Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Οι φωτογραφίες είναι καθρέπτες




Οι φωτογραφίες είναι καθρέπτες. Είναι σιωπή. Είναι χρησιμοποιημένα εισιτήρια. Είναι στραβωμένα καρφιά. Είναι παγωμένες λέξεις, μαρμαρένια χαμόγελα. Οι φωτογραφίες είναι τα αποσιωπητικά του χρόνου. Είναι ένα ειρωνικό σχόλιο της αιωνιότητας. Είναι σοβάδες πεσμένοι στο πάτωμα μετά την καταιγίδα. Είναι φιλίες που τέλειωσαν, έρωτες που ντύθηκαν κι έφυγαν μέσα στο κρύο ή μέσα στη ζέστη. Είναι κιτρινισμένες σελίδες και άνθρωποι που έγιναν λουλούδια του θανάτου. Οι φωτογραφίες είναι σκιές που κυκλοφορούν τις νύχτες αόρατες.

Οι φωτογραφίες μου είναι καθρέπτες- ξυπνάω και στέκομαι μπροστά τους, βλέπω ένα πρόσωπο γνωστό («κι ίσως η ασχήμια του να φύγει μόλις πλυθώ και ξυριστώ»). Μαλακίες… υπεκφεύγω πάλι θεωρητικολογώντας.

Προσπαθώ ν’ αποφύγω το προφανές- να αναμετρηθώ με μια παιδική φωτογραφία. Να αφηγηθώ τι έγινε και πέρασαν 30 τουλάχιστον χρόνια από τότε. Είμαστε λοιπόν στο πατρικό μου σπίτι. Από αριστερά (πίσω σειρά): ο Άκης ο Μεγάλος, ο Λουκάς, εγώ, η Λίτσα, ο αδερφός μου (ο Άκης ο μικρός), η Ελένη. Μπροστά (από αριστερά): ο Σταύρος, η Μαρίνα και η Γιώτα. Εκτός από τη Μαρίνα και το Σταύρο, οι υπόλοιποι είμαστε πρώτα ξαδέρφια. Παίξαμε στην ίδια γειτονιά, ήμασταν η γειτονιά των παιδικών μας χρόνων. Κυνηγηθήκαμε, κρυφτήκαμε, μαλώσαμε, χτυπήσαμε μαζί. Ανεβήκαμε στις καρυδιές του Νίκου, κάναμε σπιτάκια στις αγριλιές ή στα πεταμένα φορτηγά του συνεργείου, φτιάξαμε λασπότουρτες και κηδέψαμε ψοφίμια, κάναμε κάστρα σε χτήματα γεμάτα γαϊδουράγκαθα και κλέψαμε μάπες από το περιβόλι του Κυριάκου. Φτιάξαμε όπλα στο ξυλουργείο, και πήγαμε σκυλάκια στην Κυρά Χριστίνα για να μας φιλέψει ψωμί με ζάχαρη, τρέξαμε στο αυτοκίνητο του Σπήλιου όλα μαζί για να μας δώσει πάλι καραμέλες. Φτιάξαμε σκηνές με καλάμια (ένα ολόκληρο ινδιάνικο χωριό), παίξαμε μήλα και τζαμί, τραβήξαμε τα μαλλιά μας και δαγκωθήκαμε, κάναμε ποδηλατάδες και πήγαμε εκδρομές τη Δευτέρα του Πάσχα, επιστρέψαμε μαζί από την εκκλησία τη Μεγάλη Εβδομάδα κάνοντας τρέλες στη δημοσιά, βρήκαμε τα πρώτα πορνό πεταμένα στη δημοσιά επιστρέφοντας από την εκκλησία κάποια Μεγάλη μέρα κάποιας Μεγάλης Εβδομάδας. Πήγαμε μαζί το Φως μετά την Ανάσταση στον τάφο του παππού και της γιαγιάς μας (και ακόμη πάμε το Φως στον τάφο- είναι και ο Αλέκος εκεί τώρα). Μαζί μαζέψαμε λουλούδια τις πρωτομαγιές και φτιάξαμε στεφάνια και τα πουλήσαμε στους περαστικούς. Τις πρωτοχρονιές μαζί παίξαμε 31 και χάσαμε, μαζί είπαμε τα κάλαντα στην πόλη. Τα καλοκαίρια ξενυχτήσαμε παίζοντας «πέρα» μέχρι να μας χαλάσουν το παιχνίδι οι μεγάλοι που φώναζαν να μαζευτούμε επιτέλους.

Τι κάνω; Μια φωτογραφία ήταν να σχολιάσω. Κάποιο Πάσχα ή πρωτομαγιά στο πατρικό μου σπίτι. Ο Λουκάς με φανέλα, η Γιώτα και η Λίτσα με κοτσιδάκια, η Ελένη με ένα αστείο φόρεμα και ο Άκης ο Μεγάλος σε στάση προσοχής, ο μικρός σοβαρός κι εγώ που κοιτάω ψηλά- δεν θυμάμαι γιατί. Η φωτογραφία πρέπει να είναι τραβηγμένη με την παλιά Lubitel του πατέρα. Μας έστησαν, μας έκλεψαν για λίγο την προσοχή και ύστερα συνεχίσαμε το παιχνίδι μέχρι που τα χρόνια πέρασαν και μεγαλώσαμε, κάποιοι κάναμε παιδιά, τα στήνουμε κάτι πασχαλιάτικες ή πρωτομαγιάτικες μέρες για μια φωτογραφία στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, τους κλέβουμε για λίγο την προσοχή και ύστερα συνεχίζουν το παιχνίδι και τα χρόνια θα περνούν- αν περνούν, και οι φωτογραφίες θα κιτρινίζουν.
***
φτιάξαμε ένα αφιέρωμα στις παιδικές μας φωτογραφίες κάποιοι φίλοι.

Τσαλαπετεινός: Μοναχοπούλι
Σημειωματάριο: Μια παλιά φωτογραφία

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Ιστορίες αντίστασης



[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή", Κυριακή 24/2/2013]

Ένας φίλος μου είχε πει πως «ο Amery θα σε στοιχειώσει». Είχε δίκιο βέβαια.. Ο Amery με «οδήγησε» στον Πρίμο Λέβι, και εκείνος στον Καμπανέλλη, τις διάφορες αφηγήσεις για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την ιστορία των Ελλήνων-Εβραίων. Ο Jean Amery ήταν ένας Αυστροεβραίος συγγραφέας και στοχαστής, βίωσε τη φρίκη και τα βασανιστήρια των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και μπόρεσε να γράψει, εκτός των άλλων, με εξαιρετικό δοκιμιακό λόγο το βιβλίο «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» (Άγρα, 2009).

Από όλο το βιβλίο, εδώ με ενδιαφέρει το πρώτο δοκίμιό του με τίτλο «στα όρια του πνεύματος». Στο κείμενό του αυτό ο συγγραφέας εξετάζει  την αντοχή της διανόησης στις ακραίες συνθήκες ενός στρατοπέδου εξόντωσης, στη συμπεριφορά του κρατούμενου διανοούμενου, στα όρια και τις καταφυγές του. Πόσο χρήσιμη είναι η διανόηση όταν η ζωή απανθρωποποιείται , πόσο αδύναμος να επιβιώσει σε σχέση με το γειωμένο και «πρωτόγονο» τύπο ανθρώπου είναι ο «σκεπτόμενος», ο «καλλιεργημένος», τι ρόλο μπορεί να παίξει η ανάμνηση ενός ποιήματος του Χαίλντερλιν σε ένα τρομαγμένο, πεινασμένο και άθλιο ετοιμοθάνατο; Ο Amery δίνει τις δικές του απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Τα ερωτήματά του παραμένουν ωστόσο αιχμηρά και αναπάντητα να ενοχλούν τις καλλιεργημένες συνειδήσεις μας.

Ο ίδιος αναφέρεται επίσης σε ένα φίλο του, ο οποίος ήταν πολιτικός κρατούμενος την ίδια περίοδο στο Νταχάου. Νοιώθει άβολα που ο φίλος αναφέρει στο βιβλίο του πως χρησιμοποιούσε τη διανόηση ως άμυνα στην πραγματικότητα του στρατοπέδου, τα βιβλία ως μέσο απόδρασης από αυτό. Στην αμηχανία του, που επιτείνει το γεγονός πως το Νταχάου διέθετε βιβλιοθήκη, απαντάει ο ίδιος, εξηγώντας πως οι συνθήκες δεν ήταν ίδιες για τους πολιτικούς κρατούμενους και τους Εβραίους, και πως εξαρχής με διαφορετικό σκοπό φτιάχτηκαν το Νταχάου και το Άουσβιτς, το ένα κυρίως ως στρατόπεδο συγκέντρωσης και το δεύτερο ως στρατόπεδο εξόντωσης.

Στο βιβλίο της «Άουσβιτς: 60 χρόνια μετά» (Πόλις 2006) η Annette Wieviorka αναφέρεται σε ένα σωρό σημαντικά ζητήματα σχετικά με τη διατήρηση της μνήμης ενός τέτοιου απόλυτα αποτρόπαιου κεφαλαίου της ανθρώπινης ιστορίας. Αναφέρει σε κάποιο σημείο την προσπάθεια των κρατουμένων να αφηγηθούν την ιστορία του εγκλεισμού τους ενόσω βρίσκονταν εκεί. Έχουν βρεθεί στα ερείπια των στρατοπέδων εξόντωσης δεκάδες μπουκάλια ή κουτιά με χειρόγραφες αφηγήσεις κρατουμένων εντός τους. Οι απελπισμένοι ετοιμοθάνατοι σε μια απελπισμένη προσπάθεια να διασώσουν τη μνήμη του βασανισμού τους γράφουν και κρύβουν την προσωπική και συλλογική ιστορία τους. Είναι λοιπόν η γραφή και η ανάγνωση μια μορφή αντίστασης. Αντίστασης στην αποσιώπηση.

Υπάρχει ένα βιβλίο, δεν είναι το μόνο, που τυπώθηκε στην Αθήνα το 1943. Εν μέσω κατοχής ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης εκδίδει την ποιητική συλλογή «Μέσ’ από τα τείχη» με ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου εμπνευσμένη από τα βάσανα του κατεχόμενου ελληνικού λαού. Το βιβλίο κυκλοφόρησε σε 105 χειρογραφημένα αντίτυπα, αναπαράχθηκε δηλαδή (μάλλον) σε πολύγραφο, όπως οι αντιστασιακές αφίσες και προκηρύξεις της εποχής. Είναι να απορεί κανείς πως είναι δυνατόν να γράφεται και να διαβάζεται ποίηση σε συνθήκες ακραίας ανελευθερίας και απόλυτης πείνας. Δεν είναι να ξαφνιάζεται όμως, γιατί τελικά η πολιτιστική δημιουργία είναι πάντα πράξη αντίστασης.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Ασφυξία


Κάποιος μου στερεί τον αέρα αυτές τις μέρες. Αγωνιώ να βάλω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου, να τη μασήσω, να την καταπιώ να την κρατήσω κλεισμένη εκεί στα σκοτεινά της ψυχής μου, τα στεγνά, να με θρέψει. Και αυτή είναι ολοένα λιγότερη, και δεν μου φτάνει και ιδρώνω και με πιάνει πανικός και πνίγομαι και ανοίγω το στόμα μου όσο περισσότερο μπορώ και ρουφάω όμως δεν φτάνει και ανοίγω το στόμα μου ακόμα πιο πολύ τόσο πολύ που στο τέλος καταπίνω τον κόσμο ολόκληρο. Και τον κλείνω στα σκοτεινά της ψυχής μου, τα ζεστά. Και ύστερα όλα ησυχάζουν και όλα ερμηνεύονται. Όταν τα χωνέψω.

***
η φωτογραφία είναι του Αμερικανού Bruce Davidson

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Ο πράσινος αναπτήρας



Ένας πράσινος αναπτήρας είναι πάνω στο τραπέζι. Γύρω του ποτήρια με ρακή και μεζέδες και καραφάκια και καπνός και άνθρωποι που γελάνε, μιλάνε, κοιτάζονται, αγγίζονται. Συχνά του αλλάζουν θέση, χέρια τον παίρνουν, τον σηκώνουν ψηλά, αδειάζουν λίγο από τα μέσα του, χρησιμοποιούν λίγη από τη φλόγα του και ύστερα αδιάφορα τον αφήνουν σε μια θέση. Ένας πράσινος αναπτήρας πάνω στο τραπέζι κοινόχρηστος σχεδόν, για τούτο και μόνος. Η νύχτα βάθυνε.

Άδειασαν τα καραφάκια, τα ποτήρια, τα πιάτα και οι άνθρωποι. Εκείνος βάζει τον αναπτήρα στην τσέπη του, μπαίνει σε ένα ταξί, φτάνει στο σπίτι, γδύνεται και ανάβει τσιγάρο. Είμαι ο αναπτήρας μου λέει και παίρνει φωτιά.
***
ο πίνακας είναι του Χρόνη Μπότσογλου

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Πού πάνε τα χειροκροτήματα όταν τελειώνουν;


Πρέπει να γράψουμε μια μέρα ένα ποίημα για το παγάκι που λιώνει, για το στραβωμένο πηρούνι, για το παιδί που παίζει με τα παιχνίδια του, για ένα βλέμμα που δεν κάθισε επάνω σου για πολύ.

Πρέπει να γράψουμε για τις σταγόνες της βροχής που πνίγονται στη θάλασσα και τα τσαλακωμένα χρόνια μας, ένα ποίημα για τα παλιά σχολικά βιβλία των παιδιών που γέρασαν, για τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά, τις χρησιμοποιημένες σύριγγες και τους χρησιμοποιημένους ανθρώπους. Πρέπει να μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε για τα ανοιξιάτικα λειβάδια , για το στιλπνό σοκολατένιο καρπό της χαρουπιάς να γράψουμε, για το στυλό που τέλειωσε το μελάνι του, για όσους φοβούνται μην τους πάρουν τη θέση.

Όλα αυτά σου τα λέω όπως μου έρχονται τώρα - υπάρχουν κι άλλα που δεν έρχονται και μένουν κρυμμένα - ωστόσο πρέπει και σ' αυτά να αναφέρεται το ποίημα: τα κρυμμένα, δηλαδή.

Όταν πάψουμε να ασχολούμαστε με τα ασήμαντα πράγματα στην ποίηση, πρέπει πια να μιλήσουμε και γι' αυτά που προείπα.

Για να μπορέσουμε κάποια στιγμή να απαντήσουμε επιτέλους πού πάνε τα χειροκροτήματα όταν τελειώνουν.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Έκθεση ιδεών


[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή", Κυριακή  10/2/2013]

Καταλογογραφώ. Τούτο σημαίνει πως δουλεύω την περιγραφή των βιβλίων, δημιουργώ στοιχεία πρόσβασης σε αυτά για τους χρήστες της βιβλιοθήκης. Δημιουργώ καταλόγους. Τελοσπάντων από τα χέρια μου περνάει η υλική μορφή της γνώσης- κάνω ενδιαφέρουσες γνωριμίες. Αυτές τις μέρες καταλογογραφώ σχολικά βιβλία και βοηθήματα του ’30, του ’40 και του ’50. Τα ξεφυλλίζω. Κάποια είναι οδηγοί εκθέσεων. Το μάτι μου πέφτει σε ένα… υπόδειγμα, «Αναρχία-Πειθαρχία» και ύστερα σε ένα άλλο, «Ποία η θέσις παντός νέου έναντι των σημερινών εθνικών μας προβλημάτων». Κάπου εκεί μέσα ο συγγραφέας λέει πως «έκαστος νέος… οφείλει να λάβη την πλέον υγιά εθνικώς θέσιν». Σε ένα άλλο βοήθημα υπάρχει υπόδειγμα με θέμα «το καλό και το κακό βιβλίο». Το κακό βιβλίο, λέει, είναι σαν τον άγνωστο διαβάτη που θα μας πλησιάσει με απώτερο στόχο να επιτύχει κάποιους κρυφούς του σκοπούς (κακούς προφανώς).


Για κάποιο λόγο όλα αυτά θα έμοιαζαν πριν λίγα χρόνια σχεδόν εξωτικά. Χαμένα στο τραυματισμένο παρελθόν μας- οριστικά χαμένα. Για κάποιο λόγο όλα αυτά αποκτούν τρέχουσα ισχύ και σημασία αυτό τον καιρό, που ο κόσμος χωρίζεται σε καλό και κακό, χρήσιμο και επιζήμιο, εθνικό και αντεθνικό. Η ίδια Δεξιά, οι επίγονοί της, θέτει αυτά τα διλήμματα και προσπαθεί να πείσει πως παραμονεύει ο δράκος της αναρχίας. Δεν έχει περάσει καιρός που τα δελτία ειδήσεων περιέγραφαν με αναλυτική διάθεση τη μεγάλη βιβλιοθήκη του Λάμπρου Φούντα, ενοχοποιώντας τον και γι’ αυτό. Το τι διαβάζεις σε χαρακτηρίζει ως εχθρό ή φίλο, το τι δεν διαβάζεις σε κατατάσσει στους ασφαλείς και ασφαλισμένους…


Συνηθίζω να λέω στους μαθητές που επισκέπτονται τη βιβλιοθήκη πως δεν υπάρχουν καλά και κακά βιβλία. Τους λέω ιστορίες των βιβλίων και μέσω αυτών μιλάμε για την ιστορία του πολιτισμού μας. Τους δείχνω κάποια καραμανλίδικα βιβλία, τούρκικη γλώσσα με ελληνική γραφή, ζωγραφισμένα από μαθητές που βαριόνταν προφανώς τη διδαχή και την εκμάθηση. Τα βιβλία, τους λέω, θα παλεύουν πάντα τις συνθήκες απαγόρευσης για να πουν τις αλήθειες τους και οι μαθητές πάντα θα προτιμούν να παίξουν, παρά να μάθουν. Τους δείχνω ένα Κοράνι, μία Βίβλο και το κόκκινο βιβλίο του Μάο. Τα 3 αυτά βιβλία είναι σημαντικά για δισεκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Κρατώντας τα στο χέρι εκατομμύρια άνθρωποι έκαψαν βιβλιοθήκες και άλλα βιβλία, πιστεύοντας πως ό,τι γράφεται αλλού είναι περιττό ή επικίνδυνο. Η αξία των βιβλίων δεν βρίσκεται στη μοναδική τους αλήθεια, αλλά στον αέναο διάλογο, στην αιώνια πάλη. Στο τέλος πάντα τους ρωτώ να δουν ένα χάρτη και να διακρίνουν τι δείχνει. Είναι ένας χάρτης του Muhammad-al-Idrisi. Οι μαθητές στην αρχή δυσκολεύονται, ύστερα αρχίζουν να γυρίζουν το κεφάλι τους στο πλάι, κάποια στιγμή διακρίνουν γνώριμα σχήματα, στο τέλος απαντούν: ο χάρτης είναι ανάποδα, ο βορράς είναι κάτω. Το τι είναι ανάποδο τους λέω μάς το όρισαν, δεν το ορίσαμε μονάχοι μας. Γελούν και φεύγουν. Ποτέ κανείς ενήλικος δεν μπόρεσε να καταλάβει το χάρτη, δεν γύρισε το κεφάλι του στο πλάι, δεν κοίταξε ανάποδα το χάρτη.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Ημερολόγιο που στάζει

Νίκος Χουλιαράς

Έχω ένα πορτοκαλί τετράδιο. Εκεί μέσα συγκροτούμαι σε σειρές λέξεων - στρατοπεδεύω στα λευκά του τοπία. Περιμένοντας.
***
Η Αλέκα μου είπε: "κοίτα πόσο γρήγορα ταξιδεύουν τα σύννεφα". Της απάντησα: "έχω καιρό να δω τον ουρανό" .
***
Τα blog είναι βέβαια άλλοτε ένα μικροσκόπιο, άλλοτε ένας μεγεθυντικός φακός, καμιά φορά είναι κυάλια. Με κάθε τρόπο είναι ένας μαγικός καθρέπτης, παραπλανητικός.

(βέβαια κάποιοι που και που τα φορούν σαν μονόκλ)
***
Αυτό το να συστηνόμαστε οι blogger με τα ιστολογικά μας ονόματα είναι σαν να ταυτίζουμε τον ηθοποιό με το ρόλο του. Δεν θα λέγαμε βέβαια τη Νένα Μεντή, ευτυχία, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Γι' αυτό, να ξεκαθαρίσουμε πως στην αληθινή μου ζωή φίλε όταν πίνω τσίπουρα, είμαι ο Γιώργος.
***
Όταν λέω όμορφη αυτή την πόλη εννοώ πως είναι η πόλη που μοιραζόμαστε (αναγκαστικά ίσως) τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τις εφορίες και τους τάφους της. Κι είναι ωραίο βέβαια να μοιράζεται κανείς.
***
Η Κική Δημουλά, σου είπα, είναι ο Τριβιζάς της ποίησης. Δεν υπερέβαλα.
***
Μου λείπουν πολύ οι Κατσιμιχαίοι αυτό τον καιρό. Γι' αυτό ακούω και ξανακούω το Bleibtreu Cafe "

 "... Το παγωμένο γέλιο του
ακούω και φοβάμαι
το γέλιο του πολέμου
ακούω ξανά από παντού
Αχ! πόσο εύκολα ξεχνάμε
το έγκλημα φυσάει ξανά από παντού"

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Υπό το κράτος της Δεξιάς



Η γενιά μου δεν είχε ζήσει το κράτος της δεξιάς- αυτό το κράτος που «ο λαός δεν ξεχνά». Βίωμά μας ήταν  μόνο ο πολιτικός απόηχος ως σύνθημα. Δεξιές πολιτικές, φιλελεύθερες, αντιλαϊκές και βέβαια έζησε. Η κρατική και παρακρατική βία ήταν πάντα παρούσα, και κατά καιρούς έκανε τα ξεσπάσματά της (καταλήψεις του ΄91, Δεκέμβρης του ’08), όμως δεν ήταν κρατούσα, λειτουργούσε περισσότερο ως αντιδραστική εκτόνωση, παρά ως εμφανής τακτική επιβολής.

Ο λαός φαίνεται πως «ξέχασε» τι σημαίνει δεξιά στην Ελλάδα- μια νεότερη γενιά μεγάλωσε χωρίς καν τον απόηχο. Η αποπολιτικοποίηση των τελευταίων δεκαετιών εξοβέλισε τις πολιτικές αναφορές στο πυρ το εξώτερον, όχι μόνο γιατί όλες οι πληγές κλείνουν (και είναι νόμος της φύσης αυτός), αλλά και γιατί η πασοκική σοσιαλδημοκρατία δεν είχε πλέον ανάγκη να ενεργοποιεί τα προοδευτικά αντανακλαστικά του λαού – προτιμούσε να τα ναρκώνει – για να κυβερνάει.

Η γενιά μου ζει πια υπό το κράτος της δεξιάς- εδώ και τρία χρόνια, με έξαρση τους τελευταίους μήνες. Την πόρτα στην πολιτική της κρατικής και παρακρατικής βίας άνοιξαν ορθάνοιχτα οι πολιτικοί ταγοί του μεταπολιτευτικού συνθήματος για να περάσουν εύκολα οι γόνοι της- ο Σαμαράς και το ακροδεξιό κονκλάβιο των συμβούλων του.

Το κράτος της Δεξιάς ασκεί τη μόνη πολιτική που ξέρει, την πολιτική του φόβου, το κράτος της Δεξιάς βασανίζει, προπαγανδίζει, απειλεί, αλλοιώνει, τρομοκρατεί, χτυπάει, ξεσπώντας τόσων χρόνων παραγκωνισμό στο περιθώριο. Όχι μόνο αρνείται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που γεννάει η οικονομική κατάρρευση (κάτι που δομικά εξάλλου δεν μπορεί να κάνει), αλλά επιδιώκει διά της βίας που ασκεί να εξαφανίσει την κοινωνική αντίδραση. Το κράτος της δεξιάς ξαναγεννιέται από τις χουντικές στάχτες του όταν ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως ισχυρίζεται πως αφού βασάνισαν τους κατηγορούμενους για ληστεία και τρομοκρατικές ενέργειες νέους, η αστυνομία 'έσβησε τα ίχνη βασανισμού τους στις φωτογραφίες "ώστε να προσομοιάζουν οι δράστες με την εικόνα που έχει ο μέσος άνθρωπος για να μπορεί κανείς να τους αναγνωρίσει..."

Στο κράτος της Δεξιάς, το αγκαλιασμένο με τις νεοφασιστικές ομάδες, οφείλουμε να απαντήσουμε με μαζικούς πολιτικούς αγώνες, υπερασπιζόμενοι την πρόοδο, τη δημοκρατία, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Ένας λαός που ξέχασε το κράτος της Δεξιάς θα το θυμηθεί αναπόφευκτα στους δρόμους...

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

τη 26η Φεβρουαρίου 1948...


Ένα γράμμα μόνο η αρχή του. Τόπος. Χρόνος. "Αγαπητέ μου Θόδωρε". Το χαρτί διπλωμένο σε ένα σχολικό βιβλίο και ξεχασμένο εκεί 64 χρόνια. Ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ. Ένα γράμμα που κανείς δεν έλαβε. Μια άγνωστη συνέχεια χαμένη για πάντα. Δασείες, ψιλές, περισπωμένες και δοτικές ανεπίδοτες.

Κι άνθρωποι καμιά φορά με μόνη την αρχή τους. Τόπος, χρόνος, και δοτικές ανεπίδοτες