Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Οι Ιφιγένειες στις βιβλιοθήκες

Τι γίνεται λοιπόν; Όταν ξαφνικά προκύπτει η είδηση και οι αναπαραγωγές της, τι κάνουμε; Εδώ και λίγες μέρες δημοσιεύματα αναφέρουν τη συγχώνευση 46 δημόσιων βιβλιοθηκών της χώρας με απώτερο στόχο την απόλυση εργαζομένων σε αυτές. Με τον τρόπο αυτό (εννοείται) πως θα σωθεί η χώρα και θα οδηγηθεί στην ανάκαμψη…


 Τι έρχεται να δημιουργήσει μια τέτοια είδηση; Ας προσπαθήσουμε κάπως να το περιγράψουμε.

Καταρχάς μια έντονη ανησυχία σε έναν πολύπαθο επαγγελματικό κλάδο, αυτό των βιβλιοθηκονόμων. Κατά δεύτερον ανησυχία στις βιβλιοθήκες που κάτω από άθλιες συνθήκες καλούνται να παίξουν ενισχυμένα το ρόλο της πληροφόρησης, της εκπαίδευσης, της παροχής πολιτιστικού προϊόντος σε περίοδο έντονης κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής κρίσης και σε ένα διεθνώς μεταβατικό περιβάλλον στα ζητήματα τεχνολογίας της πληροφόρησης. Είναι τέλος και αυτοί που χρησιμοποιούν τις βιβλιοθήκες, δεν είναι λίγοι, μάλλον είναι πολλοί, που εκδήλωσαν την αγωνία τους για την ύπαρξή τους.

Ποιες συμπεριφορές παρατηρήθηκαν και παρατηρούνται αυτές τις μέρες; Αρκετοί συνάδελφοι ενεργοποιήθηκαν, ενημέρωσαν, αναπαρήγαγαν την είδηση, αντάλλαξαν απόψεις και πρότειναν δράσεις χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πολλοί επίσης σιώπησαν. Αν αυτή η σιωπή δηλώνει φόβο, εφησυχασμό, αδιαφορία, κυνισμό, ατομισμό ή αναλφαβητισμό δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Υπάρχουν και αυτοί που επιχειρούν να διαψεύσουν, να διασπείρουν αντίθετες φήμες, να κατευνάσουν έχοντας ασαφείς προσβάσεις στα αρμόδια υπουργεία ή σαφείς προσβάσεις σε αυτά αλλά ασαφή πληροφόρηση.

 Ο μικρόκοσμος αυτός των βιβλιοθηκών και των βιβλιοθηκονόμων που θορυβούν αυτές τις μέρες είναι βέβαια ένας καθρέπτης της κοινωνίας. Πήραν φωτιά τα μπατζάκια μας (ή θα πάρουν όπου να ‘ναι) και ανακαλύπτουμε οι περισσότεροι τη φωτιά. Φωνάζουμε για το παράλογο της καταστροφής του πολιτιστικού μας προϊόντος, ζητούμε την αρωγή του κόσμου για να υπάρξει η ευδοκίμηση, απογοητευόμαστε, καταγγέλλουμε…

Κάποιοι από εμάς βρήκαμε τις Ιφιγένειες που θα θυσιαστούν για να πάρουν αέρα τα πανιά μας: είναι οι διοικητικοί υπάλληλοι, οι ανειδίκευτοι, οι εργαζόμενοι με συμβάσεις αορίστου χρόνου, οι αλεξιπτωτιστές των χρόνων της κομματικής πελατειοκρατείας. Ο φασισμός μας, η συντήρηση, η αντίδραση, ο κοινωνικός αυτοματισμός ανθίζει αυτές τις μέρες. Βρήκαμε ποιος μας φταίει. Αποδεχόμαστε το δίλημμα (που κανείς δεν μας έθεσε ευθέως) «ή διάλυση ή αναβάθμιση», και απαντούμε σε αυτό: να απολυθούν όσοι δεν είναι σαν κι εμάς.


Κάποιοι από εμάς βρήκαμε τις Ιφιγένειες νομίζοντας πως είμαστε Αγαμέμνονες. Φτάνει. Θα έρθει σύντομα η σειρά και του Αγαμέμνονα να δολοφονηθεί στο λουτρό του. Δεν είμαστε οι μόνοι και αν δεν το καταλάβουμε αυτό θα μείνουμε μόνοι. Οφείλουμε πιστεύω να είμαστε σε εγρήγορση για τη σωτηρία των βιβλιοθηκών στη χώρα μας, να προετοιμάζουμε τη συντονισμένη απάντησή μας όταν οι ειδήσεις γίνουν επίσημες ανακοινώσεις. Δεν μπορούμε να αναθέσουμε τη σωτηρία στους άλλους (θεσμικούς και μη), πρέπει να δράσουμε κι εμείς. Οφείλουμε πιστεύω να ενώσουμε τις βιβλιοθήκες μας με όλους τους οργανισμούς που πλήττονται και κινδυνεύουν από τη διαλυτική μανία της κυβέρνησης. Οφείλουμε πιστεύω να καταλάβουμε πως πρέπει να πολεμήσουμε μαζί με όλους τους άλλους γύρω μας. όχι μόνο για τις βιβλιοθήκες, αλλά και για το αύριο της κοινωνίας μας.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

«Οι υπάλληλοι, οι καημένοι…»*

[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 26/5/2013]


Σκυμμένος μέσα του, σιωπηλός, κρύβει ακόμη και τον ίσκιο του - αυτός ο τελευταίος θα πρόδιδε μια κάποια ύπαρξη. Άποψή του είναι η ασφάλεια, πράξη του είναι η σιωπή. Κάθεται εκεί και περιμένει. Αν τον ρωτήσει κανείς δείχνει τους άλλους: «ρωτήστε εκεί… ξέρουν». Είναι ο υπαλληλάκος. Όποιας βαθμίδας. Συνήθισε την καρέκλα του, την αγαπάει, φοβάται ό,τι κινείται, ό,τι αλλάζει. Θα την υπερασπιστεί με κάθε τρόπο, δεν θα την αφήσει όμως ποτέ για να διαδηλώσει σε ένα δρόμο. «Και τι θα πετύχουν;» θα σου πει. Αν πετύχουν βέβαια, θα ωφεληθεί κι αυτός και αυτό το ξέρει καλά. Αν αποτύχουν, εκείνος δεν θα έχει χάσει τίποτα. Δεν είναι όπως καταλαβαίνεις μόνο η σιωπή, είναι που ενεργά θα συνεργαστεί με όποιον του εξασφαλίσει μια μονιμότητα, με όποιο κόστος. Είναι πρόθυμος να συνεργαστεί, είναι πρόθυμος να θυσιάσει εσένα για να σωθεί.

Είναι και ο άλλος - ο μεγαλόσχημος, συνδικαλιστής χρόνια (του καθεστώτος), παράγοντας πολιτικός. Όταν γέννησε η γυναίκα σου, πήρε το φακελάκι, μέτρησε κιόλας αν του τα έδωσες όλα. Και εκείνη τη στιγμή πιο πολύ ντρεπόσουν εσύ, παρά αυτός. Ύστερα τον είδες σε μια διαδήλωση και θύμωσες. Αν δεν είσαι από αυτούς που είναι δεμένοι στις καρέκλες τους, τώρα με ποιους είσαι μαζί; Με αυτούς που τις λαδώνουν;

Είναι κι ο άλλος: ο Φώτης. Δούλευε ταξί για καιρό- είχε όμως και γραφείο σε ένα ίδρυμα. Κάρτα του χτύπαγε η Θεανώ, η οποία κατά τα άλλα έβγαζε φωτοτυπία το σταυρόλεξο και έκαναν αγώνα με τους υπόλοιπους ποιος θα το λύσει πρώτος στον όροφο. Ο Φώτης μια μέρα που απεργούσαν τα ταξί, εμφανίστηκε στο γραφείο. Κι όταν είδε κάποιον άλλο να κάθεται εκεί, άρχισε να φωνάζει.

Μια φορά έβλεπα απέναντί μου μια γυναίκα να κάθεται στο γραφείο της. Η οθόνη του υπολογιστή της είχε χαλάσει και την είχαν πάρει για επισκευή. Για 15 μέρες ερχόταν, καθόταν στην καρέκλα της και κοιτούσε μπροστά χωρίς να κάνει τίποτα. Ύστερα, όταν τελείωνε το ωράριο, σχολούσε.

Δεν έχει νόημα αυτό το… αγιολόγιο των τεμπέληδων και των φοβισμένων. Είναι πολλοί γύρω μου. Ποτέ δεν ήμουν από αυτούς- κι αυτό είναι ακλόνητη πολιτική άποψη. Θα υπερασπίζομαι όχι μόνο το δικαίωμά τους στην εργασία, αλλά και την υποχρέωσή τους να δουλεύουν. Γι’ αυτό το τελευταίο δεν αρκούν οι διαδηλώσεις όμως.


* από το ποίημα του Κ. Καρυωτάκη «Δημόσιοι υπάλληλοι»

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Τα πρόσωπα της καρτερίας


Στα λούνα παρκ συναντάς και τα άλλα βλέμματα- όχι μονάχα τα άπληστα όσων διασκεδάζουν, αλλά και αυτά τα κάπως θλιμμένα, τα εξαναγκασμένα στη σιωπή. Των διασκεδαστών τα βλέμματα που υποπίπτουν στις αντιφάσεις της ζωής...






Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Τα πρόσωπα της σιωπής


Υπάρχει ένα εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στο Μαλαγάρι, πίσω από την Περαχώρα, απέναντι από τις Αλκυονίδες νήσους. Σκαρφαλωμένο πάνω στο βουνό και απομακρισμένο από κάθε κατοικημένη περιοχή. Είναι ένα βυζαντινό κτίσμα του 11ου αιώνα με ελάχιστες τοιχογραφίες στο εσωτερικό του. Ένα βασανισμένο εκκλησάκι γυμνό και παρατημένο στη φθορά των καιρικών συνθηκών. Δεν ξέρω τι με μαγεύει τόσο στα ζωγραφισμένα πρόσωπα- ίσως η σιωπή τους, πιο απόλυτη και από το θάνατο. Ή η αντίστασή τους στη φθορά αιώνες τώρα.








Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Ο κότσυφας και η ελευθερία

Στη συνάντηση συμμετέχουν εκπρόσωποι γονέων, δασκάλων και καθηγητών- η συζήτηση είναι έντονη, η απεργία των τελευταίων είναι προ των πυλών και η επιστράτευσή τους αν και όχι πρωτόγνωρη τους τελευταίους μήνες αποτελεί εκτός των άλλων και ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα της κυβέρνησης σε όλους τους εργαζόμενους. Αναζητούνται τρόποι συνεργασίας, σύμπραξης όλων των εμπλεκόμενων στην παιδεία και άμεσης αλληλεγγύης στον αγώνα των καθηγητών, που δεν είναι βέβαια αγώνας συντεχνιακός, δεν γίνεται για τις δύο ώρες αύξησης του ωραρίου. Αλλά διεκδικεί τη μη διάλυση του εκπαιδευτικού συστήματος στην πιο κρίσιμη φάση. Ακούγονται διάφορα, υπάρχει ένταση, ξεφεύγουν ή επιδιώκονται επιθέσεις και διαφοροποιήσεις.  Συριζαίοι, Ανταρσύες, ΚΚέδες, αντιεξουσιαστές, ανένταχτοι αριστεροί. Αποκαλούμαστε μεταξύ μας "συνάδελφοι". Για να μην πούμε "σύντροφοι". Μας ακούω και το μυαλό μου φέρνει μια αγαπημένη σκηνή από το "Γη και Ελευθερία" του Κεν Λόουτς: Ισπανικός Εμφύλιος. Ο Δημοκρατικός Στρατός καταλαμβάνει ένα χωριό. Γίνεται συνέλευση των κατοίκων παρουσία των  επαναστατών. Τροτσκιστές, σταλινικοί και αναρχικοί διαφωνούν για τη διαδικασία κολεκτιβοποίησης ή αναδιανομής της γης. Οι μέχρι εκείνη τη στιγμή συναγωνιστές συγκρούονται άγρια μεταξύ τους μπροστά στα απορημένα μάτια των ντόπιων χωρικών.



Πρωί Σαββάτου. Χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η μάνα. Η φωνή της ακούγεται θλιμμένη. Μετά τις πρώτες κουβέντες μου ξεφουρνίζει το νέο: δυο καρακάξες έφαγαν το κοτσυφάκια από τη φωλιά τους στην αυλή χθες το μεσημέρι. Η μάνα τους και ο πατέρας τους προσπαθούσαν με κραυγές να τις διώξουν, αλλά απέτυχαν. Και σήμερα το πρωί "υπάρχει τέτοια σιωπή έξω", δεν ακούγονται τα κοτσύφια. Όσο την ακούω σκέφτομαι "εδώ ο κόσμος χάνεται...". Η φωνή της κάμπτει την απόφασή μου να της πω τι σκέφτομαι, οπότε το γυρνάω πάλι στο παραμύθι:

"... πάει η φωλιά, παν τα κοτσυφόπουλα, παν όλα... βγήκε και κάθονταν στο κλαδί μονάχος. Από μακρυά έρχονται όλα τα πουλιά του δάσους: μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια, τσαλαπετεινοί και παγόνια, από μακρυά τον χαιρετάνε και από κοντά του λένε: 
- "Γεια σου Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη τσουτσουλομύτη"
- "Δεν με λένε Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη τσουτσουλομύτη, μόνο Σταύρο με λένε!"

"Αχ βρε Γιώργο, αχ βρε Γιώργο... δεν το είχα σκεφτεί..." μου λέει με φωνή πλημμυρισμένη. Και κλείνει το τηλέφωνο σιγά. Μένω να κοιτώ τον τοίχο. Αυτά τα παραμύθια...

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Ένα παραμύθι για έναν αρχηγό


[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 15/5/2013]



Η Αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Όλοι περίμεναν να αρχίσει το λόγο του ο αρχηγός. Ο δικός μας λόγος τεμαχιζόταν σε ψιθύρους αγωνίας. Η πορεία στο εξής θα καθοριζόταν στη σημερινή μας συγκέντρωση. Εκείνος εμφανίστηκε ευθύς σαν άγαλμα. Γύρω του, σοβαροί οι επιτελείς, οι κοντινοί του, οι συμβουλάτορες. Πλησίασε στο βήμα. Απλώθηκε μια ασυνήθιστη σιωπή. Όπως απλώνει η λάσπη στους βρεγμένους δρόμους. Μας κοίταξε μετρώντας το βάρος της αδημονίας μας και ξεκίνησε.

Μιλούσε δυνατά και καθαρά. Τα χέρια του σχεδίαζαν ασπίδες και ακόντια στον αέρα. Κάποιες στιγμές σημάδευαν τον ουρανό κι άλλες εμάς, τους αποσβολωμένους θεατές του. Έμοιαζε ευτυχής που πέτυχε να αιχμαλωτίσει ένα τέτοιο κοινό, αποφασισμένο να αγωνιστεί για την ανατροπή. Στο τέλος της ομιλίας του (το τέλος στις ομιλίες είναι πολύ σημαντικό, όσο σχεδόν και στα παραμύθια) τον χειροκροτήσαμε ενθουσιασμένοι και όρθιοι όλοι. Η αίθουσα γέμισε επευφημίες και κραυγές ικανοποίησης. Η νίκη θα ήταν δική μας. Ο αγώνας μας είχε αρχηγό και στρατηγική και στόχο συγκεκριμένο.

Τότε έγινε αυτό- γύρισε το βλέμμα του προς το μεγάλο τοίχο και ξάφνου θόλωσε. Το ξαναμμένο του πρόσωπο έγινε χλωμό. Κάθιδρος, με μάτια τρομαγμένα μάς κοίταξε και προσπάθησε να ψελλίσει κάτι, όμως τα χειροκροτήματα δεν άφηναν να τον ακούσουμε. Στάθηκε λίγη ώρα ακίνητος σαν άγαλμα και ύστερα από λίγο σωριάστηκε νεκρός. Γυρίσαμε παραξενεμένοι το βλέμμα μας στον τοίχο- τι ήταν αυτό που είχε προκαλέσει την απότομη αλλαγή του και το μεγάλο κακό; Τι ήταν αυτό που τον τρόμαξε θανάσιμα; Δεν υπήρχε τίποτα: μονάχα οι σκιές μας διαγράφονταν στον τοίχο. Που ακόμη χειροκροτούσαν τον αρχηγό.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Ποιος θα κάτσει στα παγκάκια;

Τη Δημουλά ως ποιήτρια τη σέβομαι, χωρίς ωστόσο να αγαπάω την ποίησή της. Τι βρίσκω πολύ τεχνική, μανιερίστικη, ίσως συχνά "άστοχη", εγωκεντρική. Η Δημουλά τα τελευταία χρόνια, όχι άθελά της, έχει γίνει δημόσιο πρόσωπο, "σταρ" του "πνεύματος", σπάνιο πράγμα για τα ήθη του ποιητικού χώρου. Τη δημοσιότητα αυτή δείχνει να την απολαμβάνει. Οι πρόσφατες δηλώσεις της, αλλά και η παλαιότερη (2011) συνυπογραφή της στο κείμενο των 32 πνευματικών ανθρώπων σχετικά με το μνημόνιο, εκθέτουν έναν άνθρωπο με σαφή πολιτική τοποθέτηση στα δημόσια πράγματα της εποχής μας. Νομίζω πως ούτε η ηλικία, ούτε η τύχη, ούτε οι δημοσιογράφοι ευθύνονται για το θόρυβο που ξέσπασε από όσα είπε στην Κυψέλη. Η βαρύτητα των λόγων της μια τέτοια εποχή είναι μεγάλη και όφειλε αυτό να το ξέρει- νομίζω πως έχει περάσει πια η εποχή που ο καθένας ανέξοδα μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Το θόρυβο που προκάλεσε η αναφορά της στα παγκάκια της Κυψέλης, δεν τον συμμερίζομαι, την ένταση, τη φρασεολογία, το γηπεδικό φανατισμό που συνοδεύει το σχολιασμό των περισσοτέρων. Συμφωνώ με τις τοποθετήσεις των συγγραφέων Αύγουστου Κορτώ και Πέτρου Τατσόπουλου.

Όμως μετά από όλα αυτά το ζήτημα με τα... παγκάκια παραμένει:

τα παγκάκια ανήκουν και στα πρεζόνια
τα παγκάκια ανήκουν και στους μαύρους
Τα παγκάκια ανήκουν και στους gay
Τα παγκάκια ανήκουν και στις ξανθιές
Τα παγκάκια ανήκουν και στους γέρους
Τα παγκάκια ανήκουν και στους άστεγους
Τα παγκάκια ανήκουν και στους χοντρούς
Τα παγκάκια ανήκουν και στα βατράχια
Εν τέλει, χωράνε ανάμεσα σε όλους τους άλλους και οι ποιητές στα παγκάκια. 

Οι Πολωνοί ποιητές (αγάλματά τους!) Agnieszka Osiecka, Zbigniew Herbert
και Jan Brzechwa στη Βαρσοβία

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Το απόγευμα του Μεγάλου Σαββάτου


Χρόνια τώρα. Ολοένα και περισσότερα. Σαν βήματα που προχωρούν και πάνε. Βήματα απώλειας και βήματα νέας ζωής, βήματα γέρικα και βήματα παιδικά. Γύρω από τα αρνιά και τα κοκορέτσια  Σάββατο απόγευμα- προετοιμασία του Πάσχα στο πατρικό μου. Ύστερα τσίπουρο και πρέφα. Αύριο ξημερώνει η Ανάσταση. Όποιος προλάβει πρώτος να ανάψει τη φωτιά.


Η διαδοχή σε αυτή την τελετουργία δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχει- δεν την φροντίζω. Ίσως γιατί αρνούμαι να δεχτώ πως κάποτε θα γίνει. Πώς κάποτε εγώ θα σουβλίζω, κι ο γιος μου θα με φωτογραφίζει με ένα τσιγάρο στο στόμα σκυμμένο πάνω από το αρνί, για να μετράει με την επανάληψη το μήκος της ζωής. Τα βήματα που έρχονται και τα βήματα που φεύγουν.