Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Η ζωή σε βιβλία



[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή", Κυριακή 30/12/2012]

Διασχίζω τους διαδρόμους της βιβλιοθήκης, που κατά κάποιο τρόπο είναι και οι δρόμοι του πνεύματος. Σχεδόν ρυθμικά ψιθυρίζω το ποίημα του Σαχτούρη: «δεν έχω γράψει ποιήματα/μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω». Οι περισσότεροι συγγραφείς αυτών των βιβλίων κείνται σε αλφαβητική σειρά μπροστά στα μάτια μου. Μοναδικό τους ίχνος τα βιβλία αυτά: η μάταιη μάχη τους να εξηγήσουν, να περιγράψουν, να προβλέψουν, να πληροφορήσουν, να φανταστούν. Ό,τι κι αν πέτυχαν με όλα τούτα τα βιβλία το πέτυχαν για λίγο ή για τους άλλους. Κέρδισαν ίσως μια αιωνιότητα, όμως δεν είναι εδώ και τώρα να τη διαχειριστούν. Άχρηστη αιωνιότητα ίσως η μη διαχειρίσιμη.

Η δουλειά μου, αιώνες τώρα, είναι αυτή η φροντίδα: ο διάλογος του ίχνους που αφήνουν πίσω τους οι άνθρωποι που διανοήθηκαν, ο διάλογος των βιβλίων που γειτνιάζουν στα ράφια της βιβλιοθήκης. Δεν είναι δουλειά μου να επιλέγω, να προτιμώ, να λογοκρίνω. Υπηρετώ την αναρχία του πνεύματος. Όχι την αφασία, όχι τη θανατερή ησυχία μετά τη μάχη των ιδεών και των ανθρώπων, την αναρχία υπηρετώ. Φροντίζω τις μάχες που γίνονται, φροντίζω οι μάχες να γίνονται. Υπηρετώ την ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση, διακονώ τη συγκέντρωση και την οργάνωσή της, φτιάχνω κλειδιά για την ιστορία, την επιστήμη, την τέχνη. Για όλους. Όχι για κάποιους

Ανοίγω την πόρτα σ’ εσάς- αναγκαστήκατε μπαίνοντας εδώ να αποδεχθείτε ότι δεν τα ξέρετε όλα, ότι η φαντασία και η σοφία σας έχει όρια. Πόσο σεμνούς σας φέρνουν εδώ τα όριά σας. Για μένα δεν έχει σημασία ποιος είστε, τι ξέρετε. Μόνο ό,τι χρειάζεστε με νοιάζει. Και στις ανάγκες μας είμαστε όλοι ίσοι. Θυμάμαι ποιους είδα φέτος στο αναγνωστήριο, σκυμμένους πάνω στα βιβλία: φοιτητές, μαθητές, πρώην υπουργούς, βουλευτές, εισαγγελείς, νοικοκυρές, ακαδημαϊκούς, γιατρούς, εργάτες, καθηγητές, δικηγόρους, συγγραφείς, ερευνητές, δεξιούς, αριστερούς, πιο δεξιούς, πιο αριστερούς και τους… μεσαίους.

Αυτά τα χρόνια τα τελευταία, τους μήνες αυτούς της σαρκοβόρας κρίσης, οι κυβερνήσεις κλείνουν βιβλιοθήκες, τις απαξιώνουν, τις στραγγίζουν οικονομικά, τις στερούν από το όραμα και τον κοινωνικό τους ρόλο. Τις παραδίδουν πομπωδώς στην ελεημοσύνη των χορηγών- λες και ο πολιτισμός είναι τα ψίχουλα που επιστρέφει το κεφάλαιο σε όσους φτιάχνουν το καρβέλι.

Διασχίζω τους διαδρόμους της βιβλιοθήκης, που κατά κάποιο τρόπο είναι και οι δρόμοι του πνεύματος. Πιάνω στα χέρια μου ένα σχολικό βιβλίο που αγαπώ: «Ι ζοί ςε αριθμύς». Εκδόσεις «Κομυνιςτίς». Εκδόθηκε στο Ροστόβ-Ντον το 1932 από Έλληνες. Με φωνητική ορθογραφία. Φτάνω στο τέλος του διαδρόμου, διαβάζω στον κολοφώνα του βιβλίου:

«Σιμίοςι. Επιδί δεν ιπίρχαν τόςα πολά ςιμάδια + (ςιμάδι τις πρόςθεςις) ανανκάςτικε το εκδοτικό να μεταχιριςτί ςε μερικές περιπτόςις τι λεκςύλα «κε» αντί τυ ςιμαδιύ +.»

Αναλογίζομαι πως και με τα πιο λίγα υλικά, και με τα πιο λίγα μέσα θα υπηρετούμε πάντα την ανάγκη σας για γνώση. Γιατί δεν είναι τα μέσα που μας κρατάνε ζωντανούς, αλλά οι ανάγκες σας.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Καλήν ημέρα άρχοντες...

Γύρω στις 7.30, Δευτέρα πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, στην Κόρινθο. Παίρνουμε καφέ από μια καφετέρια στο κέντρο της πόλης και ξεκινάμε για την Αθήνα.

Περιμένοντας τον καφέ βλέπω έναν πιτσιρίκο που μπαίνει για να πει τα κάλαντα.
- "Να τα πούμε;" λέει
- "Να τα πεις, αν θες να σου δώσω κουλούρι να τα πεις", του λέει η υπάλληλος
Την κοιτάζει παραξενεμένος, αλλά ξεκινά:
-"Καλήν ημέρα άρχοντες και αν είναι ο ορισμός σας..."

Του δίνει το κουλούρι κι εύχονται ο ένας στον άλλο "χρόνια πολλά". Βγαίνουμε μαζί. Ο πιτσιρικάς γυρίζει στην παρέα του και κραδαίνοντας το κουλούρι σαν τρόπαιο, τους λέει: "ρε μαλάκες δείτε τι πήρα!". Συνέχισαν γελώντας. Η πόλη είναι άδεια, οι δρόμοι άδειοι, στην άκρη του κόσμου βγάζει κεφάλι ο ήλιος κι εμείς ξεκινάμε το ταξείδι μας τραγουδώντας. 



Φτάνουμε στη μεγάλη μας πόλη και στη δουλειά μας. Βγαίνω για λίγο, πάω στην τράπεζα να πληρωθώ. Έξω από το Πανεπιστήμιο τον βλέπω και το τραγούδι μέσα μου σταματάει. Κι αυτή η πόλη είναι άδεια, κάνει παγωνιά, και εκείνος ξαπλωμένος στα πόδια του αγάλματος μάλλον κοιμάται. Σου είπα πριν λίγες μέρες πως τα αγάλματα των δεσποτάδων τρέχουν γυμνά στην πόλη, όμως αυτό στέκει εκεί. Σκύβω το κεφάλι, βγάζω τη φωτογραφική μηχανή και βιαστικά τον φωτογραφίζω. Στέκομαι, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω και ύστερα φεύγω.

Το αγαπημένο μου παραμύθι από μικρός (που ήμουν) είναι ο "ευτυχισμένος πρίγκηπας" του Oscar Wilde με το χρυσό άγαλμα και το χελιδόνι. Τι άλλο περιμένεις τώρα να σου πω; Πως θα ήθελα κάπως τα παραμύθια να μπαίνουν περαστικά από τη ζωή μας και να κάνουνε τα μάγια τους; Επιστρέφοντας από την τράπεζα, εκείνος δεν ήταν εκεί, ο δρόμος είχε γεμίσει ανθρώπους, κάποια παιδάκια κρατούσαν τα τρίγωνά τους και πήγαιναν να πουν τα κάλαντα:
"Καλήν ημέρα άρχοντες, κι αν είναι ο ορισμός σας..."

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Υπό κατάληψη

"... «Αχ, παρδαλό μου και ασυνάρτητο σινάφι, μες το τσουβάλι του αυτός μας κουβαλάει ο τραγοπόδαρος με τη φλογέρα του που τρέχει μες τα δάση και γελάει...»



 "...Έχουνε κι ένα αρχηγό
που μοιάζει με μπαούλο.
- Να ζήσεις Μανδρακούλο μας, να ζήσεις Μανδρακούλο!..."


"- Μα, για να πούμε βρε παιδιά
και του στραβού το δίκιο
πώς γίνεται το όνειρο
να δούμε όλοι το ίδιο;..."



"Βάλτε παντού διπλές φρουρές, κι ο χρόνος δεν μας φτάνει, Τρελό στήσαμε χορό τριγύρω απ’ το καζάνι"


"Κόβε πριονάκι μου, η ώρα πλησιάζει,
Χριστούγεννα ζυγώνουνε... το αίμα μας και βράζει..."

****
ο "Βιβλιοθηκάριος" άνοιξε την πόρτα του σήμερα (αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς) σ' εμάς τους καλικάντζαρους.  Το blog τελεί υπό κατάληψη. Τα πάνω ήρθαν κάτω...

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Ένας παλαιολόγος


Ήρθε. Ψάχνει για έναν Παλαιολόγο- ελάχιστα γνωστά γι' αυτόν- μόνο ένα λήμμα στον Πυρσό. Οι ιστορικοί ερίζουν, άλλοι τον ταυτίζουν με τον Κωνσταντίνο ΙΑ΄, άλλοι τον αναφέρουν έτσι, άλλοι αλλιώς. Όπως και να είναι, ψάχνουμε μαζί του. Από βιβλίο σε βιβλίο. Είναι πιτσιρικάς, φοιτητής. Κάποια στιγμή μας λέει περί τίνος πρόκειται:

"η κοπελιά μου κάνει ένα διδακτορικό και τη βοηθάω... αν το τελειώσει γρήγορα θα έρθει κοντά μου... σας ευχαριστώ πολύ που με βοηθάτε...!"

Παραμονές των Χριστουγέννων του 2012- η πόλη άδεια και μίζερη. Θα υπάρξουν αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ, άλλη μια γυναίκα αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει (ευτυχώς την έσωσαν), συλλαλητήρια πλημμυρίζουν το Κέντρο, οι φασίστες παρελαύνουν στους δρόμους των πόλεων. Κι ένα αγόρι ψάχνει σε μια βιβλιοθήκη να βρει ένα Παλαιολόγο που θα φέρει κοντά το κορίτσι του.

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Η Αριστερά και οι βιβλιοθήκες - μέρος β΄

[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή", Κυριακή 16/12/2012]



Η δημόσια βιβλιοθήκη της Σαλαμάνκας έχει σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, δεδομένης και της κρίσης που μαστίζει την Ισπανία. Ενδεικτικά υπήρξε έλλειψη προ μηνών ακόμη και στο χαρτί υγείας. Οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης αναζήτησαν χορηγούς, πρακτική που στην Ελλάδα προτείνεται ως σωτήρια για τις υποχρηματοδοτούμενες βιβλιοθήκες. Σήμερα η βιβλιοθήκη της ισπανικής πόλης έχει χαρτί υγείας στις τουαλέτες της και στο αναγνωστήριο έχει αναρτηθεί σχετική επιγραφή που ευχαριστεί για τη χορηγία την τοπική βιομηχανία χάρτου.

Η δημοτική βιβλιοθήκη του Αμβούργου έχει 36 παραρτήματα μέσα στην πόλη, 496 εργαζόμενους και 396 περίπου εθελοντές. Τα εθελοντικά προγράμματά της αφορούν τους «διαλόγους», μαθήματα γερμανικής γλώσσας σε μετανάστες που γίνονται στους χώρους των βιβλιοθηκών (όπου μπορούν να βρουν και εφημερίδες στη γλώσσα τους) και στους «αγγελιαφόρους», πρόγραμμα που αφορά όσους δεν μπορούν (λόγω ηλικίας, αναπηρίας κ.ο.κ.) να επισκεφθούν τη βιβλιοθήκη, οπότε εθελοντές μαζί με ένα βιβλίο τους επισκέπτονται στον χώρο τους και τους διαβάζουν. Τόσο με τα δύο προγράμματα που υποστηρίζονται από εθελοντές, όσο και με τις πάγιες λειτουργίες της, η βιβλιοθήκη του Αμβούργου επιχειρεί να απευθυνθεί σε όλη την κοινότητα της πόλης, υποστηρίζοντας με κάθε μέσο τις ανάγκες των μελών της.

Η Φινλανδία είναι γνωστή για τις εξαίρετες βιβλιοθηκονομικές υπηρεσίες της, αποτέλεσμα των οποίων είναι η χρήση των υπηρεσιών αυτών από το 80% του πληθυσμού. Η σφοδρή οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1990, ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης των βασικών εμπορικών εταίρων της χώρας, της ΕΣΣΔ δηλαδή, οδήγησε σε ένα εκπληκτικό πρόγραμμα: οι δημόσιες δαπάνες για τις βιβλιοθήκες αυξήθηκαν, όταν άλλες μειώθηκαν πολύ. Στόχος, μαζί με την παιδεία και την έρευνα, να επενδυθούν χρήματα στις υποδομές που θα οδηγούσαν στην οικονομική ανάπτυξη. Προκειμένου να χρησιμοποιήσουν τα διαθέσιμα χρήματα για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, οι Φινλανδοί προκειμένου για τα κτήρια επιδόθηκαν την περίοδο εκείνη στην αλλαγή χώρων. Ενδεικτικά 11 τράπεζες μετατράπηκαν σε βιβλιοθήκες, δύο γραφεία επιχειρήσεων επίσης, χώροι εργοστασίων, σχολικά κτήρια, εστιατόρια ξενοδοχείων, ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα και... ανεμόμυλοι. 115 κατασκευαστικά πρότζεκτ αφορούσαν βιβλιοθήκες τη δεκαετία του ’90.

Όσο στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’90 Έλληνες υπουργοί εγκαινίαζαν κινητές βιβλιοθήκες, κάνοντας διαφήμιση εκπαιδευτικής πολιτικής με ευρωπαϊκά χρήματα, η Εθνική Βιβλιοθήκη της Κένυας συντόνιζε δράση κυκλοφορίας βιβλίων με καμήλες στις βόρειες επαρχίες τη χώρας. Οι τετράποδες βιβλιοθήκες των Κενυατών απευθύνονταν στους ανθρώπους των καταυλισμών και τους μαθητές των σχολείων των βόρειων επαρχιών που ήταν αποκλεισμένοι από το βιβλίο.

Θα περιμένατε σε αυτό το σημείωμα να προτείνω δράσεις και πολιτικές που η Αριστερά μας θα μπορούσε να υλοποιήσει ή τέλος πάντων να συμπεριλάβει στο κυβερνητικό της πρόγραμμα. Δεν είναι δύσκολο αυτό να γίνει. Υπάρχουμε άνθρωποι που μπορούμε να δουλέψουμε για κάτι τέτοιο. Προτίμησα όμως να δείξω πως δεν είναι θέμα ιδεών, αλλά βούλησης η πολιτική βιβλιοθηκών. Ιδέες υπάρχουν -συμβατές και ασύμβατες με τις αρχές μας. Αυτό που χρειάζεται, νομίζω, είναι να κατανοήσουμε τι επιδιώκουμε σχεδιάζοντας και υλοποιώντας τις.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Ελάτε να γράψουμε ένα ποίημα


12 Δεκεμβρίου 2012
Λίγο μετά τις 10 το βράδυ
Αθήνα
40 χρόνων
1 χρόνο άνεργη
Έπεσε
Στο δρόμο
Από τον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Ένα κιλό σίδερο


Ποτέ δεν μπόρεσα να απαντήσω εύκολα. Τι είναι πιο βαρύ, "ένα κιλό σίδερο ή ένα κιλό βαμβάκι". Παιδί που ήμουν προτιμούσα το βαμβάκι: ήταν λευκό και αδύναμο, ενώ το σίδερο κρύο και σκληρό σαν το θάνατο. Και απαντούσα αυτό που προτιμούσα. Όταν με ρωτούσαν. Κάποιος μου είπε μια φορά πως και τα δύο είναι το ίδιο βαριά. Έκτοτε διεκπεραίωνα την απάντηση με το προφανές. Νομίζω όμως πως ξέρω πια τι εννοούσε πάντα η ερώτηση. Και τώρα απαντώ: "το σίδερο, βεβαίως".

***
Είναι ένα ποίημα του Γιάννη Κοντού, από τις "Φωτοτυπίες" με τίτλο "ο γέρος". Λέει στο τέλος:
"... ο γέρος όμως ζει και ξέρει
πώς γίνεται το σίδερο μπαμπάκι"

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Το άγαλμα του δεσπότη*


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν το άγαλμα ενός δεσπότη στην πλατεία της πόλης μας. Στεκόταν μόνο στη μέση της να δείχνει με το τεντωμένο χέρι του το δρόμο του θεού, όπως λέγανε οι παλιοί. Εγώ πίστευα από τότε πως έδειχνε τη θάλασσα. Τα παιδιά μαζευόμασταν συνήθως γύρω του  τα καλοκαίρια. Εκεί δώσαμε τα πρώτα χάδια, τα πρώτα τσιγάρα, τα πρώτα φιλιά και εκεί μας χαρίστηκαν. Ένα καλοκαίρι (όλοι το θυμούνται) ένας μαθητής είδε το άγαλμα να ξυρίζει τα γένια του, να γδύνεται τα άμφιά του και γυμνό και χαρούμενο να τρέχει στη θάλασσα. Την επόμενη μέρα ο δήμαρχος διέταξε να αποσύρουν το βάθρο του αγάλματος και να μαζέψουν τις μαρμαρένιες τρίχες, τα άμφια και το σώβρακό του, που ήταν πεταμένα τριγύρω. Από τότε δεν έχει άγαλμα η πόλη μας. 

-Κάποιοι, χρόνια μετά, σκέφτηκαν να βάλουν στην πλατεία το άγαλμα του δήμαρχου. Όμως το ακύρωσαν. Γιατί στον τόπο μας τα αγάλματα δραπετεύουν γυμνά.

***
Αφιερωμένο στον SilentCrossing, του οποίου τη γραφή και το βλέμμα απολαμβάνω συχνά

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Ο κήπος στην Κόρινθο


Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με τις επιστροφές. Οι επιστροφές καταρχάς επιβεβαιώνουν ότι φύγαμε. Γιατί επιστρέφουμε, τι βρίσκουμε από αυτά που αφήσαμε πίσω μας, τι παίρνουμε μαζί μας επιστρέφοντας στον προορισμό μας, επιστρέφουμε σε ό,τι αφήσαμε ή σε ό,τι μας άφησε;; Έχουμε δικαίωμα να επιστρέφουμε αυτή την εποχή ή οφείλουμε στο μέλλον μας μια πιο δυναμική κίνηση προς τα εμπρός; Με τις επιστροφές μας αποδεχόμαστε τις ήττες μας ή γεμίζουμε το ρεζερβουάρ μας;  Οι απορίες αυτές μοιάζουν και είναι απλά δρόμοι. Που δεν πήραμε.

Υπάρχουν και δρόμοι που πήραμε. Αφήνοντας πίσω τα μεγάλα, στραφήκαμε στα μικρά. Ύστερα από ώρα έμοιαζαν εξίσου μεγάλα μες στην αυτονομία τους. Όπως τότε που ήμασταν παιδιά και παίζαμε στον κήπο στην Κόρινθο…


















Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Η Αριστερά και οι βιβλιοθήκες* (μέρος α')


* αναδημοσίευση από την "Αυγή" της Κυριακής 2/12/2012

«… η μεγάλη έκπληξη ήταν η βιβλιοθήκη της φυλακής. Ένα δωματιάκι τρία επί τρία όλο κι όλο, με βιβλία πεταμένα δώθε-κείθε και στοιβαγμένα μέχρι το ταβάνι. Βιβλιοθηκάριος ήταν ένας εμπρηστής γεροϊσοβίτης…». Με τον ιδιαίτερο, γλαφυρό του λόγο ο Βασίλης Ραφαηλίδης αφηγείται στο «Μνημόσυνο για ένα ημιτελή θάνατο» τη ζωή του στη φυλακή της Αίγινας στις αρχές της χούντας. Η αυτοσχέδια βιβλιοθήκη των πολιτικών κρατουμένων, οικεία πρακτική στις δεκαετίες των διωγμών των αριστερών στην Ελλάδα, ήταν η ευκαιρία του να μάθει τον Μέλβιλ, τον Κόνραντ και τον Αίητζυ. Δεκάδες μαρτυρίες αγωνιστών αναφέρονται εξάλλου στις πρακτικές που εφάρμοζαν οι κρατούμενοι στις ελληνικές φυλακές και τις εξορίες, προκειμένου μέσω των βιβλιοθηκών που στήνονταν, να επιτυγχάνεται η μόρφωση και ιδεολογική διαμόρφωση των συντρόφων τους.


Με γλαφυρότητα περιγράφει και ο Βικτόρ Σερζ στα απομνημονεύματά του τα δωδεκάωρα που δούλευε στα εργοστάσια στο Παρίσι για να προλαβαίνει έπειτα μόλις δύο-τρεις ώρες ανοιχτή τη βιβλιοθήκη Σαιντ Ζενεβιέβ για μελέτη. Βέβαια, ο Σερζ προερχόταν από μια οικογένεια που άλλαζε τόπο κατοικίας κάθε λίγο ανάλογα με τις βιβλιοθήκες που ήθελαν να συμβουλεύονται οι γονείς του. Σοσιαλιστές και ριζοσπάστες στην Ισπανία έφτιαχναν βιβλιοθήκες στα «σπίτια του λαού», και το ίδιο έκαναν οι αναρχικοί στα «εργατικά κέντρα» τους, ορίζοντας και βιβλιοθηκάριους σε αυτά. Οι χώροι αυτοί ήταν χώροι ζύμωσης και ιδεολογικής θωράκισης, ήταν όμως και πολιτιστικά και μορφωτικά κέντρα για τον λαό και τους εργάτες που ήταν αποκλεισμένοι από το εκπαιδευτικό σύστημα. Τις βιβλιοθήκες της Σοβιετικής Ένωσης θαυμάζει ο Ζαν Ζενέ το 1936 όταν την επισκέπτεται. Είναι από τα λίγα πράγματα για τα οποία μιλάει με θαυμασμό στο πολύκροτο βιβλίο του «Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση».


Τι συμβαίνει όμως σήμερα; Ποια είναι η σχέση της Αριστεράς με τις βιβλιοθήκες; Δεν είναι ίσως άδικο να πούμε πως η Αριστερά έχει πάρει διαζύγιο με τους χώρους αυτούς. Δεν θα δει κανείς βιβλιοθήκες στις κομματικές οργανώσεις, δεν θα βρει κέντρα τεκμηρίωσης ούτε καν στα κεντρικά γραφεία των κομμάτων. Με δυσκολία θα απαντήσει κανείς μερικές γραμμές στα προεκλογικά προγράμματα.

Τι θα μπορούσε να κάνει λοιπόν η Αριστερά σήμερα με τις βιβλιοθήκες: Πολλά.
Είναι όμως εποχή για κάτι τέτοιο; Αν όχι τώρα, τότε πότε; Μα αν αντιλαμβάνεται κανείς τη δημιουργία βιβλιοθηκών ως επένδυση στο μορφωτικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και οικονομικό κεφάλαιο, σαφώς και είναι η κατάλληλη στιγμή. Οι βιβλιοθήκες ποτέ δεν ήταν βιβλία στα ράφια, ήταν άνθρωποι στα ράφια. Άνθρωποι που αναζητούν και βρίσκουν και παράγουν και διαλέγονται.

Η Αριστερά αν θέλει να αλλάξει τον κόσμο πρέπει να χρησιμοποιήσει εργαλεία αλλαγής. Η γνώση και ο πολιτισμός, οι βιβλιοθήκες, είναι ένα τέτοιο εργαλείο. Περισσότερα στο επόμενο σημείωμα…

υγ: Ευχαριστώ την Πόλυ για την εμπιστοσύνη και την... εικονογράφηση του άρθρου

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Τα παιδικά πάρτυ




Τα παιδικά πάρτυ είναι συνήθως η δυνατότητα που μας δίνεται για μια ανούσια διεκπεραιωτική κοινωνική επαφή. Είναι αυτό που συνήθως έχεις να κάνεις όταν έχεις να κάνεις σαφώς κάτι καλύτερο. Είναι η ευκαιρία σου να μιλήσεις και να ακούσεις για θέματα όπως η παιδική διατροφή (τι ΜΟΥ τρώει), η παιδική πέψη (τι ΜΟΥ χέζει), η παιδική ένδυση (τι ΜΟΥ φοράει), οι παιδικές συνήθειες (τι ΜΟΥ παίζει) κτλ.

Συνήθως προσπαθώ να αποφύγω το ρόλο του συνοδού- όμως κάποιες φορές η πραγματικότητα διαψεύδει τις αγωνίες μου. Ή τις προσπερνά.

Μια τέτοια ημέρα ήταν το προηγούμενο Σάββατο. Διαλέξαμε ανάμεσα σε τρία – τέσσερα πάρτυ- ποιος θα πάει σε ποιο και σε ποια δεν θα πάμε. Στο πάρτυ όμως της Νάντιας σαφώς και θα πηγαίναμε. Οπότε τελοσπάντων φτάσαμε. Οι συζητήσεις αρχικά κινούνταν στο γνώριμο μοτίβο των παιδικών θεμάτων, καθώς οι περισσότεροι συνδαιτυμόνες ήταν φρέσκοι γονείς (και άψητοι ακόμη στην εν λόγω θεματολογία). Όμως γρήγορα τα πράγματα ανατράπηκαν όταν ένας εργένης συνάδελφος μάς ανακοίνωσε ότι φεύγει για τη Δανία. Η αδερφή του ήδη μένει εκεί και εργάζεται, ενώ κάποιες πρώτες επαφές με βιβλιοθήκες έχει κάνει ήδη και αναμένονται κάποιες συνεντεύξεις. «Δεν αντέχω άλλο τους χρυσαυγίτες στη δουλειά- κάθε φορά που απεργώ μου κάνουν τη ζωή δύσκολη. Έκλεισαν και τη βιβλιοθήκη, με έχουν μεταθέσει σε άλλη δουλειά, δεν έχω λόγο να μείνω».

Το κλίμα άλλαξε αυτόματα και με μία ένταση εκπληκτική μία χοντρή κυρία άρχισε να βρίζει «τους πολιτικούς που είναι ανίκανοι και κλέφτες και κατάντησαν σε αυτό το χάλι τη χώρα και όλα τα κόμματα που διόριζαν τους δικούς τους και οι συνδικαλιστές που αντιδρούν και ο Τσίπρας που έκανε καταλήψεις και…». Σαν έτοιμοι από καιρό (και όψιμα θαρραλέοι) άρχισαν όλοι να κελαηδούν ενώ χωρίς σταματημό η χοντρή κυρία επαναλάμβανε για «τους κλέφτες και τα κόμματα που καπελώνουν τις διαδηλώσεις». Όταν προσπαθήσαμε να υπερασπιστούμε τη λειτουργία των κομμάτων και να πούμε πως δεν έχουν κλέψει όλοι και πως δεν έχουν όλοι το ίδιο μερίδιο ευθύνης και τελοσπάντων αν καταργήσουμε την πολιτική καταργούμε τη δημοκρατία μία λεπτή κυρία θεωρώντας μάλλον πως είμαστε ΚΚεδες άρχισε να ειρωνεύεται τις ξεχωριστές συγκεντρώσεις στις διαδηλώσεις, και όταν δεν τσιμπήσαμε, τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ. Ένας φλώρος με κουλτουριάρικα γυαλιά (μου θύμισε τον υπαλληλάκο του Λαζόπουλου) τότε θυμήθηκε να βρίσει την Αριστερά που γεμίζει τα πανεπιστήμια με αφίσες και διαλύει την εκπαίδευση και την έρευνα, ενώ θα έπρεπε να μην δηλητηριάζει με συνδικαλισμό τους φοιτητές. Επίσης είπε πως οι δημόσιοι υπάλληλοι απεργούν για 500 ευρώ μείωση ενώ τόσα χρόνια κοπροσκύλιαζαν και πως ο Τσίπρας το μόνο που έχει στο βιογραφικό του είναι οι καταλήψεις, ενώ ο Τζήμερος….  Μετά μια άλλη κυρία, στρουμπουλή με κατσαρά μαλλιά, άρχισε να λέει πως καλύτερα στην εταιρεία της να απολύσουν δύο λιγότερο εργατικούς υπαλλήλους ή αυτούς που δεν είναι χρόνια στη δουλειά (όπως η ίδια) και τότε εγώ της είπα πως καλύτερα να απολύσουν αυτούς που έχουν παιδιά και που είναι μεγάλοι και τότε εκείνη θυμωμένη σταμάτησε να μιλάει. Σύντομα τη χοντρή κυρία (πρώην Ρηγού, Πασόκα και νυν Χρυσαυγίτισσα),  άρχισε να σιγοντάρει ένας συγγενής των οικοδεσποτών που ρωτούσε επίμονα για τους μετανάστες και το ομόεθνο, το ομόθρησκο και το ομόγλωσσο των Ελλήνων, ενώ η μητέρα του προσπαθούσε να τον συγκρατήσει προκειμένου να μη γίνει σύρραξη και ο φίλος που μεταναστεύει στη Δανία του έλεγε πως κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν είναι ταυτόσημο για όλους («δεν είμαι λιγότερο Έλληνας από σένα επειδή είμαι άθεος» του έλεγε) κι εγώ είχα απομονώσει έναν κύριο στην άκρη και συζητούσαμε τα ίδια με πιο ήπιους τόνους και μου έλεγε πως η Αριστερά θα έπρεπε να έχει ένα τελείως διαφορετικό ήθος και όχι ο Σκουρλέτης να πηγαίνει το παιδί του σε ιδιωτικό σχολείο γιατί πώς θα ξέρει αύριο τη δημόσια Παιδεία αν γίνει υπουργός κι εγώ προσπαθούσα να του πω πως…. (στο τέλος της βραδιάς έμαθα πως και ό ίδιος πάει το παιδί του σε ιδιωτικό σχολείο)…

Είναι μάταιο σίγουρα όλο αυτό που πάω να κάνω: να περιγράψω τις φωνές, την οργή, το τυφλό μίσος, τον κυνισμό, το φανατισμό που μέσα σε ελάχιστα λεπτά φούντωσε και κράτησε για ώρες. Με ξάφνιασε η ένταση, με τρόμαξαν οι φωνές των αγανακτισμένων. Έπιασα τον εαυτό μου να αμύνεται προκλητικά και να επιτίθεται χειρουργικά, όχι γι’ αυτό μόνο που πιστεύει, αλλά και για συστήματα με τα οποία διαφωνεί, αλλά θεωρεί θεμιτή την ύπαρξή τους. Αναγκάστηκα να υπερασπιστώ πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις με τα οποία ποτέ δεν είχα πολιτική σχέση, πάντα τα κατήγγειλα, τα θεωρούσα συνακόλουθα του σάπιου συστήματος των κομμάτων εξουσίας. Αναγκάστηκα να υπερασπιστώ το συνδικαλισμό, όχι αυτόν που εκείνοι εννοούσαν, αλλά αυτόν που εγώ εννοώ. Τους πολιτικούς και τα κόμματα όχι αυτούς που εκείνοι υποστήριζαν πριν, αλλά αυτούς που θεωρώ απαραίτητους για να λειτουργεί η δημοκρατία. Τελικά πάντα απέναντι σε όλους αυτούς θα είμαι; Την εποχή της ευμάρειας που οι περισσότεροι έκαναν δουλειά με το σάπιο σύστημα ήμουν απέναντι ως άτομο και πολίτης και εργαζόμενος. Τώρα, πικραμένοι, θυμωμένοι και φασίζοντες όπως είναι, τυφλοί, με βρίσκουν πάλι απέναντι, πιο σίγουρο από ποτέ και ήρεμα δυνατό με τις ιδέες μου και τις βεβαιότητές μου.

Μάταιο είναι και αυτό ακόμα: να αφηγηθώ τη δική μου στάση. Στέκομαι εν τέλει σε αυτό μονάχα: τα παιδικά πάρτυ δεν είναι πια η δυνατότητα που μας δίνεται για μια ανούσια διεκπεραιωτική κοινωνική επαφή. Είναι ασκήσεις μικρών εμφυλίων. Όχι ανάμεσα σε αριστερούς και δεξιούς, αλλά ανάμεσα σε εργαζόμενους και άνεργους, δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, γονείς και άτεκνους, νέους και ηλικιωμένους…

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Ζώσα μαγεία


Τα φώτα κλείνουν κι εσύ το ξέρεις πως ευθύς μετατρέπεσαι σε μύστη μιας προαιώνιας τελετής, που όσο κι αν απομακρύνεται από τη γέννησή της, όσο κι αν παραδίδεται στα εγκόσμια, διατηρεί πάντα τον ιερό χαρακτήρα της ζώσας αναπαράστασης.



Το θέατρο συμβαίνει κάθε στιγμή που ένας ηθοποιός κι ένας θεατής αναμετρούνται. Βέβαια πάντα νικάει ο θεατής. Ο ηθοποιός στο τέλος θα ντυθεί κι αυτός τη ζωή του θεατή, και θα αποχωρήσει από την ίδια έξοδο.

Όπως και να είναι πάντα μου φαινόταν αδιανόητο πώς ένας ηθοποιός ντύνεται την πραγματική του ζωή και αποχωρεί μετά το τέλος της παράστασης. Τάχα ασφυκτιά ο ρόλος μέσα στον ηθοποιό μετά το θέατρο; Κι αν οι ρόλοι στη ζωή ενός ηθοποιού είναι πολλοί, στριμώχνονται εκεί μέσα του; Μήπως στήνουν παραστάσεις εντός του; Μήπως δραπετεύουν κάπως σε μετέπειτα αναπαραστάσεις;  Εμείς οι θεατές, πόσους ρόλους τάχα παίζουμε σε μια παράσταση; Και ποιος στο τέλος χειροκροτεί; Και ποιον στο τέλος εμείς χειροκροτούμε;

* η φωτογραφία είναι από την εξαιρετική παράσταση του "Όλιβερ Τουίστ" στο "Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν".

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Οι ζωγραφιές της Στέλλας

 



 
Τη βλέπω σκυμμένη με προσήλωση πάνω στα χαρτιά της να δημιουργεί έναν κόσμο παράξενο, είτε ερμηνεύοντας αυτόν που είναι γύρω της, είτε φτιάχνοντας έναν δικό της - αδιάφορο της είναι τι από τα δύο. Χαίρεται μονάχα που δημιουργεί. Πόσο θα ήθελα όμως να πάρω τους μαρκαδόρους της κόρης μου μια μέρα να φτιάξω έναν κόσμο παράξενο, όπως τον θέλω εγώ.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Ιστορία μιας Ευτυχίας




Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’50 σε μια γειτονιά της Αθήνας. Δυο φίλοι, ο Γιώργος και ο Δημήτρης, 7-8 χρόνων, παίζουν «ολυμπιακούς αγώνες» με ένα τσούρμο πιτσιρίκια στο δρόμο. Ξαφνικά τη βλέπουν. Είναι ένα κορίτσι στην ηλικία τους. Κάθεται σε κάτι σκαλοπάτια και τους κοιτάει. Είναι καινούρια στη γειτονιά, και εκείνοι θαμπώνονται κι ευθύς την ερωτεύονται. Κι αρχίζουν σαν τα κοκκόρια να κορδώνονται μπροστά της. Κι ο καιρός περνάει και ο ανταγωνισμός φυτρώνει ανάμεσα στους δύο φίλους, που κάθε μέρα ο ένας ενημερώνει τον άλλο πως «χθες που πήγα βόλτα με την Ευτυχία…» και πως «με την Ευτυχία χθες λέγαμε…». Εκείνη τους κάνει δώρα συχνά: γκαζές, σβούρες και καραμέλες. Και στους δύο.  Μια μέρα ο Δημήτρης λέει στο Γιώργο πως πέρασε μια ολόκληρη νύχτα με την Ευτυχία. Στις επίμονες ερωτήσεις του φίλου του, ο Δημήτρης απαντάει πως πέθανε η γιαγιά της και πως εκείνος της έκανε παρέα όλο το βράδυ που την είχανε στο σπίτι.

Κύλησε ο καιρός, τα παιδιά έγιναν άντρες. Ένα βράδυ ο Γιώργος πήγε σινεμά. Η ταινία που θα έβλεπε λεγόταν «Γυμνοί στο δρόμο». Σε ένα πλάνο την είδε. Την Ευτυχία. Την Ευτυχία τους στο πανί. Είχε ένα μικρό ρόλο. Έλεγε και δυο κουβέντες. Ήταν όμως εκείνη, ο παιδικός έρωτάς τους.

Τα χρόνια πέρασαν κατά πως γίνεται συνήθως. Ο Γιώργος και ο Δημήτρης έμειναν πάντα φίλοι. Ο Δημήτρης πέθανε στα 45 του, τέλη της δεκαετίας του ’80. Ο Γιώργος την ιστορία αυτή μου την είπε προχθές. Κι εγώ την έγραψα εδώ. Να μείνει κάπως…

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ορφανές σκέψεις για ορφανές βιβλιοθήκες



Ξέρεις, νομίζω πως τα λιγότερα αποθέματα αυτό τον καιρό η κοινωνία μας τα έχει στην ελπίδα. Και όσο περισσότερο ανάγκη την έχει, τόσο πιο σφιχτοχέρα γίνεται στο ξόδεμά της. Όμως η ελπίδα δυναμώνει στο μοίρασμα. Στις κατά μόνας χρήσεις αδυνατίζει, ξεφτίζει, αλλοιώνεται.

Μια μέρα σαν κι αυτή- μ’ ένα ήλιο δωρικό να χύνεται στην πόλη, νοιώθω να γκρεμίζομαι στο κενό. Κοιτάζω τους ανθρώπους γύρω μου, ψάχνω να βρω στα μάτια τους την υπόνοια μιας ελπίδας, καλά κρυμμένης έστω. Σιωπή και σφιγμένα χείλη. Κι όταν κάτι αναπάντεχα χαρούμενο ή ευτυχισμένο προκύπτει, απελευθερώνεται άθελά τους ο καημός. Σαν το τζίνι από το λυχνάρι του Αλαντίν.

Οι σκέψεις αυτές είναι σκαλοπάτια για να κατέβω σε αυτά που σήμερα θέλω να σου πω: δεν ορίζουν το σύνολο, οδηγούν όμως στη βασική του λειτουργία.

Μια από τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες στην Ελλάδα, με μοναδικής αξίας υλικό είναι αυτή του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. 22.000 βιβλία, 2000 τόμοι σχολικών εγχειριδίων του 19ου και του 20ου αιώνα, 214 τίτλοι περιοδικών κ.α. είναι τα ποσοτικά στοιχεία της συλλογής αυτής. Όμως μια βιβλιοθήκη δεν είναι μόνο το υλικό της, αλλά κυρίως το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί και με το οποίο συνδέεται οργανικά, το κοινό και το προσωπικό της, η αποστολή και ο στόχος της.

Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο εδώ και ένα χρόνο έχει διαλυθεί, ή σύμφωνα με το πασοκικώς δοκιμότερον «συγχωνευθεί» με το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και μετατραπεί σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου. Οι υπηρεσίες και οι εργαζόμενοι σε αυτό έχουν μεταφερθεί σε νέο κτίριο στους Αμπελόκηπους, ενώ στο αρχικό άθλιο κτήριο ψηλά στη λεωφόρο Μεσογείων παραμένει η μεγάλη βιβλιοθήκη, μόνη αυτή ως υπηρεσία αποκομμένη από τον φορέα της σε ένα κτήριο-φάντασμα. Τη βιβλιοθήκη δεν λειτουργούν πλέον οι δύο ειδικευμένοι βιβλιοθηκονόμοι, καθώς αυτή παραδόθηκε στη γνώριμη και επικίνδυνη κομματική πελατεία των ανειδίκευτων αποσπασμένων εκπαιδευτικών. Αφήνεται λοιπόν σκόπιμα μια σημαίνουσας αξίας βιβλιοθήκη να καταστραφεί και μαζί με αυτήν να απαξιωθούν οι υπηρεσίες της στην εκπαιδευτική πολιτική και να χαθεί το πολύτιμο υλικό της;


Φαντάζει, κι ίσως να είναι, πολυτέλεια να ασχολείται κανείς με την καταστροφή μιας βιβλιοθήκης. Όταν γύρω μας καταρρέουν οι εργασιακές σχέσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η υγεία και η παιδεία. Τι νόημα έχει να αγωνιάς για τα σχολικά εγχειρίδια του 19ου αιώνα, όταν τα σχολικά εγχειρίδια στην Ελλάδα του 21ου είναι σε φωτοτυπίες;

Στη γυάλα που ζω, πορτοκαλής και σιωπηλός σαν το χρυσόψαρο, τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες είναι λυτρωτικά και σημαντικά πράγματα, με βαρύνουσα σημασία στην κοινωνική ζωή και ρόλο δυναμικό στο παρόν και το μέλλον. Το έχω δει να συμβαίνει όλο αυτό- κι αυτή η πείρα γίνεται μέσα μου πυρά. Ο κόσμος γύρω γδύνεται τις απολαύσεις του παρελθόντος και η πλαδαρότητα του πνεύματός του μοιάζει αποκρουστική στα μάτια μου. Είναι όμως ζήτημα αξιοπρέπειας η αντίστασή μας. Και η αξιοπρέπεια δεν ξοδεύεται. Αν την έχεις.

***
Οφείλω να συμπληρώσω και εδώ, όπως θα κάνω και σε προσεχές ποστ στο μπλογκ μου πως η πρώην βιβλιοθήκη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου διαθέτει βιβλιοθηκονόμους εργαζόμενους εδώ και κάποιους μήνες. Οι πηγές μου μάλλον δεν ήταν έγκυρες, τουλάχιστον όσον αφορά στα χρονικά δεδομένα. Οφείλω συγγνώμη στους συναδέλφους...

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Επιστρέφοντας σε αυτά που δεν αφήνουμε πίσω...




 Εκείνη αφιερώνει το βιβλίο της στην αδελφή της. Την κοινή τους ιστορία αφηγείται εξάλλου «το καπλάνι της βιτρίνας». Εκείνη πάλι, αφιερώνει ένα από τα δεκάδες χιλιάδες αντίτυπά του «στην Κέλλυ με αγάπη». Της το ζήτησε ένας φαντάρος στη Λήμνο, πριν κάμποσα χρόνια, γιατί θα το έστελνε στο κορίτσι του που δούλευε στην Αγγλία. Εκείνος της γράφει και δική του αφιέρωση ζητώντας της «να επιστρέψουν σε αυτό που ποτέ δεν άφησαν πίσω τους».

Είναι «το καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη που έχει τις τρεις αυτές αφιερώσεις εντός του. Και είναι στη βιβλιοθήκη μου, στη βιβλιοθήκη μας δηλαδή, γιατί με το κορίτσι που λέγαμε πριν, παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά και θα είμαστε μαζί για πάντα. Ενώνοντας και τις βιβλιοθήκες μας. Ήταν Μάιος του 1998 στη Μύρινα που συνάντησα τη Ζέη.


 Ήταν Οκτώβριος του 2012, ένα βροχερό πρωινό που τη συνάντησα πάλι. Στη λεωφόρο Αλεξάνδρας να μας περιμένει να την πάρουμε με το αυτοκίνητο. Είχαμε οργανώσει επίσκεψή της στο σχολείο του γιου μας. Ανοίγω τη πόρτα, την πλησιάζω. «Καλημέρα» της λέω, «είμαι ο φαντάρος από τη Λήμνο». «Δεν έχεις αλλάξει πολύ από τότε» μου λέει. Την κοιτώ, ούτε τα μάτια της άλλαξαν σκέφτομαι. Την αποχαιρετώ, πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά. Μπαίνει στο αυτοκίνητο, τις παρακολουθώ, η Κέλλυ της δείχνει το καπλάνι, την αφιέρωση, γελούν και φεύγουν.
Το μεσημέρι επιστρέφω στο σπίτι. Ένας «μεγάλος περίπατος του Πέτρου» είναι ακουμπισμένος στο τραπέζι. Τον ανοίγω. «Στον Κωνσταντίνο» γράφει στην πρώτη του σελίδα με στυλό. Και δύο σελίδες μετά είναι τυπωμένη η αφιέρωσή της «στα παιδιά μας».

***
Κάλεσα μια ομάδα φίλων να γράψουν στα blog τους κείμενα για τις αφιερώσεις στα βιβλία. Γιορτάζοντας με αυτό τον τρόπο τις πρώτες εκατό αναρτήσεις του ιστολογίου «Αφιερώσεις Συγγραφέων». Τους ευχαριστώ:

- "Αφιερώσεις"  από την "Αναγεννημένη"
- "Το σπίτι με τις ροδιές" από τα "Χαμένα Επεισόδια"
- "Χειρόγραφες αφιερώσεις στα βιβλία της συλλογής μου: για τις αφιερώσεις του Βιβλιοθηκάριου αφιερωμένο εξαιρετικά!" από το "Καγκουρώ"
- "Αφιερώσεις σε βιβλία" από το "Φαούδι"
- "In memoriam... και μια αφιέρωση σε ένα μελλοντικό βιβλίο" από τις "Rubies and Clouds"
- "Αφιερωμένο στις "Αφιερώσεις" " από το "For Infromation scientists... and others"
- "Προσκλητήριο ενθυμήσεων και σιωπητήριο λόγου" από τους "Κυνοκέφαλους"
- "Βιβλικό τάμα" από το "Εξεγερμένο το 2009"
- "Αφιερώσεις" από το "Ερυθρό Καγκουρώ"
- "Υστερόγραφο σε εκατό αντίτυπα" από τον "Τσαλαπετεινό"
- "Αφιερώνοντας στην... fun-μίλια" από την "Greek libraries in a new world"
- "Αφιερωμένο εξαιρετικά" από το "The three wishes's weblog"
- "Η αφιέρωση" από το "Σημειωματάριο"
- "Αφιέρωση σε βιβλίο" από τη "Roadartist... in athens!"
- "Περί μορίων και πόρων" από το "Η Ωραία Σέλιτσα"
- "Χαϊκού για αφιερώσεις" από τον "SilentCrossing"
- "Με αγάπη, με εκτίμηση, με τιμή, με συμπάθεια, με φιλία με αφοσίωση με ευλάβια... στον... στην... στους..." από την "Anna-Silia"
- "Μια αφιέρωση που δεν έγινε ποτέ" από το "Polyanna's days"
- "Οι φίλοι... τα βιβλία... οι φάροι μας" από τη "Dina Vitzileou"

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Στιγμές μιας διαδήλωσης του 2012


Βράδυ Τετάρτης. Επιστρέφουμε από τη συγκέντρωση στο Σύνταγμα. Βρέχει πολύ, το Μοναστηράκι έχει γίνει Βενετία. Στους ποταμόδρομούς του κόσμος πυκνός, παρέες-παρέες προχωρούν φωνάζοντας: "ψωμί-παιδεία-ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το '73". Ένα αγόρι μπροστά μας παίρνει το κορίτσι του αγκαλιά και το περνάει απέναντι από ένα πλημμυρισμένο δρόμο. Εκείνη φοράει μπότες, εκείνος σταράκια. Φτάνοντας δίνουν ένα φιλί και συνεχίζουν: "ψωμί-παιδεία- ελευθερία, η χούντα..."