος είναι ο Νιόνιος μπαμπά; (πετάχτηκε ο γιος μου)
- ... ένας συνάδελφος στη δουλειά (απάντησε η γυναίκα μου)

Ξέρεις Νιόνιο ήταν στα τέταρτα γενέθλιά του, όταν γυρνώντας από τη δουλειά του έφερα δώρο το "περιβόλι του τρελού". Τα μάτια του έλαμψαν όταν έσκισε το περιτύλιγμα. Τον κάθισα σε μια πολυθρόνα και έβαλα το CD να παίζει. Δεν κουνήθηκε ρούπι, ούτε στιγμή, ξέρεις. Τα κάνει κάτι τέτοια ο μπαγάσας. Τα ήξερε βέβαια τα τραγούδια σου - μια κασέτα στο αυτοκίνητο έπαιζε συχνά κάποια από αυτά, κάποια άλλα του τα λέγαμε σαν νανούρισμα. Μάλιστα με μια έμμονη αγωνία μου ζητούσε να του πω την ιστορία "για τα παιδιά που χάθηκαν" ("και σε καράβια του πελάγους με λαθρεμπόρους πειρατές..."). "Πού χάθηκαν τα παιδάκια μπαμπά"; με ρωτούσε...

Νιόνιο δεν χρειάζεται να ζητήσεις συγγνώμη γι' αυτά που είπες χθες: "Πρώτον, να απομακρυνθούν όλοι οι λαθρομετανάστες από το κέντρο της Αθήνας και να πάνε – ας το βρουν οι πολιτικοί, τι τους πληρώνουμε – εγώ θα έλεγα να τους πηγαίνανε σε αραιοκατοικημένα νησιά του Αιγαίου, όπου κατοικείται ένα μικρό μόνο μέρος του νησιού, το υπόλοιπο είναι ελεύθερο. Εκεί, λοιπόν, να καλλιεργήσουν τη γη και να ζήσουν με τη βοήθεια του ΟΗΕ, γιατί μόνοι μας δεν μπορούμε, έως ότου αποφασίσει και μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να φτιάξει μία πολιτική πάνω στο θέμα των μεταναστών. Δεν μπορεί η Αθήνα να είναι η χωματερή όλων αυτών των ανθρώπων"... "Η Αθήνα στις πλατείες της δείχνει την πληγή της. Ας καθαρίσουμε λοιπόν αυτή την πληγή. Έχουμε τους τοξικομανείς. Πρέπει να μεταφερθούν, δεν ξέρω πάλι που, ας το βρούνε οι πολιτικοί μας, πάντως σε μέρος όπου δεν θα είναι εύκολη η πρόσβαση των εμπόρων".

Δεν χρειάζεται να ζητήσεις συγγνώμη. Φρόντισα να τα κρύψω απ' το γιο μου, αλλά ξέρεις... τα στερνά τιμούν τα πρώτα Νιόνιο.

Ένας 37χρονος πατέρας

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Η μητριά πατρίδα και τα αδιέξοδα της γραφής

Όταν φτάνει σε αδιέξοδα η γραφή εδώ μέσα, στέκεται για λίγο αμήχανη, αναζητά μια διαφυγή πριν αποφασίσει να γυρίσει πίσω και να ψάξει άλλη κατεύθυνση. Παλεύω να αγκιστρωθώ απ’ την Άνοιξη γύρω μου, όμως συχνά η πραγματικότητα δεν με αφήνει. Όχι η προσωπική, αλλά η κοινωνική και πολιτική που την περιέχει. Δεν είναι ίσως αδιέξοδη η πραγματικότητα, όμως οι βεβαιότητες και οι δυνάμεις για να την υπερβείς ή να την ανατρέψεις είναι ακόμα ελλιπείς- τουλάχιστον όσο ο χαρακτήρας τους είναι προσωπικός.



Στη «Μητριά πατρίδα» ο Μιχάλης Γκανάς (εκδ. Μελάνι) αφηγείται με τον διφορούμενο ποιητικό και ελλειμματικό τρόπο της μνήμης την προσωπική και οικογενειακή του ιστορία ανάμεσα σε δυο πατρίδες, τη μητριά Ουγγαρία που συμπεριφέρθηκε σαν μάνα και τη μητέρα Ελλάδα που τον αντιμετώπισε σαν μητριά. Αφηγείται κάπου την εξής ιστορία:
… «Κάθε Σάββατο πηγαίνουμε στον κινηματογράφο, στο μεγάλο κτίριο που τρώμε. Μαζευόμαστε στην πλατεία και περιμένουμε να μας ανοίξουν. Βλέπουμε πολεμικά και είμαστε όλοι με τους Ρώσους. Σε μια ταινία είδαμε τον Χίτλερ στο γραφείο του, με στρατηγούς, πήγαινε πέρα δώθε νευριασμένος. Στάθηκε απότομα μπροστά σε μια μεγάλη υδρόγειο σφαίρα και τη στριφογύρισε με δύναμη. Το παιδί δίπλα μου αρπάχτηκε απ’ το κάθισμα. «Θα πέσουμε» μουρμούρισε. Φοβήθηκα. Δεν έγινε τίποτα»…

Αν δεν ήταν μια ημερολογιακή καταγραφή θα έλεγες πως σχολιάζει τη δύναμη του Μέσου αυτή η ιστορία. Οικεία πράγματα: αυτά που δείχνει η οθόνη είναι αυτά που γίνονται; Αντίστροφα: αυτά που γίνονται στην πραγματικότητα είναι αυτά που δείχνει η οθόνη; Βέβαια ο Γκανάς είναι διαφημιστής της ποίησης και ποιητής τη διαφήμισης. Όλα να τα περιμένεις…


Μοιάζει αντίστροφα λίγο με τους Γαλάτες του γνωστού χωριού που τίποτα δεν τους φοβίζει. Μόνο μην πέσει ο ουρανός στα κεφάλια τους. Ο φόβος αυτός κάποτε παραλίγο να διαλύσει το μύθο της νικηφόρας αντίστασης στους Ρωμαίους.

Είτε πέσουμε εμείς απ’ τη γη, είτε ο ουρανός πάνω μας νομίζω πως δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως όλα αυτά δεν είναι παρά ιστορίες που γράφουν τα βιβλία και διηγούνται οι οθόνες. Εμείς ευτυχώς έχουμε να πολεμήσουμε πιο εύκολα πράγματα: να παραμείνουμε άνθρωποι.


(αφιερωμένο στη Ρενάτα)

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

καληνύχτα αδέρφια

...... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... .......... ..... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... ............... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... .......... 61 πρόσφυγες από τη Λιβύη, ανάμεσά τους γυναίκες και βρέφη, πέθαναν από ασιτία ο ένας μετά τον άλλο αβοήθητοι, μεσοπέλαγα ...... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... ........... Δίχως καύσιμα το πλοιάριο που τους μετέφερε προς τις ευρωπαϊκές ακτές παράδερνε στη Μεσόγειο από τις 25Μαρτίου και επί 16 ολόκληρες ημέρες χωρίς να γίνει καμία προσπάθεια διάσωσης. . .................. .......... .......... ..... .............. ......... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... ............... .............. Ο Αμπού Κερκ είναι ένας από τους εννέα που επέζησαν. Έπινε τα ούρα του και έτρωγε από δύο οδοντόπαστες. . .................. .......... .......... ..... .............. ΝΑΤΟ......... ... ..... ........... ... ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. .......... .................. ελικόπτερα ..... ........... ....... ........... .. ............... . .................. αεροπλανοφόρο .......... ...................... ........... .. ............... . .................. .......... ............... ..............."Έγκλημα".




Σκέφτομαι: η θάλασσα που τους πήρε, κάποτε έλουζε φτωχά καλοκαίρια γεμάτα όνειρα, δικά τους όνειρα. Η ίδια θάλασσα που φέτος θα ξεπλύνει τα δικά μας. Με το αίμα τους.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

To τριζόνι και τα ανοιξιάτικα απογεύματα

«τρι και τρι και τρι και τρι
τι γλυκειά που είναι η ζωή…»*

Τα ανοιξιάτικα απογεύματα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ακροβατούν στην τεντωμένη μελαγχολία της μετάβασης: από εποχή σε εποχή, από μέρα σε νύχτα, από παιδί σε ενήλικο. Φωτίζουν με ένα υπόγειο τρόπο τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους, ίσως γιατί προσθέτουν μακρόστενες σκιές στα τοπία των αποτυχιών τους. Τελοσπάντων η γραφή είναι ένα φίδι που σέρνεται στα χόρτα και τις πέτρες, άλλοτε κρύβεται και άλλοτε επιτίθεται για να αρπάξει την τροφή της: να καταβροχθίσει πραγματικότητα παραλύοντάς την με φαντασία. Από αυτούς τους «κινδύνους» με προφυλάσσει η καθημερινότητα με τις μικρές χαρές και τις μικρές λύπες της, που καμιά φορά νοιώθω πως είναι τα κουκούτσια της ύπαρξής μας.


Ξέρω ανθρώπους που δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν την ευτυχία τους όταν την απέκτησαν και άλλους που με πείσμα αντιστέκονται στο θάνατο που τους σημαδεύει. Άλλους που νομίζουν πως η ζωή τους χαρίζεται και άλλους πως τους χρωστάει. Ελάχιστους που «παίρνουν τη ζωή όπως τους έρχεται»**, πολλούς που κυκλοφορούν με πινακίδα κυκλοφορίας την «ευαισθησία» τους ή τα παιδικά τους χρόνια (εγωπαθείς αηδίες αμφότερες). Ξέρω μια γυναίκα που έχασε το στήθος της, μια άλλη που επέστρεψε ένα αγέννητο παιδί στην ανυπαρξία, μια τρίτη που έχασε τη δουλειά της. Μια γριά που μεγαλώνει μόνη την εγγονή της και ένα παιδί που η ζωή το πλούτισε μονάχα με ατυχίες.

Σε αυτή τη γειτονιά, όπως σε όλο τον κόσμο νομίζω, άνθρωποι γεννιούνται και άνθρωποι πεθαίνουν. Άλλοι ευτυχούν και άλλοι τρελαίνονται. Ένοικοι εμφανίζονται καινούριοι φέρνοντας τα υπάρχοντα τους και άλλοι αποχωρούν αφήνοντας πάντα κάτι που περίσσεψε πίσω. Έτσι στα πεζοδρόμιά μας συναντούνται προς στιγμήν όσοι αποχωρούν και όσοι προσέρχονται ανταλλάσσοντας τα εισιτήρια των προσδοκιών τους.

Η κυρά Ευθυμία (σκληρή και κοφτερή στην γλώσσα, μαύρη στην ψυχή και ανακατώστρα) κάποτε ειρωνεύτηκε τον Αντώνη της Λισσαβώς που τρελάθηκε στο στρατό. Ο τρελός της γειτονιάς μας ποτέ δεν έφυγε από ‘δω, ακίνδυνος κυκλοφορούσε ανάμεσα μας, τον πειράζαμε, μας πείραζε, αγαπούσε τα παιδιά και εκείνα με παράδοξη συνενοχή τον είχαν δικό τους. Η Ευθυμία γρήγορα φάνηκε πως πλήρωσε την κουβέντα της (λένε). Κάποια στιγμή ο άντρας της κατάπεσε πριν την ώρα του από μια εκφυλιστική ασθένεια νευρολογικής φύσεως που στο τέλος τον έκανε φυτό και τον φύτεψε. Λίγο καιρό μετά το θάνατο του πατέρα η γειτονιά άρχισε να συζητάει τα συμπτώματα του μεγάλου γιου της που αφού χώρισε από τη γυναίκα του πέθανε και αυτός από την ίδια ασθένεια.

Πριν από λίγες μέρες πέθανε από τα ίδια και ο δεύτερος Είχε αρχίσει να χάνει βάρος τους τελευταίους μήνες, παράτησε το ταξί και κυκλοφορούσε μισόγυμνος και λερός στους δρόμους. Μετεωριζόταν από το μπαλκόνι του ώρες περπατώντας γύρω-γύρω σαν εκκρεμές που ροκανίζει το χρόνο του. Τον βρήκαν πεσμένο μπροστά στη μπαλκονόπορτα μετά από μια βδομάδα. Ένας γείτονας παρατήρησε πως στην πόρτα του διαμερίσματος είχαν συσσωρευτεί αχρησιμοποίητες σακούλες με φαγητό που του έφερναν δωρεάν τα δυο ψητοπωλεία της γειτονιάς που τον είχαν έγνοια τι θα τρώει. Ειδοποίησε την αστυνομία και τον μάζεψαν. Το σπίτι μένει ανοίκιαστο.

Θα σε πάρω από ‘δω να σε πάω λίγα μέτρα πιο πέρα. Η μικρή μας εκείνες τις μέρες κάπου στο σπίτι βρήκε ένα μελανοδοχείο, το άδειασε πάνω της και κάτω στο πάτωμα και παραξενεμένη τη βρήκαμε να κοιτάζει τις μπλε παλάμες της, τα μπλε της ρούχα τα μπλε παπούτσια, τα μπλε πλακάκια της κουζίνας, τον μπλε τοίχο του οφίς, τη μπλε μπανιέρα που την πλέναμε γελώντας ασυγκράτητα από την απελπισία μας. Μια άλλη μέρα ασκούμασταν στο ρέψιμο με τον γιο μου προσπαθώντας να διδάξουμε την ανεπίδεκτη μαμά τις τεχνικές για κρουστό ήχο και μακρά διάρκεια. Μέχρι που κάποια στιγμή ακούστηκε ένα μικρό αλλά σαφές «γκρρ» από τη μικρή, που σαφώς διεκδικούσε μερίδιο στην καφρίλα μας. Την ξεκαρδιστική επιδοκιμασία μας και την έκπληξή μας συνόδεψε ικανοποιημένη από το επίτευγμα με επαναλαμβανόμενα «μπάβοοο» που απηύθυνε μεγαλοψύχως στον εαυτό της.

Τη μέρα που πέθανε ο Παπάζογλου οι μεγάλοι του σπιτιού ήμασταν βαρείς, κατηφείς, θυμωμένοι. Έβαλα ένα CD τα βράδυ που τρώγαμε στην κουζίνα κι αρχίσαμε να ακούμε σιωπηλοί τα τραγούδια του – τα παιδιά κάπως συναινούσαν στη θλίψη μας. Κάποια στιγμή κοιταχτήκαμε με την κυρά μου σηκωθήκαμε και αρχίσαμε να χορεύουμε δακρυσμένοι. Σηκώθηκαν και τα σπόρια, και άρχισαν τα γέλια και οι τσαχπινιές και τα τσαλίμια και οι ματιές μας φωτίστηκαν και πολλά τραγούδια μετά εξαντλημένοι και ευτυχείς σκορπίσαμε στα κρεβάτια μας.

Καταλαβαίνεις τις ραφές αυτού του κειμένου, το ξέρω. Αν θες ξήλωσέ το και φτιάξε άλλο σχέδιο. Τα πανάκια είναι αυτών των ημερών. Είναι στιγμές και στίγματα που σε ορίζουν στο χάρτη της ζωής σου. Που είναι μία εξάλλου.

«τι γλυκειά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι…» *


*****

* από το "τριζόνι" του Οδυσσέα Ελύτη

** παράφραση από την "Εχεμύθεια" του Ανδρέα Εμπειρίκου