Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Μια ιστορία από την άκρη των χρόνων

Η εκφώνηση ζητάει την αφήγηση μιας ιστορίας του Πολέμου- μιας ιστορίας που κάποιος μεγάλος, παππούς ίσως, έζησε. Την ιστορία, ή μάλλον την αρχική παραλλαγή της, άκουσε πριν από 3 χρόνια και δεν θα τη ξεχάσει ποτέ ίσως. Σήμερα πάντως τη θυμήθηκε και την έγραψε στο τετράδιο της γλώσσας. Στην άκρη άλλης μιας επετείου του "ΟΧΙ", ή μάλλον στην άκρη μιας μέρας που θέλει να θυμίζει πως η ελευθερία και η δημοκρατία έχουν αντίτιμο, ένας οχτάχρονος μαθητής γράφει μια σχολική εργασία για τον Πόλεμο:


"Αυτή την ιστορία μου την είπε η θεία η Φλώρα που είναι τώρα 82 χρονών. Μου την είπε όταν ήμουν μικρό παιδάκι.

Η θεία η Φλώρα στον Πόλεμο ήταν οχτώ χρονών. Μια μέρα οι γονείς της την έστειλαν να βρει φαγητό για την οικογένεια. Πήγε να ζητιανέψει από ένα φούρνο, αλλά δεν είχαν γιατί τα είχαν πάρει όλα οι Γερμανοί και οι Ιταλοί. Ένας Ιταλός την είδε και τη λυπήθηκε και της έδωσε ένα καρβέλι ψωμί, αλλά αυτή είπε "όχι δεν θέλω, έχουμε στο σπίτι".

Όταν πήγε σπίτι έβαλε τα κλάματα, επειδή η οικογένειά της ήταν φτωχή και δεν είχε ψωμί. Από περηφάνεια δεν πήρε το καρβέλι από τον Ιταλό".

Τη Φλώρα την πήρε τηλέφωνο ο γιος μου και της διάβασε την ιστορία που έγραψε. Τον άκουσε βουβή. Με ραγισμένη φωνή τον ευχαρίστησε κι ύστερα του ευχήθηκε τα "χίλια καλά". Τελειώνει η μέρα και σκέφτομαι πως οι παρελάσεις που ποτέ δεν θα περιφρουρηθούν από μπάτσους και στρατιώτες είναι οι παρελάσεις των ιστοριών που θα αφηγούνται οι άνθρωποι- μικρές ιστορίες από μεγάλους πολέμους για ψωμί και ελευθερία.

*** 
Το χαρακτικό είναι του Γιώργου Σικελιώτη

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Παράκλησις προς τον αναγνώστην


Εγερτήριο- με τη σειρά στο μπάνιο, γάλα, ντύσιμο, τσάντες για το σχολείο, το δεκατιανό στο σακουλάκι, παπούτσια και έτοιμοι. Ωπ, "πρώτα φιλάκι".

- Να σου πω Στελλίτσα... σου αρέσει τελικά το σχολείο;
- Ναι...
- Πολύ;
- Ναι
- Τι σου αρέσει πιο πολύ;
- Ο Διονύσης
-...

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Το θέμα είναι η υπεράσπιση των βιβλιοθηκών



 Σε ανάρτησή της στην προσωπική της σελίδα στο facebook, η… συγγραφέας Χρυσηίδα Δημουλίδου επιτίθεται στις βιβλιοθήκες που φιλοξενούν βιβλία της προκαλώντας μια σειρά αντιδράσεων συγγραφέων, αναγνωστών, εκδοτών, βιβλιοθηκονόμων.

Το θέμα δεν είναι η «δημιουργός» Χρυσηίδα Δημουλίδου που δεν θέλει τα βιβλία της να υπάρχουν στις βιβλιοθήκες. Κατά την άποψή της τα βιβλία δεν πρέπει να δανείζονται, γιατί η ίδια χάνει λεφτά. Αν περάσουν «5-10 χρόνια και το βιβλίο κάνει τον κύκλο του ή βρίσκεται στα αζήτητα (πχ ένας Καζαντζάκης, ένα Ντοστογιέφσκι, μια Λιλίκα Ζωγράφου [sic])» η «δημιουργός» συμφωνεί πως μπορούν πλέον να υπάρχουν στις βιβλιοθήκες και να κυκλοφορούν ελεύθερα.

Το θέμα δεν είναι οι αναγνώστες των βιβλίων της κυρίας Χρυσηίδας, πολλοί εκ των οποίων συμφωνούν με τις απόψεις της αυτές. Είμαστε αυτό που διαβάζουμε εξάλλου.

Το θέμα δεν είναι πως εκδοτικοί οίκοι, όπως η «Διάπλαση»,  βιάστηκαν να υπερθεματίσουν αναφέροντας πως προτιμούν να πολτοποιούν βιβλία τους παρά να τα χαρίζουν σε βιβλιοθήκες που παρακαλούν για δωρεές.

Το θέμα δεν είναι πως δημοσιογραφούντες στις εφημερίδες, όπως ο κος Γιάννης Μπασκόζος  γράφουν πως «οι βιβλιοθήκες ή τα ιδρύματα που δανείζουν στο κοινό βιβλία ή άλλο προστατευόμενο υλικό θα πρέπει να ζητήσουν προηγουμένως άδεια για τη δραστηριότητά τους αυτή».

Τι να απαντήσεις λοιπόν στο κλίμα αυτό που αρχίζει να διαμορφώνεται τον τελευταίο καιρό από ποικιλώνυμα κέντρα;

Πως το θέμα είναι η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και των βιβλίων στις βιβλιοθήκες, η διάχυση του πνεύματος, η ελευθερία της γραφής, της ανάγνωσης, της κρίσης ανεξάρτητα από την οικονομία των αγορών και την ποιότητα των πνευματικών έργων. Οι βιβλιοθήκες υπάρχουν για να υπηρετούν το αγαθό, τις υπηρεσίες και την ελευθερία αυτή. Το θέμα είναι επομένως η υπεράσπιση των βιβλιοθηκών.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Μικρό κείμενο για τα ζωντανά παράθυρα



Τα παράθυρά μου είναι ζωντανά- ανασαίνουν. Εισπνέουν τη βουή της πόλης και εκπνέουν τη σιωπή του σπιτιού. Τα απογεύματα του φθινοπώρου χορεύουν τα παράθυρά μου σαν τη Σαλώμη το χορό των πέπλων - θωπεύουν το κορμί μου οι κουρτίνες τους. Τα παράθυρά μου είναι εχέμυθοι καθρέφτες- συγκρατούν επίμονα του κόσμου τα μυστικά. Τα παράθυρά μου – στο έχω ξαναπεί- είναι τοίχοι που δεν χτίστηκαν, είτε γιατί δεν έφτασαν τα υλικά οικοδομών, είτε γιατί περίσσεψαν. Κι αν το τελευταίο σου φαίνεται παράδοξο, να ξέρεις πως ό,τι περισσεύει είναι ό,τι έλειψε από αλλού. Τα παράθυρά μου έχουν θέα άλλα παράθυρα, κάποια από αυτά είναι ζωντανά, εισπνέουν τη βουή της πόλης και εκπνέουν τη σιωπή των σπιτιών τους. Αυτή η πόλη κατοικείται από τοίχους που δεν χτίστηκαν είτε γιατί δεν έφτασε η αγάπη, είτε γιατί περίσσεψε η μοναξιά.

*η φωτογραφία, με τίτλο "Nude" (1945) είναι του Edward Weston

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Φτιάχνοντας πύργους

Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες
και περπατώ στα ξένα
κι είναι το σπίτι ορφανό
αβάσταχτο το δειλινό
και τα βουνά κλαμένα”



Όρθιος μπροστά στο νεροχύτη πλένω τα πιάτα. Η μικρή κάθεται στο καρεκλάκι της στο τραπέζι της κουζίνας και ζωγραφίζει. Κυλάνε τα νερά μέσα απ’ τα χέρια μου και με ξεπλένουν με έναν μέσα τρόπο.


 Πρέπει να πήγαινα Τετάρτη δημοτικού. Όταν ήρθε στο σχολείο ο νέος δάσκαλος, ο πιο νέος από όλους τους. Ξανθός, με ανάκατα μαλλιά και μούσια και γυαλιά. Aπό αυτές τις χαρακτηριστικές φιγούρες των νέων στις αρχές του ’80. Ήταν ο κύριος Σακκάς, Βασίλης Σακκάς. Θα μας έκανε «Φυσική Πειραματική». Ανέλαβε και τη χορωδία στις γιορτές, προνομιακό μου πεδίο,  όπου ξεδίπλωνα το τραγουδιστικό μου ταλέντο από μικρός, οπότε η σχέση μας έγινε πιο στενή. Αυτός μας έμαθε το «αν όλα τα παιδιά της γης» του Ρίτσου, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού σε μουσική Μαρκόπουλου, με αυτόν προβάρισα το «πότε θα κάνει ξαστεριά» για να το πω στη γιορτή του Πολυτεχνείου. Στο τέλος της χρονιάς μου έκανε δώρο «τα ξύλινα σπαθιά» του Καλλιότσου (μαζί με το «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» της Ζέη, τα βιβλία με ισχυρά ακόμη τα ίχνη τους μέσα μου). Ένα χρόνο μετά, στην Πέμπτη, ο δάσκαλος είχε φύγει πια από το σχολείο, αποφασίσαμε τα παιδιά να βγούμε στο προαύλιο και να «διαδηλώσουμε» για την ειρήνη. Απειλούνταν βομβαρδισμοί της Λιβύης από τις ΗΠΑ και δεν ξέρω πώς, αλλά βγήκαμε όλα έξω  και αρχίσαμε να τραγουδάμε «αν όλα τα παιδιά της γης πιάναν γερά τα χέρια…». Τους «ελεύθερους πολιορκημένους» τους ξανασυνάντησα φοιτητής. Ο φίλος μου ο Παντελής μου τους έγραψε σε μια κασέτα- ακόμη την έχω.

“Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
ένα χελιδονάκι,
να πάει να χτίσει τη φωλιά
στου κήπου την κορομηλιά
δίπλα στο μπαλκονάκι,”

Θα μου πεις: «τι έπαθες απόψε και θυμάσαι αυτά τα τόσο παλιά;»
Σκέφτομαι λοιπόν πως πατρίδα μας δεν είναι μόνο τα παιδικά μας χρόνια. Αλλά και τα τραγούδια. Τα τραγούδια που μας ένωσαν όλους σε συναυλίες και οικογενειακές συνάξεις, σε συγκεντρώσεις και πορείες, σε γλέντια και ξενυχτισμένους έρωτες. Που μας ένωσαν, καταλαβαίνεις; Που μαζί τα τραγουδήσαμε, ενώσαμε τους καημούς, τις φωνές και τα όνειρά μας. Συνειδητοποιώ πως τόση ώρα ακούω το τραγούδι «της ξενιτιάς» του Θεοδωράκη. Όλα αυτά ξεδιπλώνονται μέσα μου ενώ πλένω τα πιάτα κι η κόρη μου ζωγραφίζει και μου έρχεται ένα «αχ» και ύστερα ξεκινάω το τραγούδι δίπλα στο ανοιγμένο παράθυρο (καταραμένη ζέστη και υγρασία Οκτώβριο μήνα) και θα ήθελα τώρα να είμαστε όλοι μαζί, εδώ στο σπίτι και να τραγουδάμε αγκαλιασμένοι και να χορεύουμε τα τραγούδια μας τα ελληνικά που αυτός ο λαός τα έζησε σε πολέμους και φτώχεια και χούντες και εξορίες και αγώνες για δημοκρατία, δικαιοσύνη και ελευθερία και να τραγουδάμε όλοι μαζί, σαν μια φωνή, τραγούδια της ξενιτιάς, τραγούδια των καημών του μετανάστη που αναπολεί τη μάνα και την αδερφή και τη γειτονοπούλα του κάπου στην Καμπούλ, στο Δελχί, στη Δαμασκό, ενώ πάνω του πέφτουν νεοφασίστες και τον χτυπούν και θέλουν να τον σκοτώσουν και όλοι εσείς γαμώ την Παναγία σας κοιτάτε χαυνωμένοι στα χρόνια που πέρασαν και τραγουδούσαμε όλοι μαζί τραγούδια για δημοκρατία, δικαιοσύνη και ελευθερία.

“στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή

Να πάει στη μάνα υπομονή
δεμένη στο μαντίλι
προικιά στην αδερφούλα μου
και στη γειτονοπούλα μου
γλυκό φιλί στα χείλη”    

Και το τραγούδι τελειώνει μέσα μου μαχαίρι. Η μικρή έχει ολοκληρώσει τις ζωγραφιές της και γυρίζει με νάζι (πάλι) να μου πει:

"μπαμπά φα πάμε να φκιάξουμε πύ(ρ)γους;"

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Ποιος είσαι ρε φίλε;

Αυτές τις μέρες γυροφέρνω το τετράδιο που γράφω αυτά τα πράγματα. Πάω κι έρχομαι. Πιάνω και αφήνω τις λέξεις μου, ξεκινάω και φρενάρω τις σκέψεις μου. Έχουν νόημα λοιπόν όλα αυτά; Έχουν σκοπό; Έχουν έστω μια αισθητική ποιότητα ή μια επικοινωνιακή λειτουργία; Φυτεύουν ιδέες; Προκαλούν μια αντίδραση;




Μην βιαστείς ν’ απαντήσεις. Τουλάχιστον πρώτα άκουσέ με.. Πριν λίγες μέρες ένας «ανώνυμος» σχολιαστής άφησε στο μπλογκ ένα σχόλιο να περιμένει την έγκρισή μου για να δημοσιοποιηθεί. Αποκαλώντας με «ψευτοκουλτουριάρη μαλάκα» με εγκαλούσε γιατί δεν επιτρέπω τον ελεύθερο σχολιασμό, γιατί τα σχόλια περνούν από την εποπτεία μου πριν εμφανιστούν. Τόσο το «ψευτοκουλτουριάρη» όσο και το «μαλάκα» μου άρεσαν σαν χαρακτηρισμοί. Διαφωνώ με τους χαρακτηρισμούς του, αλλά η άποψή του με επιβεβαιώνει. Ο ανώνυμος μαλάκας που τα έγραψε αυτά όμως είναι «ανώνυμος». Εγώ που τα γράφω όλα αυτά σας λέω ποιος είμαι, μπορείτε εύκολα να με βρείτε. Τα ίδια θα σας πω και δια ζώσης (ίσως με άλλο περιτύλιγμα), πάντως τα ίδια. Το πρόβλημα είναι βέβαια ότι το σχόλιο το έπνιξα - δεν ταίριαζε με το κείμενο που είχα γράψει (όπου περιέγραφα την κηδεία ενός προσφιλούς μου προσώπου).

Αυτό το ασήμαντο συμβάν άφησε σκόνη πίσω του. Τι είναι λοιπόν αυτό το παιχνίδι; Δική μου ανάγκη έκφρασης; Τα κείμενα αυτά είναι δραπέτες της όποιας δημιουργικότητάς μου; Είναι πολιτική προπαγάνδα όσα γράφω ή ανούσιες και βαρετές εκμυστηρεύσεις; Μην νομίζεις πως με ενδιαφέρει και ιδιαίτερα, δεν εξαρτώμαι και τόσο από όσα θα μου πεις. Αυτό που με εκκινεί πιστεύω είναι πως εσύ δεν εκφράζεσαι. Και παλεύω να καλύψω το κενό- όχι το δικό σου, το συλλογικό. Δεν σε ξέρω εδώ που τα λέμε. Εσένα που διαβάζεις αυτές τις γραμμές. Ούτε αυτά που σκέφτεσαι διαβάζοντάς τες. Μου ‘χει δοθεί κάμποσες φορές η ευκαιρία ζωντανά να μου πείτε πως αυτά που γράφω σας ενδιαφέρουν – κατά κανόνα… γυναίκες μου το λέτε αυτό. Τα στατιστικά της blogspot επίσης μου δίνουν μια ικανοποιητική εικόνα. Όμως αυτό (που μου αρέσει βεβαίως) στα αλήθεια δεν με κολακεύει καθόλου. Γιατί στα αλήθεια τώρα θα ήθελα πιο πολύ από όλα την αντίδρασή σας. Τη συζήτηση. Αυτό θα ήταν μια καλή λειτουργία αυτού του μπλογκ.

Όταν έχεις ένα προορισμό, δεν περιφέρεσαι, συνήθως παίρνεις της ευθεία σου και πας. Εμένα όμως εδώ μέσα ο σκοπός μου είναι να περιφέρομαι, να ψαχουλεύω τις εμμονές και τα κομμάτια τις ζωής μου: τον έρωτα, τα παιδιά, τη φιλία, τα βιβλία, τη δουλειά, την ποίηση, την Αριστερά, την πολιτική, τις ιδέες, τις εμπειρίες μου. Όσα εδώ μέσα γράφω είμαι «εγώ». Όχι όμως ολόκληρος. Και επίσης όχι αυτός που ο αναγνώστης φαντάζεται. Θέλω να πω πως άλλο μια γνωριμία ή μια φιλία στον έξω κόσμο, τον πραγματικό και άλλο αυτή η σχέση γραφέα- αναγνώστη που έχουμε. Η έξω σχέση είναι σαφώς πιο δημοκρατική, πιο δυναμική, ίσως και πιο ειλικρινής. Αυτή εδώ τώρα είναι ίσως πιο… στοχαστική, λιγότερο αμφίδρομη και πιο μοναχική (άρα είναι ελάχιστα «σχέση»). Με απωθούν οι εκμυστηρεύσεις και οι λυρικές εξομολογήσεις δημοσιογραφούντων στα μπλογκ- μοιάζουν με δημόσιο αυνανισμό (:φαντασιώσεις δεμένες στη μοναξιά).

Για να τελειώνουμε λοιπόν: πάω κι έρχομαι αυτές τις μέρες στα κείμενα και τις σκέψεις μου γιατί είναι μπερδεμένες οι λέξεις μου. Ντύνονται αγχωμένες τα φορέματα της εποχής τους και της μόδας τους ενώ θα προτιμούσαν να κυκλοφορούν γυμνές και ερωτεύσιμες ανάμεσά σας. Αυτή την μπερδεμένη εποχή που ζούμε πρέπει νομίζω όλοι επιτέλους να μιλήσουμε, να ακούσουμε και να σκεφτούμε. Εγώ αυτά έχω να πω. Πρέπει και εσείς να μιλήσετε τώρα.

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Στις συναθροίσεις της ιστορίας


Περπατώ. Πορεύομαι ανάμεσα στους ανθρώπους ετούτης της μέρας. Που διαδηλώνει. Συναθροίζομαι παρανόμως. Στέκομαι δίπλα του. Τον κοιτώ. Είναι πάλι εδώ. Είναι 19 χρόνων και είναι 90 χρόνων και καβαλάει τον Παρθενώνα με μια σημαία στα χέρια. Χαμογελάω. Του χαμογελάω. Σύντροφε Μανώλη στις συναθροίσεις της ιστορίας βαράς προσκλητήριο. Ερχόμαστε.

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Η πράσινη ζακέτα

Πετάγεσαι! Έχεις αργήσει, σε πήρε ο ύπνος. Γδύνεσαι την ασφάλεια των ονείρων σου και βγαίνεις στο δρόμο. Η μέρα, γύρω σου, όχι μέσα σου. Κατεβαίνεις στο σταθμό, έρχεται το τραίνο, μπαίνεις μέσα. "Επόμενος σταθμός, 33 χρόνια πριν" ακούς από τα μεγάφωνα.

Ο κόσμος είναι λιγοστός. Μετέωρο μεσημέρι της τελευταίας μέρας του Σεπτέμβρη. Έξω από μια εκκλησία στέκονται κάποιοι μαυροφορεμένοι. Πλησιάζεις και συ. Εμφανίζεται εκείνη. Ντυμένη λουλούδια. "Κανείς δεν σκέφτηκε να της φέρει δειλινά", σκέφτεσαι. Τη χαιρετάς βουρκωμένος. Θυμάσαι ένα παιδικό τραγουδάκι. Στο έλεγε στις βραδινές σας  βόλτες να μην φοβάσαι το σκοτάδι. Σκύβεις, της το λες στ' αυτί, να μην φοβάται - γιατί είναι πολύ τώρα το σκοτάδι της: "ήταν ένα μικρό παιδί και άξιο παλικάρι/ γαϊδάρου κώλο φίλησε και βρήκε ένα δεκάρι/ και το δεκάρι τό ΄δωσε και πήρε ένα σιμίτι/ και το πρωί εξύπνησε μ' ένα σκατό στη μύτη".

Οι άνθρωποι είναι φυτά που τα βάζουμε σε μεγάλες γλάστρες Κυριακή μεσημέρι και περιμένουμε μετά ν' ανθίσουν. Φεύγουμε. Πάμε τώρα για ψάρι στο "Αννόβερο", της Κατίνας την ταβέρνα. Όλοι μιλούν δυνατά και εσύ δεν μπορείς. Σηκώνεσαι, παίρνεις το δρόμο και πας. Τη βρίσκεις. Σε φωνάζει: "ήρθες κορώνι μου; Τι να σε φιλέψω καρδούλα μου;".
"Θα μου πεις ένα παραμύθι;" της λες. Σε παίρνει στην αγκαλιά της, σε τυλίγει με την πράσινη ζακέτα της κι αρχίζει: "Μια φορά κι έναν καιρό ζήσαν αυτοί καλά και 'μεις καλύτερα...".

Παίρνω το δρόμο της επιστροφής, Κυριακή βράδυ. Γύθειο - Τρίπολη - Κόρινθος - Αθήνα. Σκεφτόμουν, ξέρεις, πως σε κάθε σταθμό που περνάμε κάτι αφήνουμε. Λίγο από εμάς τελικά απομένει στον τελικό προορισμό μας. Κάθε σταθμός είναι και ένας ακρωτηριασμός. Κι αυτό είναι το εισιτήριό μας για να συνεχίζουμε.