Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Η Στέλλα και η Κλυταιμνήστρα



Πριν λίγες μέρες επισκεφθήκαμε οικογενειακώς τις Μυκήνες. Ο γιος μας (9 χρόνων) ήταν ενθουσιασμένος: κάστρα, πολεμίστρες, πολεμιστές, ασπίδες, βασιλιάδες,... όλα τα ενδιαφέροντα στοιχεία του αγορίστικου σύμπαντος. Η Στέλλα (3.5 χρόνων) μάλλον αδιάφορη με όλα ετούτα χαιρόταν απλά τη βόλτα. Μέχρι που πριν μπούμε στο λεγόμενο τάφο του Αγαμέμνονα άκουσε τα τζιτζίκια. Οπότε ο ενθουσιασμός πολλαπλασιάστηκε και θυμήθηκε το τραγούδι του Κόκοτου (σε ποίηση του Ελύτη) γι' αυτά. Ο θολωτός τάφος είχε ωραία ακουστική, οπότε εκείνη απολάμβανε να το τραγουδάει δυνατά: "... ζει και ζει και ζει και ζει ο βασιλιάς ο ήλιος ζει..."

Περίεργο τραγούδι να τραγουδάει κανείς σε έναν βασιλικό τάφο, σκέφτηκα. Και χαμογέλασα στην ιδέα πως θα μπορούσε κάπως να μας ακούσει αυτή η δόλια η Κλυταιμνήστρα που τον έσφαξε και να μας αρχίσει στο κυνηγητό έξαλλη που αποκαλύψαμε πως εκείνος επιβίωσε....

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Οι καλές ειδήσεις για τις βιβλιοθήκες

[Αναδημοσίευση κειμένου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Κοινότητα Γραμμάτων και τεχνών" των εκδόσεων "Μαΐστρος"]


Η καλή είδηση είναι ένα ενδιαφέρον πολιτικό, ψυχολογικό, επικοινωνιακό και κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας. Τα χρόνια αυτά της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής κρίσης είναι συχνά διατυπωμένη από το «κοινό» η ανάγκη κατανάλωσης καλών ειδήσεων, όπως επίσης και η καλλιέργεια της ανάγκης αυτής από τα ΜΜΕ και τους φορείς της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής εξουσίας που σπεύδουν να την «καλύψουν».

Η ανεύρεση, «δημιουργία» και διοχέτευση καλών ειδήσεων θεωρώ πως έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά συστημικής προπαγάνδας. Παραδείγματα αυτής της «ενημερωτικής» καταιγίδας θα βρει κανείς και στα τελευταία χρόνια πριν τη μνημονιακή εκτροπή της κρίσης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του εθελοντισμού (ιδιαίτερα μετά τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004), της «κοινωνίας των πολιτών» που πλαισιώνει τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, των Atenistas κ.ο.κ.

Δεν αμφισβητεί κανείς πως τα παραπάνω αποτελούν «γεγονότα», επικοινωνιακά αξιοποιήσιμες δηλαδή πληροφορίες, ωστόσο αυτό που επιχειρώ να πω είναι πως η αντιστοιχία τους στην ποσότητα των ειδήσεων είναι δυσανάλογα μεγάλη και πως η σπουδή με την οποία προβάλλονται από συγκεκριμένα κέντρα είναι σκανδαλωδώς επιμελημένη. Παράμετρος που έχει επηρεάσει την ένταση και την έκταση του φαινόμενου είναι και η αναπαραγωγική ευχέρεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και η δυνατότητα που αυτά παρέχουν στον καθένα να προβάλει ειδήσεις. Καθώς περνάει ο χρόνος και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αξιοποιούνται ολοένα και περισσότερο από εμπορικές δομές, στη διοχέτευση της είδησης παρεμβαίνει και ένας άλλοτε στοιχειώδης και άλλοτε «καλλιεργημένος» μαρκετινίστικος μηχανισμός. Το marketing είναι σαφώς αγκαλιασμένο με την καλή είδηση, αυτήν υπηρετεί εκ γενετής.

Στο χώρο των βιβλιοθηκών αυτά τα φαινόμενα έχουν ενταθεί τον τελευταίο καιρό. Είναι εντυπωσιακά μεγάλος ο αριθμός των άρθρων, των αφιερωμάτων και των συνεντεύξεων που σχετίζονται με την κατασκευή του νέου κτηρίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης από το Ίδρυμα Νιάρχου στο Φάληρο. Η επικοινωνιακή δύναμη του Ιδρύματος είναι βέβαια τεράστια (πόσο μάλλον που η παρουσία τους εξαπλώνεται με πυκνούς ρυθμούς στο σύνολο των κοινωνικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών δομών της πτωχευμένης Ελλάδας.). Πολλές ουσιαστικές παράμετροι του σημαντικού αυτού γεγονότος αγνοούνται (ή υποκρύπτονται). Τα ρούχα της αλλάζει η Εθνική Βιβλιοθήκη, δεν αλλάζει δομή, μηχανισμό, δεν στελεχώνεται με το χρήσιμο προσωπικό, δεν ενισχύεται θεσμικά. Το γεγονός αυτό είναι γνωστό σε αυτούς που χειρίζονται επικοινωνιακά το θέμα και ήδη διαφαίνονται οι σχεδιασμοί τους ώστε να «καλυφθεί» το κενό. Ποτέ πάλι τόσες εφημερίδες, ιστοσελίδες, blog και περιοδικά δεν αγκάλιασαν μια βιβλιοθήκη με τέτοια… τρυφερότητα. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η επίμονη και με κάθε αφορμή επαναλαμβανόμενη προβολή του Νέου Κτηρίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν εξυπηρετεί την ανάγκη της ενημέρωσης, αλλά επιχειρεί συν τοις άλλοις να δημιουργήσει πολιτικά χρήσιμες εστίες αισιοδοξίας. Παρόμοια ήταν η πολιτική αξιοποίηση των έργων που χρηματοδοτήθηκαν από τα ευρωπαϊκά προγράμματα τα προηγούμενα χρόνια. Σε επίπεδο πολιτικής αξιοποίησης το Ίδρυμα Νιάρχου σήμερα είναι τα ΕΣΠΑ των παρελθόντων ετών.

Ένα δεύτερο παράδειγμα της επικοινωνιακής χρήσης ζητημάτων σχετικών με τις βιβλιοθήκες είναι η «ειδησεογραφία» των δράσεων που πέρυσι και φέτος το καλοκαίρι αυτές εκτελούν στο πλαίσιο του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Future Library (το οποίο χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Νιάρχου). Αρκεί να αναζητήσει κανείς στο twitter τις αναρτήσεις που αναφέρονται στις βιβλιοθήκες προκειμένου να δει πόσο πρόθυμα εκδοτικοί οίκοι, τοπικά και γενικά ειδησεογραφικά blog αναπαράγουν την είδηση των καλοκαιρινών δράσεων των δημόσιων βιβλιοθηκών. Δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως αυτό είναι κακό, πόσο μάλλον που οι βιβλιοθήκες τώρα «ανακαλύπτονται» από τα ΜΜΕ και τις δομές επικοινωνίας και ενημέρωσης (όχι αποκλειστικά με δική τους ευθύνη). Η συγκυρία θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι κρίσιμη, και οι «ειδήσεις» αυτές θα μπορούσαν να απαντούν με έργα στις εντεινόμενες φήμες για επικείμενο κλείσιμο πολλών από αυτές. Είναι όμως έτσι; Πόσοι από αυτούς που πρόθυμα αναπαράγουν τις ειδήσεις για τις καλοκαιρινές αυτές δράσεις έχουν ενημερώσει το «κοινό» τους για το κίνδυνο κλεισίματος των δημόσιων βιβλιοθηκών; Είναι το ενδιαφέρον τους αυτό που τους κάνει να γράφουν ειδήσεις για τις «πολύχρωμες βιβλιοθήκες», είναι η επικοινωνιακή ισχύς του χορηγού ή πολιτική χρήση των καλών ειδήσεων; Πόσο συναφής με την εμπορική λογική ενός εκδοτικού οίκου είναι η ανάρτηση μιας είδησης που αφορά στο κλείσιμο ενός πολιτιστικού οργανισμού;

Το σημείωμα αυτό επιχείρησε να καταγράψει μια επικοινωνιακή δυναμική που διαμορφώνεται αυτόν τον καιρό και στο πλαίσιο που το πετυχαίνει, διαμορφώνει με τη σειρά της μια αντίληψη στον κόσμο σχετικά με όσα γίνονται στη χώρα μας. Αυτό που επιχειρώ να πω είναι πως η χρήση των καλών ειδήσεων μόνο άδολη δεν είναι πολιτικά. Δεν αγνοώ την αναγκαιότητα της αισιοδοξίας, αλλά στέκομαι κριτικά στην προπαγανδιστική καλλιέργειά της από τα Μέσα.

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Απόδοση και ελευθερία*

[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου' στην Αυγή της Κυριακής 21/7/2013]


Ειδικός στην ελευθερία δεν είμαι. Αν με ρωτούσες θα δίσταζα να σου πω αν είμαι ελεύθερος. Δεν ξέρω πόση είναι η ελευθερία, τι βάρος έχει, αν απέκτησε ποτέ απογόνους. Η ελευθερία, κάποιοι μού λένε, είναι να ανοίγεις τα χέρια σου πάνω σε ένα βουνό, να βουτάς σε μια γαλήνια θάλασσα από ψηλά, να ακούς τους ήχους του δάσους, να κάνεις κούνια-μπέλλα  σε μια κρεμασμένη από δέντρο ρόδα, να χορεύεις, να κυνηγάς ένα κορίτσι. Για τον καθένα ελευθερία σημαίνει κάτι διαφορετικό μου λένε, να παίζεις μπουγέλο, να ανάβεις φωτιά δίπλα στη θάλασσα, να αγναντεύεις το ηλιοβασίλεμα. Μου λένε πως ελευθερία είναι η προθεσμιακή κατάθεση. Μιλούν γι’ απόδοση και ελευθερία. Κι εκεί τελειώνει το μήνυμα. Εκεί τελειώνει και η ελευθερία μου.

Τεμαχίζουμε λοιπόν την ελευθερία σε μικρές καθημερινές ηδονές. Επιλέγουμε (να το βασικό κριτήριο της ελευθερίας) ποιες από αυτές μπορούμε να χαρούμε. Όποιες δεν μπορούμε, δεν πειράζει. Έχουμε την ελευθερία να μην τις επιλέξουμε. Πάντως εδώ που τα λέμε οι εν λόγω ηδονές δεν απαιτούν και πολλά για να επιτευχθούν. Η ελευθερία που διαφημίζουν είναι ψηφίδες εύκολων καθημερινών δυνατοτήτων. Εύκολων; Ξέρω έγκλειστους που στερούνται αυτές τις δυνατότητες. Η παρανομία στερεί τη διαφορετικότητα στις επιλογές, τη δυνατότητα, τις μικρές ηδονές της καθημερινότητας. Σκέφτομαι τους έγκλειστους μετανάστες στο στρατόπεδο της Κορίνθου. Πόσες μικρές, τεμαχισμένες ελευθερίες έχουν ξεχασμένοι από την κοινωνία που πριν ένα χρόνο αντιδρούσε στον εγκλεισμό τους και τώρα τους ξέχασε; Μια κοινωνία που έχει την ελευθερία να τους αγνοεί, όχι όμως να νοιάζεται γι’ αυτούς. Υπάρχουν και άλλου τύπου έγκλειστοι, με περιορισμένες δυνατότητες επιλογής. Αυτοί οι τελευταίοι μπορούν μονάχα κανάλι προπαγάνδας να επιλέγουν καθισμένοι στον καναπέ του σπιτιού τους.

Μου λένε πως η ελευθερία είναι ένα άυλο προϊόν που αγοράζεται. Μπορείς να την πάρεις κομμάτι-κομμάτι. Αν έχεις να την αγοράσεις, μπορείς. Μου λένε για απόδοση και ελευθερία και μένα ο νους μου πάει στη «γη και ελευθερία», στην «ελευθερία ή θάνατος», στο στίχο «ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν».

Αν είναι να έχουμε όποια ελευθερία επιλέγουμε εγώ θα προτιμούσα να τις πολλαπλασιάσουμε τις ελευθερίες μας, όχι να τις τεμαχίσουμε. Θα προτιμούσα η ελευθερία μου να μην αγοράζεται και μόνο τα όνειρά μου να έχουν απόδοση. Θα ήθελα την ελευθερία όλων να σκέφτονται, να δημιουργούν, να ερωτεύονται, να μορφώνονται, να επιλέγουν, να ζουν. Αν διαφημίζατε μια τέτοια ελευθερία, μάλλον θα επαναστατούσαμε. Γιατί ωραία είναι η ελευθερία που με αγώνα κατακτιέται. 

*με αφορμή τη διαφήμιση ενός τραπεζικού προϊόντος

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Λοιπόν...


"Μια μπάντα πήγαινε σε επαρχιακό παραλιακό δρόμο.
Έπαιζε εμβατήρια. Ένα παιδάκι δεκατέσσερω χρονώ
με φαρδύ καπέλο και παλιά ρούχα της μουσικής
που έπαιζε τρομπόνι, δεν είδε τη στροφή του δρόμου.

Έτσι η μπάντα έστριψε, και το παιδάκι βάδισε μόνο
                                                      του την ευθεία.
Με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο."

[Από τη συλλογή "οι πυροτεχνουργοί" του Γιώργου Μαρκόπουλου] 

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Το χαμόγελο


Το χαμόγελο είναι η σκιά της ευτυχίας. Περίμενα αρκετή ώρα μέχρι να επιλέξω την παρουσία ή όχι του άρθρου στη σκιά αυτής της πρότασης. Ίσως να μην είναι η μόνη σκιά, εξάλλου διαφορετικές θέσεις φωτισμού δημιουργούν διαφορετικές θέσεις σκίασης. Όπως και να το πούμε το χαμόγελο είναι μια άυλη, μια φευγαλέα ανάμνησή της (θα το έχεις προσέξει πως ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά ακίνητη σκιά). Το ίχνος της ευτυχίας πάνω στην άμμο εύκολα χάνεται και σβήνει, δεν μπορεί όμως να αμφισβητηθεί το γεγονός πως υπήρξε κάποια στιγμή ευτυχία.

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Αποτρόπαια ψοφίμια


Λέει λοιπόν κάπου ο Καββαδίας πως «οι αστερισμοί εκείνη τη νύχτα ψιχάλιζαν φως». Σε ένα κείμενο για τον πόλεμο, για ένα πόλεμο, οι αστερισμοί ψιχάλιζαν φως. Θέλω να έρθει πάλι η εποχή που τα κείμενα θα ψιχαλίζουν, γιατί κάθε βράδυ, κάθε που τελειώνει η μέρα αυτό τον καιρό, σκουπίζουμε τις νεκρές μας λέξεις και τις αδειάζουμε στα σκουπίδια.


Οι ψεύτικες λέξεις είναι αποτρόπαια ψοφίμια.

***
Η φωτογραφία είναι του Ralph Gibson

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Ένας λαθραίος στην επιτυχία

[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή" της Κυριακής 7/7/2013]


Οι γνώσεις μου επί «αθλητικών» θεμάτων είναι εξαιρετικά λιγοστές, από επιλογή και από άποψη. Συνοπτικά μόνο να πω πως θεωρώ όλη αυτή την ιστορία του επαγγελματικού αθλητισμού μια εξαιρετική φάμπρικα πολιτικών και οικονομικών συμβολαίων.

Το θέμα ωστόσο αυτού του σημειώματος είναι ο Αντετοκούμπο, ο Νιγηριανής καταγωγής αθλητής του μπάσκετ, ο οποίος απασχόλησε το μπασκετικό κατεστημένο των ΗΠΑ με τις επιδόσεις του, έγινε αφιέρωμα στου New York Times, εξ αντανακλάσεως και σε όλα τα ελληνικά ΜΜΕ, και την Τρίτη έγινε και επισκέπτης του Μεγάρου Μαξίμου μετά από πρόσκληση του «γονιδιακά» μη ρατσιστή πρωθυπουργού.

Πολλαπλές αναγνώσεις μπορεί κανείς να κάνει σε αυτή την ιστορία. Δεν είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση καρπώνεται, ή επιχειρεί να καρπωθεί, μια αθλητική «επιτυχία». Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος μετανάστης βαφτίζεται Έλληνας επειδή πρώτευσε, ξεχώρισε, συμμετείχε σε μια αθλητική επιτυχία. Δεν είναι η πρώτη φορά που μια «καλή είδηση» καταβροχθίζεται από τα συστημικά μέσα, προκειμένου να χωνευτεί ως ένδειξη της «νέας Ελλάδας» που προκύπτει από το μνημονιακό τοκετό.

Ο Αντετοκούμπο είναι ένας, πετυχημένος μετανάστης, άθελά του «ακίνδυνος» για τα ρατσιστικά σύνδρομα ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας. Σηματοδοτεί την πεποίθηση πως η προσωπική προσπάθεια αρκεί για να κερδίσει κανείς την αναγνώριση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η αναγνώρισή του ως Έλληνα πολίτη είναι επιβράβευση των προσπαθειών του, όχι προϋπόθεση. Η επιτυχία του Αντετοκούμπο είναι ότι μόνος τους, χωρίς τη συνδρομή της κοινωνίας, των θεσμών, των κρατικών υπηρεσιών ξεχώρισε και πέτυχε. Πρόκειται για ένα “success story” με σημειολογία ανάλογη με το ράλλυ ακρόπολης, τη νέα εθνική βιβλιοθήκη στο Φάληρο, την αγορά του ΔΕΣΦΑ, τη δημιουργία του αγωγού φυσικού αερίου κλπ και χρήση ανάλογη αυτών.

Δεν θα μπορούσα να υποδείξω σε αυτόν τον άνθρωπο το βαρύ φορτίο που προσθέτει στις βασανισμένες πλάτες του η ξαφνική αυτή δημοσιότητα. Δεν με ξαφνιάζει η δικαιολογημένη χαρά του, ούτε καν η ευγνωμοσύνη του απέναντι στην Ελλάδα. Δεν με ξαφνιάζει, με θλίβει ωστόσο, στο μέτρο που έχω παρακολουθήσει τις δηλώσεις του, το γεγονός πως δεν αναφέρεται στις ρατσιστικές επιθέσεις που δέχονται οι μετανάστες, στο φασιστικό φαινόμενο, στα δικαιώματα των υπολοίπων. Δεν αξιοποιεί προς όφελος των βασανισμένων την τυχαία αναγνώρισή του από την ελληνική πολιτεία. Ας είναι.


Εμείς θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για τα success stories όλων των ανθρώπων. Έτσι ώστε οι επιτυχίες να μην είναι λαθραίες, να είναι εξαιρετικά κοινότοπες.

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Το Γενικό Συμβούλιο και η… Πολιτική Ηγεσία



Με ανακοίνωσή του το Γενικό Συμβούλιο Βιβλιοθηκών, Γενικών Αρχείων του Κράτους και Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης (το τελευταίο άνευ αντικειμένου…) τοποθετήθηκε πριν λίγες μέρες στο ζήτημα που έχει προκύψει σχετικά με την επικείμενη συγχώνευση δημοσίων βιβλιοθηκών και την απόλυση εργαζομένων σε αυτές.

Το εν λόγω Συμβούλιο είναι το ίδιο που δεν είχε τοποθετηθεί όταν η Άννα Διαμαντοπούλου, ως υπουργός Παιδείας, καλούσε τις βιβλιοθήκες να υιοθετηθούν από το ίδρυμα Νιάρχου, ειδάλλως τις απειλούσε με κλείσιμο λόγω έλλειψης κρατικής χρηματοδότησης.

Θα περίμενε κανείς σε μία τέτοια ανακοίνωση -αδήλωτο σε ποιους απευθύνεται- να υπάρξει μια σαφής, αυστηρή και αποφασιστική τοποθέτηση του εν λόγω συμβουλίου για όσα σχεδιάζονται στους διαδρόμους του υπουργείου, στο οποίο εξάλλου αυτό ανήκει. Θα περίμενε μια συνοπτική περιγραφή της σημασίας και του ρόλου των βιβλιοθηκών την εποχή αυτή της κρίσης. Θα περίμενε έστω μια αναφορά και στα ζητήματα Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ, όμως…

Αντί αυτού έχουμε ένα φλύαρο και ανούσιο κείμενο που απαντάει σε «φήμες», τις οποίες ωστόσο δεν θεωρεί απλώς «φήμες», αφού τις σχολιάζει. Στο εν λόγω κείμενο αναφέρεται πως «λίγη» βοήθεια θα επιτρέψει στις βιβλιοθήκες να επιτελέσουν το έργο τους, το οποίο ορίζεται ως η διά βίου μάθηση και επανακατάρτιση των ανέργων και η στήριξη των μαθητών που αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες τους στο σχολείο». Πραγματικά εντυπωσιακή η πρόθεση των συναδέλφων να αντικαταστήσουν τον ΟΑΕΔ και τα σχολεία, όμως παραμένει απορίας άξιο το πώς πετυχαίνουν αυτές κάτι τέτοιο, αφού φαντάζομαι πως έχουν διατελέσει επαρκώς τις βασικές λοιπές λειτουργίες τους. Είναι δε ενδιαφέρον πώς αυτές πετυχαίνουν στη στήριξη των μαθητών, εκεί που το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί αποτυγχάνουν.

Ύστερα επαναλαμβάνονται συνοπτικότατα οι θέσεις του Συμβουλίου σχετικά με την ανασυγκρότηση του συστήματος δημοσίων βιβλιοθηκών (αλλά και των δημοτικών…). Χωρίς να είναι πρόθεσή μου ο σχολιασμός αυτών των απόψεων, δεν μπορώ παρά να απορήσω για τη θέση τους σε μια τέτοια ανακοίνωση και τη συγκυρία που αυτές εκφράζονται. Δεδομένης της κοινής αίσθησης ότι ουδέποτε το Υπουργείο επεξεργάστηκε τις προτάσεις αυτές με πνεύμα κατανόησης και διάθεση στρατηγικής υλοποίησης, δεν μπορώ παρά να θεωρώ πως μπορούν εύκολα να στρώσουν το χαλί στους σχεδιασμούς του για τη συγχώνευση των βιβλιοθηκών (τη λεγόμενη «φήμη»…).

Το εν λόγω Συμβούλιο «ελπίζει» πως η "Πολιτική Ηγεσία" (τι "όμορφη" σημειολογία των κεφαλαίων αρχικών γραμμάτων) θα λάβει αποφάσεις με γνώμονα τις εισηγήσεις των ειδικών… Είναι βέβαια κοινώς αποδεκτό πως το ίδιο έκανε το Υπουργείο και άλλες φορές, όταν ανακοίνωσε τις συγχωνεύσεις των σχολείων, τις απολύσεις των εκπαιδευτικών, το κλείσιμο των σχολικών βιβλιοθηκών: σε όλα αυτά το Υπουργείο μάλλον ζήτησε τη γνώμη των ειδικών, οπότε δόκιμα το Συμβούλιο Βιβλιοθηκών «ελπίζει» πως και τώρα θα πράξει το ίδιο.


Το Συμβούλιο Βιβλιοθηκών δεν απαιτεί, δεν καλεί, απλά «ελπίζει». Καλή ελπίδα συνάδελφοι. Και ας είναι αυτό το κείμενο μια άδικη, σκληρή και μίζερη κριτική στις ανακοινώσεις σας.

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Οι άνθρωποι της σιωπής


Υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι της σιωπής - ζουν σε κουρασμένα σπίτια,  φωτισμένα με γυμνές λάμπες, σε δωμάτια χωρίς κανέναν ήχο, μονάχα η ανάσα πάει κι έρχεται από συνήθεια σέρνοντας τις παντόφλες της μέσα στη νύχτα..

Άνθρωποι νικημένοι στην άκρη του χρόνου. Έχουν ζήσει γάμους, γεννήσεις και κηδείες, είναι ίσως οι τελευταίοι που έμειναν, ακόμη και τον πρώτο έρωτα έχουν ξεχάσει. Τίποτα δεν επηρεάζει την καρτερικότητά τους, τίποτα δεν είναι πια γι' αυτούς ξαφνικό, όλα, και τα μελλούμενα, έχουν περάσει. Τα όνειρά τους, όταν αργά το βράδυ ξαπλώνουν, είναι ένας δρόμος σε ένα σκοτεινό οροπέδιο. Ευθύς και μαύρος μέσα στη μαύρη νύχτα, ενωμένος μαζί της όπως η σιωπή με το θάνατο.

Κάποιοι άνθρωποι της σιωπής έχουν πεθάνει χρόνια πριν πεθάνουν. Αυτούς τους ανθρώπους τους αγαπώ και τους σέβομαι για έναν απροσδιόριστο λόγο.