Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Η κρυφή ιδεολογία του εθελοντισμού


Το θέμα του εθελοντισμού είναι ένα σχετικά ανεξερεύνητο πεδίο κοινωνικής μελέτης, πολιτικής σκέψης και ιστορικής έρευνας. Είναι μια λέξη με ιδιαίτερη ισχύ και αυξημένη χρήση τα τελευταία 15 χρόνια στην Ελλάδα, από την εποχή δηλαδή που «χτιζόταν» ο στρατός των εθελοντών για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Και είναι, νομίζω, ένα φαινόμενο που έχει άμεση σχέση με την πολιτική, οικονομική και κοινωνική πορεία της χώρας τα τελευταία χρόνια.

Η εθελοντική (άμισθη ή ορθότερα αφιλοκερδής)  προσφορά εργασίας δεν είναι ωστόσο καινούρια, ούτε είναι φαινόμενο μόνο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σημαντική ήταν και είναι η παρουσία και δράση εθελοντικών συλλογικοτήτων δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα (σύλλογοι γονέων, τοπικοί-πολιτιστικοί-μορφωτικοί κ.α. σύλλογοι), ενώ και θεσμοί όπως τα κόμματα ή η εκκλησία ανέκαθεν αξιοποιούσαν την εθελοντική εργασία των φίλων, οπαδών, πιστών τους.


 Τι διαφορετικό λοιπόν συμβαίνει τώρα; Υπάρχει καλός και κακός εθελοντισμός; Έχει όρια ο εθελοντισμός; Ποιοι προβάλλουν και γιατί το εθελοντικό μοντέλο;

Τα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί η προπαγάνδα της εθελοντικής προσφοράς. Την προπαγάνδα ασκούν με έμφαση τα ΜΜΕ συνεπικουρούμενα από επιχειρήσεις αλλά συχνά και τις πολιτικές αρχές (δήμους, κυβερνήσεις). Είναι γνωστό με πόση ένταση υποστηρίχθηκαν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις από τις «σοσιαλιστικές» κυρίως κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων, συχνά χρηματοδοτούμενες με κυβερνητικό χρήμα. Η πολιτική εξουσία φαινόταν να εκχωρεί ένας μέρος του ρόλου της σε συλλογικότητες που την αντικαθιστούσαν σε τομείς οργάνωσης της δημόσιας ζωής. Με την εκχώρηση αυτή αποδεχόταν την αδυναμία της να αναλάβει το έργο της και πρόθυμα διαφήμιζε την απαλλαγή της από αυτό. Το «όχημα» αυτής της εκχώρησης ήταν η περιβόητη «κοινωνία των πολιτών», η προώθηση δηλαδή της ιδέας ότι ενεργοποιώντας τον πολίτη σε συγκεκριμένα μοντέλα συμμετοχής βελτιώνουμε την κοινωνία μας, σε αντικατάσταση της παλιομοδίτικης συνδικαλιστικής ή πολιτικής δράσης. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο πως προνομιακοί διαφημιζόμενοι τομείς εθελοντικής δράσης ήταν (και είναι) η υγεία, η οικολογία, ο πολιτισμός, η παιδεία και όχι βέβαια τα συνδικάτα και τα κόμματα. Ένας καλοπροαίρετος ή αφελής σχολιαστής θα έλεγε πως το όχημα χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να ξανακερδηθεί η συμμετοχή του κόσμου στα κοινά (βλέπε την περίπτωση των atenistas). Ως μη καλοπροαίρετος, θα έλεγα πως το όχημα χρησιμοποιήθηκε για να επιταχύνουμε την αποπολιτικοποίηση και να εδραιώσουμε την από-ιδεολογικοποίηση της δημόσιας ζωής.


 Αν υπάρχει καλός εθελοντισμός, υπάρχει και κακός. Κακός είναι ο εθελοντισμός που απαξιώνει τις κρατικές δομές (όχι από ιδεολογική βάση- βλ. αναρχία), αλλά γιατί χρησιμοποιεί τις πρόσκαιρες επιτυχίες της εθελοντικής δράσης για να επιχειρηματολογήσει υπέρ της διάλυσης του δημόσιου τομέα. Και είναι κακός γιατί ως στόχο δεν έχει την προσφορά, αλλά αποβλέπει στο κέρδος (πολιτικό ή οικονομικό). Κακός είναι ο εθελοντισμός που προβάλλεται ως υποκατάστατο της αμειβόμενης εργασίας, ή ως προϋπόθεσή της. Κακός είναι ο εθελοντισμός που δεν γνωρίζει τα όριά του και το ρόλο του στα κοινωνικά πράγματα.

 Νομίζω πως ο εθελοντισμός έχει όρια. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις κρατικές δομές. Και προς τούτο θα πρέπει πάντα να ασκεί πίεση ώστε το πλαίσιο που διαμορφώνει η προσφορά του να εντάσσεται στις υποχρεώσεις του κράτους. Αν στόχος των εθελοντικών ομάδων δεν είναι και η πολιτική πίεση, τότε το έργο τους θα είναι θνησιγενές και η προσφορά πρόσκαιρη. Αν πραγματικά ενδιαφέρονται γι’ αυτό που προσφέρουν πρέπει μακροπρόθεσμα να στοχεύουν στην ουσιαστική κατάργηση του εθελοντισμού, όχι για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνο γιατί πλέον δεν θα είναι χρήσιμος.


 Αφορμή γι’ αυτό το κείμενο στάθηκε ένα άρθρο που εντόπισε και πρόβαλε μία δημόσια βιβλιοθήκη, η οποία στηρίζει αυτό το διάστημα κάποιες εξωστρεφείς δράσεις της στην επιτόπια προσφορά εθελοντών. Το άρθρο υποστηρίζει πως «ο εθελοντισμός αυξάνει τις πιθανότητες να βρείτε δουλειά», δημιουργεί δηλαδή ένα δελεαστικό κίνητρο για άμισθη και ανασφάλιστη εργασία ή για να το πούμε πιο ωμά… έναν ωμό εκβιασμό. Ή προσφέρεις εθελοντική δουλειά ή ξέχασέ την την αμειβόμενη εργασία. Το καρότο είναι η εμπειρία και η συγκέντρωση προσόντων σε ένα «ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον» Το μαστίγιο κρύβεται έντεχνα. Δεν μιλάμε βέβαια για το ανύπαρκτο επιχειρηματικό περιβάλλον αφού η επιχειρηματικότητα πνέει τα λοίσθια, δεν μιλάμε για την αδηφάγα και κανιβαλική εκμετάλλευση των ανέργων, αλλά για «ανταγωνισμό»…

Θα ήταν άδικο να κατηγορήσω την εθελοντική προσφορά, να απαξιώσω τη χαρά, την κοινωνικότητα, τη δημιουργικότητα που γεννάει η συλλογική αφιλοκερδής δράση. Ασχολούμαι κι εγώ εθελοντικά με κάποιες δράσεις, έχω συνεργαστεί με εθελοντές. Δεν είναι αυτό που κρίνεται. Είναι ο σχεδιασμός, η εκμετάλλευση και η προβολή ενός μοντέλου που δεν θεωρώ πως είναι άδολο.

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Γιάννενα, 1998



Μου αρέσει όταν πιάνει η βροχή.
Αδειάζουν οι δρόμοι.
Και τότε εμφανίζεται αυτός που είμαι εγώ
σαν ίσκιος
περαστικός από τον άλλο κόσμο.
Σφυρίζοντας ένα σκοπό για μια αγάπη
#
Μου αρέσει όταν έρχεται η ομίχλη
Σαν γόμα σβήνει
Κι ύστερα φεύγει (έτσι αθόρυβα όπως ήρθε)
κι όλα είναι πάλι στη θέση τους
Και 'συ απορείς ποιο λάθος
διορθώθηκε
#
Αυτό το βουνό απέναντι
μαύρο και μόνο
σαν και μένα είναι
φρουρός του άφατου

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Μέρες του 1939 (μέρες που είναι...)

Ευτυχώς η μνήμη συντηρείται. Εμείς απλά επιλέγουμε να την κάνουμε γνώση ή όχι.














Τα κείμενα και οι φωτογραφίες είναι από το περιοδικό "Νεολαία" της Ε.Ο.Ν.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Σκουπιδάκια



Μερικές φορές οι γέφυρες είναι αλυσίδες- που χρειάζεται να τις κόψεις. Έχουν ανάγκη οι δυο πλευρές να βρουν το δρόμο τους, που δεν είναι βέβαια αυτός που τις ενώνει.
 ***
Με λένε Γιώργο. Κάποτε μου ‘δωσαν αυτό το όνομα κι έκτοτε μου το παίρνουν λίγο-λίγο.
*** 
Πρωινό Σαββάτου σαν αγκύλη. Άννα- σίγουρα όμορφη Άννα, με το βλέμμα που σβήνει και μυγιάγγιχτη. Πρωινός καφές. Πόσες Άννες… Σίγουρα όχι όλες όμορφες και μυγιάγγιχτες. Σε όλες όμως το βλέμμα σβήνει. Όμως εμείς αγαπήσαμε τις όμορφες Άννες.
 ***
Έχεις προσέξει το τραγούδι των Κατσιμιχαίων που λέει «Αν είσαι θεός». Δεν είναι που αμφισβητεί την ύπαρξή του- θα ήταν εύκολο κάτι τέτοιο. Είναι που δέχεται πως υπάρχει, αλλά αμφισβητεί τη δύναμή του, την ιδιότητά του. Σαν τα παιδιά που λένε «αν είσαι μάγκας, έλα…». Πρωινό Σαββάτου σαν αγκύλη.
 ***
Πρωινό Κυριακής στη «Χαρά» στα Πατήσια. Είναι γύρω στα 45 μια μεγάλη παρέα παλιών συμμαθητών. Συναντιούνται χρόνια μετά, έχουν φωτογραφίες που αλλάζουν χέρια και ονόματα που αλλάζουν βλέμματα. Σαν σχολικό σκασιαρχείο από τα χρόνια. Ύστερα, το απόγευμα, ένας όμορφος δόκιμος στην αποβάθρα του τραίνου. Σε στάση προσοχής περιμένει το τραίνο. Ντυμένος στα λευκά με το χρυσό σπαθάκι του. Η ευθύτητα είναι αποτέλεσμα της στολής- χαμογελάω. Μια γριά κλοσάρ, επιστρέφοντας τη νύχτα, είναι διπλωμένη στο πεζοδρόμιο. Κοιμάται- τι όνειρα βλέπουν οι αποκλεισμένοι;
 ***
Καθαρίζω ρόδια στην κόρη μου- μικρά κατακόκκινα ρουμπίνια.
 ***
Πόσο παράπονο να έχει το βλέμμα της Μόνα Λίζα που όλοι κοιτούν το χαμόγελό της; Πόσο παράπονο τα χείλη της που τόσοι τα πόθησαν, αλλά κανείς δεν τόλμησε να τα φιλήσει;
*** 
Οι Κυριακές μας μοιάζουν καμιά φορά με ένα σωρό άπλυτα ρούχα. Ξεκινάει η βδομάδα κι είσαι γυμνός.
*** 
Σε μια έκθεση φωτογραφίας Σάββατο μεσημέρι: αντικατοπτρισμοί. Λέω στο Στέλιο πως είναι εικόνες ενός πραγματικού κόσμου, αλλοιωμένες βέβαια, εύθραυστες, το ίδιο πραγματικές ωστόσο. Γιατί όπως λένε οι ποιητές «ό,τι υπήρξε μια φορά δεν γίνεται να πάψει να έχει υπάρξει».

*****
το χαρακτικό είναι του Clement Serveau (1886-1972) από το βιβλίο "Trois recits" (1931) του Francois Mauriac (1885-1970) 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Νάρκης της βίας δοκιμές στα τρόλλεϋ, στο δρόμο…

"... Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως 
που κάπως ξέρεις από φάρμακα
νάρκης του άλγους δοκιμές εν Φαντασία και Λόγω..."

Κ. Π. Καβάφης




Πάσχοντας από έναν ιδιότυπο «ιδρυματισμό» έχουμε επιτρέψει τα τελευταία χρόνια την ανάθεση της πολιτιστικής πολιτικής (και όχι μόνο) σε ιδρύματα. Η επικοινωνιακή τους ευχέρεια επιτρέπει συχνά την ανάδειξη της προσφοράς τους σε επίπεδα πολύ ανώτερα της πραγματικής ποιότητας του έργου που γίνεται. Αντίθετα η… παραδοσιακή επικοινωνιακή ανικανότητα/δυσχέρεια των μεμονωμένων δημόσιων πολιτιστικών φορέων δεν πέτυχε ποτέ να αναδείξει και να κοινωνήσει στο ευρύ κοινό την προσφορά, το υλικό και την αξία των υπηρεσιών τους, που παραμένουν κατά κανόνα αναμφισβήτητα για όσους γνωρίζουν. 

Στο πεδίο αυτό χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ελληνικές βιβλιοθήκες και εν γένει οι υπηρεσίες οι σχετικές με το βιβλίο. Υπερτερούν τους τελευταίους μήνες ποσοτικά τα δημοσιεύματα του πρόθυμου για «καλές ειδήσεις» τύπου,  που αναφέρονται σε δευτερεύουσας ωστόσο σημασίας “project” που εκτελούνται με τη χορηγία ενός ιδρύματος: χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι λεγόμενες «ανταλλακτικές βιβλιοθήκες», ο Καβάφης στα τρόλλεϋ ή η προσέλκυση μαθητών στις δημόσιες βιβλιοθήκες κ.α. Η ποιότητα των project, άλλοτε πραγματικά ασήμαντη, άλλοτε αξιόλογη, τυγχάνει μιας επικοινωνιακής καταιγίδας σε σημείο που να δημιουργούνται στην κοινή γνώμη στρεβλωμένες αντιλήψεις. Είναι ας πούμε πολύ σημαντικές οι εκδηλώσεις για παιδιά που οργανώνονται από το ίδρυμα Νιάρχου στις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες, πολύ πιο σημαντικές από την υποστήριξη του ερευνητικού έργου που κάνουν οι βιβλιοθήκες σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Γι’ αυτό και ο μνημονιακός/κατεστημένος κατά κανόνα τύπος προβάλλει τις πρώτες και αγνοεί τις δεύτερες. Η προβολή των πρώτων δεν περιλαμβάνει βέβαια τόσο τις ίδιες τις βιβλιοθήκες, όσο την προσφορά του Ιδρύματος ή του «εθνικού βιβλιοθηκάριου» Ιωάννη Τροχόπουλου.

Θα μπορούσε κανείς να δει παρόμοια φαινόμενα και σε άλλους χώρους της δημόσιας ζωής: σίτιση χιλιάδων μαθητών από χορηγίες, χορηγία καυσίμου για την κίνηση των αρμάτων μάχης στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, ογκολογικό νοσοκομείο για παιδιά από χορηγίες κ.ο.κ. Σαν ιός εξαπλώνεται η πρακτική αυτή υπηρετώντας πολλαπλά διάφορες σκοπιμότητες. Δημιουργείται καταρχάς ένα πνεύμα εμπιστοσύνης και ανάθεσης στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στο καπιταλιστικό μοντέλο, αφού ένα στρεβλό, αδιέξοδο και πελατειακό δημόσιο, θολά σοσιαλίζον, «μας έφτασε εδώ που μας έφτασε». Η απαξίωση του δημοσίου επιτρέπει την πρόθυμη εκχώρηση στους ιδιώτες κάθε κρίσιμου και επωφελούς γι’ αυτούς αγαθού ή υπηρεσίας. Μέσα σε αυτά είναι και οι πολιτιστικές υπηρεσίες και τα αγαθά. Φτάνουμε λοιπόν στο σημείο να ασκούν πλέον πολιτική μεγάλα συγκροτήματα ιδιωτικών συμφερόντων, για τομείς όπως η παιδεία, η υγεία και ο πολιτισμός.


Ο «ιδρυματισμός» μας αυτός ευτελίζει, τεμαχίζει, εκχωρεί και ξεπουλάει κάθε τι αξιόλογο. Είναι πιο εύκολο να διαβάσουμε μια φράση σε ένα τρόλλευ, από ό,τι να διαβάσουμε το έργο του Καβάφη. Αρκεί η ψευδαίσθηση μιας κουλτούρας από την ουσιώδη καλλιέργειά της. Είναι εξίσου χρήσιμος ένας «ψιλοκομμένος Καβάφης» με μία βιβλιοθήκη ή ένα σχολείο. Και αφού είναι ισοβαρή αυτά τα πράγματα, μπορούμε να απαλλαγούμε άκοπα από κάποια (εν προκειμένω βιβλιοθήκες και σχολεία). Ο «ιδρυματισμός» μας αυτός υπερασπίζεται εύκολα και πολιτικές αντιδραστικές τακτικές διατρεβλώνοντας και αλλοιώνοντας συχνά το πολιτιστικό προϊόν: η βιασύνη γίνεται βία και οι βιβλιοθήκες, ανταλλακτήρια βιβλίων…

***
Το χαρακτικό είναι του Clement Serveau από το βιβλίο του Abel Hermant "L' aube ardente" (Paris, 1927)

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Il Silenzio

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 14/10/2013]


Γεννήθηκα στην Κόρινθο και μεγάλωσα στην άκρη της πόλης, σε ένα κτήμα με ελιές, πορτοκαλιές και αμπέλια. Εκεί πήγα σχολείο, εκεί παντρεύτηκα, εκεί είναι θαμμένοι οι νεκροί μου. Εκεί παρουσιάστηκα φαντάρος και από εκεί απολύθηκα όταν τελείωσε αυτή η θητεία. Οι νύχτες των πρώτων 25 χρόνων της ζωής μου συνοδεύτηκαν από ένα παράδοξο ήχο, το σιωπητήριο που ακουγόταν από το 6ο Σύνταγμα Πεζικού. Εκατοντάδες νύχτες το «il silenzio» βαρούσε, καλοκαίρια και χειμώνες τέλειωναν με μια τρομπέτα να χαϊδεύει τη μέρα που έσβηνε. Μικρός φανταζόμουν ένα στρατιώτη να ανεβαίνει κάπου ψηλά, να σηκώνει την τρομπέτα του και να παίζει. Ύστερα πρόσθεσα στη φαντασία μου και το σκοπό αυτής της πράξης: νανούριζε τους νεκρούς των μαχών. Ήταν ένας θλιμμένος αποχαιρετισμός στα κορίτσια σκέφτηκα αργότερα, τα κορίτσια που ονειρεύονταν οι φαντάροι που στις εξόδους πλημμύριζαν την πόλη, ένα χακί ποτάμι που κατέβαινε την Άργους, περνούσε τις γραμμές του τραίνου και χυνόταν στην πόλη.

Παρουσιάστηκα στο 6ο Σύνταγμα Πεζικού. Το ίδιο είχε κάνει κι ο πατέρας, κι ο παππούς μου. Το στρατόπεδο βρισκόταν εκεί από το 1927. Ο πατέρας λέει πως πιτσιρίκος πουλούσε έξω από την πύλη σταφίδα στους φαντάρους. Ήταν μεγάλο πράγμα το στρατόπεδο για την Κόρινθο. Μεγάλωσαν μαζί. Χιλιάδες αγόρια τη διάβηκαν, σκόρπισαν τη μοναξιά τους στα μπουρδέλα στις άκρες της, έφαγαν ζεστό φαΐ στις ταβέρνες και τα μαγεριά της, αναπόλησαν, κρύωσαν, φωτογραφήθηκαν, έκλαψαν. Και πόσα κορίτσια σε αυτή την πόλη γνώρισαν τον έρωτα με τη χακί στολή.

Δεν είναι μια ανόητη αναπόληση όλο ετούτο, ούτε ανεγκέφαλη «στρατοφιλία». Είναι μονάχα που η πόλη αυτή έχει πολλές ιστορίες να πει για το στρατόπεδό της, κομμάτι της ιστορίας της είναι, της λαογραφίας και των κοινωνικών ηθών της. Το στρατόπεδο πια άλλαξε χρήση. Δεν είναι στρατόπεδο νεοσυλλέκτων, αλλά στρατόπεδο εγκλεισμού μεταναστών. Σε αυτό στοιβάζονται απόκληρες ψυχές, άνθρωποι που η μεταναστευτική μας πολιτική θεωρεί λαθραίους και παράνομους. Σε αυτό ήταν έγκλειστος ο Μοχαμάντ Χασάν, ο Αφγανός πρόσφυγας που προ μηνών έχασε τη ζωή του λόγω της αδιαφορίας των «αρμόδιων» αρχών για την πορεία της υγείας του.

Κι η Κόρινθος δεν μιλά. Και ένα άλλο σιωπητήριο πια τρυπάει τη νύχτα. Αυτό μιας πόλης που υποκρίνεται πως το στρατόπεδο της δεν υπάρχει, πως στην άκρη της δεν βασανίζονται άνθρωποι κλεισμένοι σε κλουβιά, δεν απελπίζονται άνθρωποι κυνηγημένοι από πολέμους.

Το «il silenzio» σύντροφοι εγώ το ακούω όμως τις νύχτες- νανουρίζει τους νεκρούς της αναλγησίας μας.


Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Κάτι ταξίδια...


Δεν ξέρω πώς να στο πω. Ας προσπαθήσω να στο πω όσο πιο απλά κι ανεπιτήδευτα μπορώ, χωρίς υπεκφυγές, παραβολές και παραμύθια. Μου αρέσουν πολύ τα παλιά βιβλία. Μπορείς σε αυτά να διακρίνεις την τέχνη των ανθρώπων που τα έφτιαξαν. Ο κόπος και η αγωνία τους μου αρέσει. Μου αρέσουν τα στολίδια τους, τα αρχιγράμματα, η εικονογράφηση που έγινε με το χέρι. Σκέφτομαι πως τα καλύτερα ταξίδια που έχω πάει είναι σε τέτοια βιβλία... 






*τα χαρακτικά είναι του Jacques Engelbach από το βιβλίο του Edouard Estaunie με τίτλο "Le ferment" (Paris: J. Ferenczi et fils, 1930)

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Σαν κάδοι σκουπιδιών

Αυτές οι μέρες είναι σαν κάδοι σκουπιδιών που αδειάζουν. Χρήσιμες βέβαια αφού έρχεται η ώρα να αποφασίσεις ποιους θα αφήσεις- έχοντας διαλέξει καιρό τώρα με ποιους θα πας.

Όμως οι άνθρωποι που κάνουν πίσω, που σταματούν ή που αρνούνται να ξεκινήσουν όπως και να είναι σε καθυστερούν, είναι άγκυρες που το φευγιό σου αφήνει στο βυθό. Ξεκολλούν από πάνω σου και παίρνουν βίαια μαζί τους κάποιο κομμάτι από τα πλευρά σου. Κι εδώ που τα λέμε δεν είναι πως εσύ τους αφήνεις πίσω, αλλά πως αυτοί σε αφήνουν μπροστά. Είναι λιπόψυχα βαρίδια, φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι.

Λέει κάπου ο Σεμπρούν πως την ιστορία δεν τη γράφουν οι λαοί, τη γράφουν οι κυρίαρχες μειοψηφίες, στην Αριστερά τις λένε «επαναστατική πρωτοπορία», στη Δεξιά, «φυσική ηγεσία». Σκέφτομαι πως τελικά την ιστορία την υποβάλλουν οι σιωπηλές πλειοψηφίες, αυτές κινούν τον κόσμο. Δεν κινούνται οι ίδιες, δεν επαναστατούν, δεν ανατρέπουν. Εξωθούν όμως τα πιο δραστήρια μέλη της κοινωνίας να αντιδράσουν, να αλλάξουν και να καούν. Και ύστερα αυτές οι πλειοψηφίες θα κάτσουν πάνω στον τάφο τους και θα ανάψουν τσιγάρο. Εις ανάμνησιν της φλόγας που αλλάζει τον κόσμο.

Ας είναι.



Κυριακή βράδυ και η τηλεόραση δείχνει για πολλοστή φορά την ελληνική ταινία «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα». Στην άκρη άλλης μιας εξουθενωτικής εβδομάδας καθόμαστε οικογενειακώς να τη δούμε. Πολλές ατάκες της υπάρχουν σε αυτό που θα λέγαμε «οικογενειακό κώδικα». Η καλή μου είναι μια δυναμική γυναίκα, ένα κυρίαρχο χαμόγελο, κι αυτό που θα έλεγε κανείς «ένας άνθρωπος που πιάνει τη ζωή από τα μαλλιά». Έχει όμως αυτές τις ιδιαίτερες αμυχές μιας παράδοξης ευαισθησίας που όποτε τις διαπιστώνω τρελαίνομαι από πάθος. Είναι οι τελευταίες σκηνές του φιλμ: ο Αντωνάκης επιστρέφει στο σπίτι που κατεδαφίζεται. Αναπολεί τις στιγμές που έζησε με την Ελενίτσα του βλέποντας τα άδεια δωμάτια και τους σημαδεμένους τοίχους. Εκεί ήταν το κρεβάτι, πιο πέρα ο «θερμοσίφουνας», το κομοδίνο, η ντουλάπα. Όλα αφήσαν πίσω τους το σημάδι της παρουσίας. Ακούμε μύτη να σφυρίζει και γυρίζουμε το βλέμμα με τον Κωστή προς τη μάνα του: τα μάτια της είναι πνιγμένα στα δάκρυα. Θέλω να την πιάσω, να τη φιλήσω να της πω «μην στεναχωριέσαι, δεν πειράζει που μένουν πίσω οι άνθρωποι, που λιποψυχούν. Εμείς πρέπει να πάμε μπροστά». Προτιμώ να την εμπαίξω, είναι και το παιδί μπροστά. «Μωρέ… δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους να χωρίζουν» μας απαντάει.


Ξαπλώνουμε. Και παίρνω πάλι να διαβάσω τη Γώγου. Διαβάζω τα «τρία κλικ αριστερά». Λέει κάπου: «Δεν ξέρω τι ν’ αγοράσω για να μην γίνω συνεργός. Καταλαβαίνεις;»

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Αστική βιογραφία


Μένω σε ένα δρόμο που έχει το όνομα μιας πόλης που δεν υπάρχει πια, μιας πόλης που δεν έχει σπίτια, που δεν έχει δρόμους. Μένω σε ένα σπίτι στον αριθμό 26 αυτού του δρόμου. Όταν ήμουν παιδί έμενα σε μια άλλη πόλη, στο νούμερο 27 ενός άλλου δρόμου που είχε το όνομα μιας άλλης πόλης. Όταν ήμουν 26 χρόνων έμενα σε ένα άλλο σπίτι, σε έναν άλλο δρόμο που είχε το όνομα μιας λίμνης, όμως δεν είχε νερά, ούτε αποδημητικά πουλιά. Και η λίμνη εξάλλου αποξηραίνεται σταδιακά τα τελευταία χρόνια. Κάποτε έμεινα σε ένα δρόμο που είχε το όνομα ενός ανθρώπου.

Οι άνθρωποι βγαίνουν από τα σπίτια τους και παίρνουν τους δρόμους και πάνε- δρόμους που τέμνονται, που προχωρούν παράλληλα, μοναχικούς δρόμους, δρόμους που οδηγούν σε αδιέξοδα (καμιά φορά επώνυμα αδιέξοδα).

Σε αυτή την πόλη δεν υπάρχει δρόμος που να λέγεται "οδός ελευθερίας", μονάχα πλατείες έχουν αυτό το όνομα. Δρόμοι δηλαδή που γυρίζουν συνέχεια και ακατάπαυστα γύρω-γύρω από ένα άγαλμα.