Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες



Αν δεν απαντούσε κάπως στην «ψευδο-επιστημονική» συνήθεια να συγκροτούνται κατάλογοι των πιο αξιόλογων/σημαντικών/καθοριστικών/κορυφαίων έργων/συγγραφέων, το παρόν κείμενο-συμβολή στο δι-ιστολογικό αφιέρωμα, θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί «στιγμές και σταθμοί μιας αναγνωστικής πορείας». Αφορμή για το αφιέρωμα αυτό αποτέλεσε άλλη μια λίστα που κυκλοφόρησε πολύ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον τελευταίο καιρό, συντάχθηκε από 120 Έλληνες συγγραφείς, και οργανώθηκε από το bookpress και το βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Αν και ενδιαφέρουσα ως λίστα δεν παύει να είναι μια προσπάθεια σύνταξης «κανόνα», που θεωρεί λανθασμένα ως ειδικούς για τη σύνταξή του τους συγγραφείς. Εξαιρεί δηλαδή την «άλλη πλευρά», τους αναγνώστες. Οι αναγνώστες, όπως θα έλεγε ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης – και δεν θα ήταν ο μόνος -  είναι συνδημιουργοί του βιβλίου. Όπως και να είναι όμως, κυρίαρχο στοιχείο στην ιστορία του βιβλίου δεν είναι η όποια αντικειμενική του αξία, αλλά η συνάντηση της γραφής με την ανάγνωση. Ευτυχώς σε αυτή τη διαδικασία ελάχιστη σημασία έχουν οι εξωγενείς παράγοντες της αγοράς που αντιλαμβάνεται το βιβλίο ως προϊόν. Κυρίαρχη παραμένει η συγκίνηση, το ενδιαφέρον, η εγρήγορση του αναγνώστη.

Δεν με έχει ρωτήσει ποτέ κανείς (…) αν ναυαγούσα σε ένα νησί τι θα ήθελα να έχω μαζί μου. Αν με ρωτούσε, χρόνια τώρα έχω έτοιμη την απάντηση: θα ήθελα να έχω μαζί μου βιβλία, αν ήταν να έχω μονάχα ένα, μάλλον θα διάλεγα το «Μυστηριώδες νησί» του Βερν. Νομίζω πως είναι από τα πρώτα βιβλία που διάβασα και με έχει καθορίσει ως χαρακτήρα και ψυχοσύνθεση. Η απομόνωση, ο αγώνας για επιβίωση, η «μεταφυσική»/πατρική παρουσία του Νέμο που πεθαίνει, ο παράλληλος/υπόγειος κόσμος είναι στοιχεία του χαρακτήρα μας, της εξέλιξής μας, της μετάβασής μας στις ηλικίες της ωρίμανσης. Πρέπει να πήγαινα Τρίτη ή Τετάρτη δημοτικού όταν το διάβασα, και φυσικά το θυμάμαι ακόμη.

Οι αναγνωστικές περίοδοι μπλέκονται η μία στην άλλη με διαλείμματα και περιόδους εντάσεων, όμως σαφώς μια παράλληλη περίοδος της αναγνωστικής πορείας ήταν η περίοδος της «Ζέη», που περιλαμβάνει βέβαια και τη Σαρρή. Το «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» τον έχω διαβάσει πέντε φορές, είναι το μόνο βιβλίο που έχει τύχει αυτής της επανάληψης. Η Ζέη είναι μια συγγραφέας που συμπύκνωσε και στα ενήλικα μάτια μου όλη τη συγκίνηση και την εκτίμηση σε αυτόν που γράφει ιστορίες.

Η δεύτερη φάση της αναγνωστικής μου πορείας σχετικά πρώιμα ξεκίνησε με τη λεγόμενη κλασική λογοτεχνία (Ζολά, Μπαλζάκ, Ουγκώ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκυ). Θα μπορούσα να θεωρήσω προσωπικό αναγνωστικό άθλο τους «Άθλιους» που διάβασα στην Πέμπτη δημοτικού (εννοείται το πλήρες έργο). Θα διάλεγα αυτό σαν αντιπροσωπευτικό έργο μιας περιόδου που κράτησε χρόνια και που λειτούργησε σαν κατακλυσμιαία αποκάλυψη του παγκόσμιου πνεύματος.

Η εφηβική/μετεφηβική περίοδος, θα μπορούσα να την πω καταχρηστικά περίοδο της «Εστίας», περιέχει τα βιβλία του Βενέζη, του Μυριβίλη, του Καραγάτση, του Λουντέμη, του Τερζάκη κ.α. Θα διάλεγα δύο βιβλία από αυτή την περίοδο: το «10» του Καραγάτση (για τον αποκαλυπτικό ρεαλισμό του και για το «μάθημα» που λέει πως η ομορφιά δεν υπάρχει μόνο στο ολόκληρο, αλλά και στο ημιτελές, στο ακρωτηριασμένο. Το δεύτερο είναι το «ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» του Λουντέμη. Ο Λουντέμης και η Ζέη είναι η πολιτική αφήγηση που με έφερε κοντά στις αξίες, τα οράματα, την ιστορία, τις διαψεύσεις της Αριστεράς. Το βιβλίο αυτό το διάβασα καλοκαίρι, ξαπλωμένος στην αιώρα της αυλής, κάτω από μια λεμονιά και όταν το τελείωσα έμεινα ώρα εκεί κρατώντας το σφιχτά στην αγκαλιά μου.

Οι μπήτνικ, συγκεκριμένα ο Μπάροουζ, θεωρώ πως είναι το κλείσιμο της ανάγνωσης της λογοτεχνίας. Είναι διαβάσματα της φοιτητικής ζωής, υφολογικές αναζητήσεις, ακραίες και αιχμηρές καταστάσεις, γλώσσα, εικόνες και ανατροπές. Την ίδια περίοδο διαβάζω Μπαταίγ, τον Τένεσι Ουίλιαμς και τους σουρεαλιστές. Ο Μπάροουζ, ας πούμε «τα άγρια αγόρια», βίασε τη γλώσσα μου, τον καθωσπρεπισμό μου- οι εικόνες του, το cut-up, ανατρέπουν τη δομή της αφήγησης δημιουργώντας ομορφιά σε απρόσμενα τοπία. Όμως μετά από αυτό πώς να γυρίσεις πίσω. Ποιες άλλες διαδρομές να πάρεις;

Πριν από αυτή την περίοδο (ας την πούμε ‘περίοδο Μπάροουζ») υπήρξε η «περίοδος Στάινμπεκ» η οποία περιλαμβάνει και τον Τζακ Λόντον και με έναν παράδοξο τρόπο τον Χάμσουν (διάβασα την «πείνα» και πεινούσα…). Αν διάλεγα ένα χαρακτηριστικό βιβλίο της περιόδου, αυτό θα ήταν το «Σε έναν άγνωστο θεό» του Στάινμπεκ, βιβλίο που με τη φυσιολατρική/μεταφυσική του πνοή (μοιάζει σε αυτό με τον Χάμσουν) μάλλον συνδέεται κάπως με τη μετάβασή μου από την Κόρινθο των παιδικών χρόνων στην Αθήνα των φοιτητικών. Το «Σε έναν άγνωστο θεό» το έχω κάνει δώρο σε όσους θεώρησα φίλους μου. Με κάποιο παράλογο βέβαια τρόπο λειτουργούσε σαν μια συμβολική επισφράγιση των φιλικών μου διαθέσεων.

Η φοιτητική περίοδος ήταν μια πυκνή περίοδος αναζητήσεων προς διάφορες κατευθύνσεις. Δύο κύκλοι αναγνωστικών διαδρομών υπήρξαν επίσης εκείνη την περίοδο, οι οποίοι συνεχίστηκαν στα χρόνια του στρατού και της πρώτης επαγγελματικής περιόδου. Ο ένας είναι ο κύκλος του Νίκου Χουλιαρά, ο οποίος ξεπερνάει το «βιασμό» του Μπάροουζ, και μου αποκαλύπτει μια γραφή ιδιαίτερη, διεισδυτική, ποιητική, προσωπική χωρίς ακροβατισμούς, πυροτεχνήματα και εκρήξεις που στοχάζεται αφηγούμενη απλές, καθημερινές, εσωτερικές ιστορίες. Ο κύκλος αυτός περιλαμβάνει όλα τα έργα του Χουλιαρά, επηρέασε σαφώς το όποιο ύφος μου στη γραπτή έκφραση και ξεκίνησε με το «Λούσια», το πρώτο έργο του. Είναι το δεύτερο βιβλίο που συνήθως κάνω δώρο στους φίλους μου. Ο δεύτερος κύκλος είναι βέβαια ο κύκλος του Μπόρχες. Βιβλιοθηκάριος και εκείνος, αντιλαμβάνεται τον κόσμο σαν μια βιβλιοθήκη που επιπλέον είναι ένας λαβύρινθος με μια αιώνια κρυπτική τάξη. Ο κύκλος αυτός έχει δύο βιβλία να τον σηματοδοτούν: το ένα είναι του Μπόρχες, ας πούμε «το Άλεφ», το δεύτερο όμως δεν είναι δικό του. Σε αυτό με οδήγησε ο ίδιος, μιλώντας με εκτίμηση για το συγγραφέα του, τον Λάβκραφτ. «Ο κυνηγός του σκότους» είναι το μόνο βιβλίο αυτής της κατηγορίας της λογοτεχνίας που διάβασα, και είναι αποτυπωμένη μέσα μου η εκπληκτική και μεγαλειώδης απλότητα της γραφής του, ο τρόμος δεν είναι τέχνασμα, είναι πραγματικότητα.

Ερχόμαστε τώρα στους μη πεζογραφικούς σταθμούς. Ποίηση. Κυρίαρχη και διαρκής περίοδος, συνεχείς αποκαλύψεις, επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις. Αν ξεχώριζα ποιητικούς σταθμούς θα ξεκινούσα με το Ρίτσο («Η σονάτα του σεληνόφωτος») μόνο και μόνο για να σηματοδοτήσω κάπως τη λατρεία μου στην αχανή ποίησή του για αρκετά χρόνια. Η ανάγνωση της ποίησης ξεκίνησε από τους τέσσερεις «μεγάλους». Πίσω από το «σεληνόφως» του Ρίτσου είναι ο Βρεττάκος, ο Σεφέρης, ο Ελύτης (με αυτή τη σειρά «συμπάθειας»). Δεύτερος σταθμός, ο Καβάφης. Τον διάβασα σε ένα παλιό αρχοντικό στην Αλεξάνδρεια το 1997 σε ένα ταξίδι στην Αίγυπτο που κράτησε 13 μέρες. Τρίτος σταθμός ο Λειβαδίτης, ας πούμε «τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου» με το μελαγχολικό στοχασμό τους. Τέταρτος σταθμός, ο Χιόνης. Ανοίγομαι με φούρια και σε άλλους ποιητές, ανακαλύπτω φωνές ιδιαίτερες (Σινόπουλο, Χριστιανόπουλο, Σαχτούρη, Εγγονόπουλο, Χουλιαρά κ.α. ) και ξένους  πολλούς. «Το υπόγειο» είναι η συλλογή του Χιόνη που θα μπορούσε να περιέχει τις «ανακαλύψεις» της ανάγνωσης αυτή την περίοδο.

Μέσα σε αυτές τις διαδρομές εμφανίζονται και μεμονωμένες περιπτώσεις, εξαιρέσεις, σημαντικές συναντήσεις. Δεν είναι ίσως το βιβλίο που δικαιούται να βγάζει από τη λίστα των 20 αγαπημένων μου βιβλίων άλλα, «σημαντικότερα». Όμως «η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου» της Κάρσον Μακ Κάλερς (σε μετάφραση του Κουμανταρέα) διατηρεί ακόμη μέσα μου νωπή την ιδιότυπη, «αμερικάνικη», αχανή μελαγχολία του, στοιχείο μάλλον ιδιαίτερα συναφές με το χαρακτήρα και τα μύχιά μου…

«Η μεταμόρφωση» του Κάφκα γειτονεύει κάπως με την περίοδο που διάβαζα Μπόρχες και Λάβκραφτ. Περικλείει και το πνιγηρό, κλειστοφοβικό στοιχείο της γραφής και του Φραγκιά. Αλλά είναι βέβαια ένα βιβλίο-ξάφνιασμα που αφήνει ανεξίτηλο το ίχνος του στην ανάγνωση. Τα «παραμύθια της Θεσσαλίας» της Μαρούλας Κλιάφα είναι η πρώτη συλλογή λαϊκών παραμυθιών που διάβασα μετά την παιδική ηλικία και μου άνοιξε μια πόρτα, που ακόμη μένει ανοιχτή περιέχοντας πολλούς τίτλους, στο μαγικό, αναρχικό κόσμο του παραμυθιού. Τα παραμύθια είναι ένας κόσμος ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση νομίζω. Αυτό το στοιχείο της αμφίπλευρης αναφοράς τα κάνει από τα πιο ενδιαφέροντα αναγνώσματα για μένα. «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του Ετσενσμπέργκερ είναι από τα πιο ιδιαίτερα στη δομή τους βιβλία, μια ιδιόμορφη βιογραφία που κάνει άθελά τους συγγραφείς όσους έζησαν μια εποχή, όσους αγωνίστηκαν δίπλα στον αναρχικό Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι. Είναι σαφώς η πιο ενδιαφέρουσα βιογραφία από όσες πολλές έχω διαβάσει για προσωπικότητες που σημάδεψαν και σημαδεύτηκαν από την εποχή τους (Στάλιν, Λένιν, Μαρξ, Σερζ, Λόρκα, Τρότσκι, Μπουχάριν, Αχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Λούξεμπουργκ, Μπόρχες, Καμύ, Μαρκές, Μπρετόν κ.α.).

Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν δυο κύκλοι αναγνώσεων: η στρατοπεδική γραμματεία, τα βιβλία δηλαδή που γράφτηκαν γύρω από το Ολοκαύτωμα και τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, με κορυφαίο νομίζω το «πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» του Ζαν Αμερύ: ένα βιβλίο βιωματικά στοχαστικό, συγκρουσιακό, αποκαλυπτικό, βασανισμένο και απελπισμένο και συγχρόνως αντιστασιακό με την έννοια της μάχης απέναντι στη λήθη, της μάχης της ζωής με τη σκέψη. Στον κύκλο αυτό μπαίνουν συνεχώς βιβλία του Λέβι, του Κουμανταρέα, του Σεμπρούν και άλλων πολλών, Ο δεύτερος κύκλος είναι τα βιβλία του Ραφαηλίδη, ας πούμε διαλέγοντας ένα, τη «μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού»: έξυπνο, ανατρεπτικό, εμβριθές, εγκυκλοπαιδικό, ερωτευμένο, επαναστατικό πνεύμα ο Ραφαηλίδης, είναι αδύνατο να μην σε αιχμαλωτίσει με τις εμμονές, το χιούμορ, τον ερωτισμό του.
***
Μια ομάδα blogger συμφωνήσαμε πως η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες. Κι αν ακόμη ορίσαμε μια λίστα για να μιλήσουμε για την ανάγνωση, της γυρίζουμε την πλάτη, την κοροϊδεύουμε. Η πορεία της ανάγνωσης είναι μια αδιάκοπη πορεία, με παράλληλες γραμμές και σημεία τομής, αναιρέσεις, επαναλήψεις, επιστροφές. Σημαντικά είναι τα βιβλία που μας συνάντησαν. Τα πιο σημαντικά είναι τα βιβλία που δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει.


Στο αφιέρωμα συμμετέχουν:

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Το… «παιδικό βιβλίο» στα στρατόπεδα συγκέντρωσης


[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 26/1/2014]

Η Ruth Kluger είναι συνάδελφός μου, βιβλιοθηκάριος. Γεννήθηκε στη Βιέννη το 1931. 12 χρόνων μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τεριέζενστατ, ύστερα στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου και τέλος στο Κρίστιανστατ. Επιβίωσε - ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό το ρήμα για όσους δεν πέθαναν στα στρατόπεδα των ναζί, αλλά από τύχη βγήκαν από αυτά - κουβαλώντας στο σώμα της ένα νούμερο και στην ψυχή της τις μνήμες και τις τύψεις της τύχης της.

Η Ruth Kluger έχει γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή της. Κυκλοφορεί και στα ελληνικά: Άρνηση μαρτυρίας: Βιέννη-Άουσβιτς-Νέα Υόρκη/Ruth Kluger. μετ. Σοφία Γεωργοπούλου. Αθήνα: Θεμέλιο, 2008.

Η Ruth ήταν ένα παιδί, ένα από τα παιδιά που ρίχτηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κι εξόντωσης. Σχολείο της γίνεται ο εγκλεισμός και τα βασανιστήρια, όμως κι εκεί, μέσα στην απόλυτη φρίκη υπάρχουν εστίες αντίστασης. Στη Τεριέζενστατ έρχεται σε επαφή «με πληθώρα έξυπνων μορφωμένων ανθρώπων, που έφεραν μαζί τους όλες τις ιδέες και ιδεολογίες της Ευρώπης και συνέχισαν να ερίζουν γι’ αυτές με δριμύτητα. Δάσκαλοι και πανεπιστημιακοί καθηγητές ήταν πανευτυχείς με κάθε ευκαιρία που τους δινόταν να αφηγηθούν κάτι όμορφο από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, όταν μαζεύονταν ένα σμάρι παιδιά γύρω τους». Δεν είναι μοναδική αυτή η αναφορά. Τα ίδια αναφέρει και ο Σεμπρούν στο «τι ωραία Κυριακή» και στο «ο νεκρός που μας χρειάζεται», τα ίδια και ο Μασπερό στο «οι μέλισσες και η σφήκα».

Στην Τεριέζενστατ, αναφέρει η Kluger, υπήρχαν λίγα βιβλία, που ήταν περιζήτητα και περνούσαν από χέρι σε χέρι μεταξύ των εγκλείστων, ένας ιστορικός τέχνης είχε ένα βιβλίο με έργα του Ντύρερ, ένας δάσκαλος τους δίδασκε ιστορία της λογοτεχνίας, μια γηραιά κυρία μάθαινε τα παιδιά να απαγγέλλουν ποιήματα του Eichendorff. Η τύχη, ένα χέρι, μια ζαβολιά την βγάζει από το θανατηφόρο Άουσβιτς και τη ρίχνει στο Κρίστιανστατ μαζί με τη μητέρα της. Η μητέρα της δουλεύει σε ένα εργοστάσιο που φτιάχνει πολεμοφόδια- πολλοί έγκλειστοι χρησιμοποιήθηκαν ως εργατικό δυναμικό για την πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας. Μια μέρα παρακαλεί έναν ντόπιο επιστάτη να βρει ένα βιβλίο για τη μικρή της κόρη «που αγαπάει το διάβασμα». Κι εκείνος ανταποκρίνεται, φέρνοντάς της ένα παλιό μισοσχισμένο αναγνωστικό. «Έπλεα σε πελάγη ευτυχίας. Το δώρο είχε ξεπεράσει τις προσδοκίες μου. Για μένα είχε ανοίξει πάλι μια παλιά αλησμόνητη πόρτα, είχα βρει πάλι τη μόνη σε μένα οικεία πρόσβαση στον κόσμο».


Πριν 69 χρόνια στις 27 Ιανουαρίου 1945 τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το Άουσβιτς-Μπίρκενάου. Η 27η Ιανουαρίου ορίστηκε ως παγκόσμια μέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος.

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Η ιστορία της Φλώρας



Κάποτε ήταν μια γυναίκα που κοιμόταν. Στον ύπνο της πέθαιναν κάποιοι άνθρωποι και όταν το πρωί ξυπνούσε και πήγαινε στη δουλειά της έντρομη έβλεπε στις κολώνες τα αγγελτήρια του θανάτων τους. Αφού αυτό δεν έγινε μόνο μια φορά, ούτε δύο, η γυναίκα αποφάσισε να το εξομολογηθεί στον πνευματικό της. Εκείνος ο άθλιος της είπε πως για να σταματήσει να συμβαίνει αυτό το κακό πρέπει στο εξής να μην ονειρευτεί ξανά ή έστω να ξεχνάει τα όνειρά της. Όπως κι έγινε.

Η γυναίκα είναι σήμερα μια κυρτή γριούλα, σαν τοξωτή γέφυρα από πέτρα, με μπαμπακένια μαλλιά. Όνειρο δεν είδε έκτοτε ποτέ. Ποτέ. Κι ούτε της αρέσει να μιλάνε για όνειρα μπροστά της. Ωστόσο οι άνθρωποι συνέχισαν να πεθαίνουν γύρω της.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Αγγελίδη

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Ιστορίες βιβλιοθηκών ΙΙ


[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 19/1/2014]

«Η ύπαρξις λοιπόν  βιβλιοθήκης για τους μαθητάς, ως και για τους ενήλικας, κρίνεται σαν ένα από τα στοιχειώδη μέσα πολιτισμού, σαν βασική ανάγκη της σημερινής κοινωνίας»

Η φράση προέρχεται από έκδοση της «Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Μαντινείας Κυνουρίας» του 1959, με τίτλο «Προσπάθειαι και επιτεύγματα κατά την πενταετίαν 1954-1959». Εκεί η επιθεώρηση στοιχειώδους εκπαίδευσης της περιοχής επιχειρεί την καταγραφή των στοιχείων της εκπαίδευσης, προσωπικό, αριθμό μαθητών, δραστηριότητες, σχολικούς κήπους, βιβλιοθήκες, κατηχητικά, συσσίτια κ.α.

Το κεφάλαιο για τη βιβλιοθήκη είναι εκτενές και έχει έντονη την πρόθεση να πείσει το αρμόδιο υπουργείο και τη δημόσια διοίκηση για την αναγκαιότητα στήριξης και δημιουργίας σχολικών βιβλιοθηκών. Με μορφή και ύφος έκθεσης ιδεών, κατά τα πρότυπα εξάλλου της εποχής, αναφέρεται στην αξία του βιβλίου και στο ρόλο του στην εκπαίδευση των νέων. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη «διά της βιβλιοθήκης τόνωση του ηθικού, του θρησκευτικού και του κοινωνικού συναισθήματος των παιδιών», στην όξυνση του… «παχυλού πνεύματος»,  στην απάλυνση και τον εξευγενισμό της καρδιάς, στην παρόρμηση των ανθρώπων  για «ωραίες και εξαιρετικές πράξεις». Η προσπάθεια να αναδειχτεί ο ρόλος της βιβλιοθήκης απογειώνεται όταν αναλύοντας την εποχή ο συντάκτης αναφέρεται στην κλονισμένη από τον πόλεμο και τις συνέπειές του νεολαία, η οποία «φέρεται ανερμάτιστη στα κύματα της φουρτουνιασμένης και αχαλίνωτης μεταπολεμικής υλιστικομηδενιστικής παραζάλης»! Τα κατάλληλα βιβλία λοιπόν πρέπει να γεμίσουν τις σχολικές βιβλιοθήκες, όχι εκείνα που αποπνέουν «απαισιοδοξία ή μηδενισμό» και περικλείουν «το σπέρμα της καταστροφής ή της αρνήσεως», αλλά αυτά που καλλιεργούν πίστη στα ιδανικά και τις αξίες. Ο απολογισμός της πενταετίας αναφέρει τελικά 16544 βιβλία στις μαθητικές, σχολικές βιβλιοθήκες και στην κεντρική της Επιθεώρησης (προς διάθεση των δασκάλων), εκ των οποίων τα μισά αγοράστηκαν και δωρίστηκαν  από το 1954 ως το 1959.


Το παράδειγμα των σχολικών βιβλιοθηκών της Κυνουρίας και της Μαντινείας τη δεκαετία του ’50 μπορεί να λειτουργήσει ως μεγεθυντικός φακός των αντιλήψεων που διακατείχαν το ελληνικό κράτος την περίοδο εκείνη τόσο στην πολιτική βιβλιοθηκών, όσο και στην εκπαιδευτική και γενική πολιτική του. Προσπάθειες προσώπων ή κοινοτήτων ή υπηρεσιακών δομών να πείσουν το κράτος να οργανώσει και να συντηρήσει βιβλιοθήκες, επίκληση αντικομουνιστικών και υπερσυντηρητικών ιδεολογημάτων προκειμένου να πειστεί προς τούτο, και απόπειρες εκ των ενόντων με δωρεές για να καλυφθεί το κενό. Εντυπωσιάζει, ιδίως αν ιδωθεί από απόσταση, η επιμονή προσώπων και φορέων για τη δημιουργία βιβλιοθηκών στον ελληνικό χώρο προεπαναστικά και μετεπαναστατικά, και η πάγια αδιάφορη αντιμετώπιση των κυβερνήσεων σε αυτές τις ανάγκες. Δυο πείσματα που κρατάνε αιώνες.

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Τα τοπία της μνήμης


Τα τοπία της μνήμης μου είναι κλειστά δωμάτια. Το γύρισμα του κλειδιού κάθε φορά που τα επισκέπτομαι, είναι μια πράξη βίας. Που απελευθερώνει μια κραυγή. Τα τοπία της μνήμης μου είναι η κραυγή που απελευθερώνεται όταν την επισκέπτομαι.

Κάποτε τα δωμάτια θα αδειάσουν και τότε εγώ θα πάρω τη θέση της.

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Όλα καλά;

Όχι ρε φίλε, δεν είναι όλα καλά. Για την ακρίβεια είναι όλα…. πονάω ρε φίλε, πονάω γιατί έμαθα πως θα χάσω ένα δικό μου άνθρωπο αργά ή γρήγορα (τι σημαίνει αργά;) από καρκίνο. Ναι, μην κάνεις πως δεν θες να ακούσεις τη λέξη. Όλοι την ξέρουν, όλοι έχουν χάσει έναν τουλάχιστον άνθρωπό τους από καρκίνο, όλοι την ψιθυρίζουν, είναι μια λέξη που αν την αποσιωπήσεις νομίζεις πως ξορκίζεις το κακό που κουβαλάει μέσα της, τον πόνο που... Βλακείες…

«Όλα καλά;» σου λένε, το σύνθημα που περιμένει το παρασύνθημα («όλα καλά», «το παλεύουμε»…) για να περάσεις δίπλα από τον άλλο, να τον προσπεράσεις. Στη δουλειά, στο δρόμο, στο σχολείο, στη γειτονιά, στο τηλέφωνο «όλα καλά;», «όλα καλά;», «όλα καλά;».

Καθόλου καλά ρε. Γι’ αυτόν που φεύγει -  το ξέρει δεν το ξέρει, το μάθει δεν το μάθει – που μετράει τις αυγές που θα ξημερώσουν γι’ αυτόν, που μετράει τις φορές που θα δει με τον εγγονό του μπάλα, που θα πει παραμύθι στις εγγονές του, που θα φάει το αγαπημένο του φαγητό και θα μουρμουρίσει το αγαπημένο του τραγούδι στο μπάνιο. Που μετράει το υπόλοιπο της ζωής και το βρίσκει λίγο.

Και για μας που μένουμε πίσω, καθόλου καλά. Ασυνήθιστη ιδέα η απουσία, εννοώ δεν μπορείς να τη συνηθίσεις, ιδιαίτερα αν ο άνθρωπός σου δεν ήταν περαστικός από τη ζωή. Τι μένει πίσω λοιπόν; Από έναν άνθρωπο που ερωτεύτηκε, δούλεψε, αφηγήθηκε παραμύθια, έπαιξε ποδόσφαιρο, αγωνίστηκε για το δίκιο του κόσμου, τι μένει; Λόγια παρηγοριάς; Μόνο λόγια;


Όχι φίλε μου, δεν είναι λοιπόν όλα καλά. Αν σου το πω θα φρενάρεις, θα σκοντάψεις πάνω σε αυτά που φέρνει η ζωή, θα μαυρίσει η ψυχή σου αν με αγαπάς, θα τρομάξεις έστω, αν απλά με ρώτησες γιατί δεν είχες κάτι άλλο να πεις. Αν σου το πω θα αργήσεις να πας στη δουλειά σου, ίσως να σου κάνουν παρατήρηση, ίσως να είσαι λίγο αφηρημένος ή κακόκεφος. Καλύτερα να μην στο πω. Θα το κρατήσω για μένα. Εξάλλου το ξέρεις πως κι εσύ θα χάσεις ή έχεις χάσει κάποιον που αγάπησες πολύ, έτσι είναι η ζωή: ένα ταξίδι στην απουσία. Όταν με ρωτάς λοιπόν «όλα καλά;» κι εγώ σου απαντώ «όλα καλά» να ξέρεις πως συμφωνούμε: την απουσία δεν θα την συνηθίσουμε ωστόσο ποτέ.

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Ιστορίες βιβλιοθηκών Ι


[Αναδημοσίευση από το άρθρο του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής']
«Στη σημερινή εποχή η δίψα για μόρφωση είναι απεριόριστη, και οι απαιτήσεις της νέας γενιάς δεν επιτρέπουν πνευματική καθυστέρηση. Το χωριό μας, με τους πολλούς επιστήμονες που ανέδειξε και τους σημερινούς νέους με τη μεγάλη αγάπη τους για την επιστήμη και τη γνώση, έχει ανάγκη από μια βιβλιοθήκη»

Οι φράσεις αυτές, «κουβέντες γύρω από το καντούνι της βιβλιοθήκης», είναι από το «Δελτίο βιβλιοθήκης Νίκου Ν. Γλέζου: στ’ Απεράθου της Νάξου». Το δελτίο εκδίδει το 1965 ο Σύλλογος Φίλων της Βιβλιοθήκης Ν. Ν. Γλέζου, μέλη του οποίου είναι οι Μανώλης Μπαρδάνης, Μανώλης Τρευλός, Νίκος Σφυρόερας, Νίκος Κατσούρος, Νίκος Γράτσιας, Μανώλης Γλέζος και Μιχάλης Γράτσιας. Στο εξώφυλλο του δεύτερου δελτίου διαφημίζεται το μέγεθος της συλλογής (1566 βιβλία) και η κίνηση του υλικού (550 αναγνώσεις).

Η εν λόγω βιβλιοθήκη επιβιώνει την περίοδο της χούντας και συμπληρώνει σύντομα 50 χρόνια παρουσίας στο νησί. Στους βιβλιοθηκονόμους μας αρέσουν οι ιστορίες αυτές, των πιονέρων, από αυτές τρεφόμαστε δεκαετίες τώρα που οι κυβερνήσεις και οι δήμοι δεν αντιλαμβάνονται κατά κανόνα τη θεσμική τους υποχρέωση να οργανώσουν και να στηρίξουν την έρευνα, τη μνήμη και τον πολιτισμό. Αυτό που σαφώς επαναλαμβάνεται στις όποιες πρωτοβουλίες πολιτών συγκροτούν (ακόμη και σήμερα) βιβλιοθήκες είναι πάνω - κάτω η εναρκτήρια φράση αυτού του κειμένου: η πεποίθηση πως η εποχή υπαγορεύει τη συγκεκριμένη αναγκαιότητα. Οι περισσότερες τέτοιες προσπάθειες είναι θνησιγενείς, αφού βασίζονται στο πάθος ορισμένων, θνητών βεβαίως…, προσώπων. Και η ιστορία αυτή δεν έχει τέλος, νέες προσπάθειες, νέες εξαγγελίες, ενθουσιασμός και λήξη.


Ας πιάσουμε όμως άλλη μια ιστορία (εκτός του παραπάνω κανόνα) που ευτυχώς είχε αίσια εξέλιξη: 1833 στη Σύρο ιδρύεται το δημοτικό γυμνάσιο και χιλιάδες Συριανοί πανηγυρίζουν για το γεγονός, οι έμποροι διαθέτουν το 1/10 των κερδών τους για την ανέγερση κτιρίου (1834), και δεκάδες Ερμουπολίτες ενισχύουν με χρήματα και δωρεές τη βιβλιοθήκη του. Αποφάσεις για αγορές βιβλίων παίρνει και ο Δήμος τακτικά ενώ το 1849 ο Δήμος πληρώνει και «βιβλιοφύλακα», τον οποίο «κόβει» η νομαρχία το 1865, γρήγορα όμως το θέμα διορθώνεται μετά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν. Το 1894 η βιβλιοθήκη έχει 5180 τόμους. Στις αρχές του 20ου αιώνα ξεσπάει ένας ομηρικός καυγάς ανάμεσα στο Γυμνάσιο (δημόσιο) και το Δήμο σχετικά με τη βιβλιοθήκη. Ο Δήμος διεκδικεί τη βιβλιοθήκη ως δική του, αφού χρόνια τη συντηρούσε και η κεντρική διοίκηση που επιχειρεί να περιορίσει τις αρμοδιότητες των δήμων την αναφέρει ως σχολική. Το θέμα λύνεται οριστικά το 1926 οπότε η βιβλιοθήκη του Γυμνασίου μετατρέπεται  σε δημοτική βιβλιοθήκη της Ερμούπολης, μια από τις σημαντικότερες και σήμερα της χώρας.

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Κονστράξιον



Διαβάζω ένα υπέροχο ποίημα του Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς για ένα χρησιμοποιημένο προφυλακτικό έξω από ένα γραφείο κηδειών. Και ανακαλύπτω πως η ποίηση είναι τελικά νόθο παιδί της προφύλαξης.

***
η φωτογραφία είναι του Bruce Davidson

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

Η μέσα βροχή και ο Άγιος Βασίλης από την Αιθιοπία


 Πρωινό των Φώτων. Μέρα θολή. Στα παράθυρα χτυπάει σαν χειροκρότημα η βροχή. Το αυτοκίνητο τρέχει στην Αττική Οδό. Μια κασέτα τραγουδάει "τα χρόνια φεύγουν θες δεν θες/ σαν των ματιών σου τις βαφές". Κι εσύ δακρύζεις. Η κασέτα γράφει "Μελωδία FM, 1998". Τη βρήκα σε ένα ντουλάπι προχθές.

***

Βράδυ Σαββάτου. Νύχτα θολή. Η πόλη πνίγεται στον καπνό. Στην αυλή μιας οικογενειακής ταβέρνας ένα αγόρι κι ένα κορίτσι μιλούν για τον Άγιο Βασίλη. Εκείνη του λέει πως δεν υπάρχει. Εκείνος πως τον έχει δει. Μέσα στο μαγαζί οι γονείς τους συζητούν για την Αριστερά και τις εκλογές που θα 'ρθουν. Κι ύστερα έρχεται αυτός ο άντρας με το παράξενο όνομα (που δεν μπορείς να το θυμηθείς) από την Αιθιοπία. Κάθεται μαζί τους, δεν θέλει φαΐ, παρέα θέλει. Έχει κι αυτός ένα παιδί στη χώρα του (που του λείπει πολύ) τους λέει στ' αγγλικά. Εκείνα τον ρωτούν για τον Άγιο Βασίλη.

Οι δρόμοι είναι στολισμένοι, η πόλη θολή. Φωτάκια αναβοσβήνουν στα μπαλκόνια. Τελειώνουν οι γιορτές των Χριστουγέννων.

Οι βιβλιοθήκες και η έρευνα



[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 5/1/2013]



Οι βιβλιοθήκες και οι υπηρεσίες τους είναι βασικός πυλώνας της έρευνας, επομένως βασικός πυλώνας της οικονομικής ανάπτυξης. Όχι για λόγους θολούς, αλλά γιατί ο ερευνητικός ρόλος των βιβλιοθηκών είναι σήμερα πανίσχυρος. αφού παρέχουν πρόσβαση στα διεθνή επιστημονικά δεδομένα που ιλιγγιωδώς αναπτύσσονται ή οργανώνει τη γνώση αυτή.

Το ελληνικό παράδειγμα σε αυτό το πεδίο είναι σχετικά αδύναμο, αν και οφείλουμε να πούμε πως όποτε δόθηκε η ευκαιρία, το ειδικευμένο προσωπικό υπήρχε για να λειτουργήσει και το εκπαιδευτικό περιβάλλον των επιστημόνων της πληροφόρησης προωθούσε με καλπασμό τις προοπτικές αυτές.

Ξεκινώντας από τις σχολικές βιβλιοθήκες δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις ανατροπές που επέφεραν, όπου και για όσο λειτούργησαν με ειδικευμένο προσωπικό, καθώς για πρώτη φορά φάνηκε να σχεδιάζεται μια αλλαγή στην εκπαιδευτική νοοτροπία και σε επίπεδο θεμελιωδών δομών. Η βιβλιοθήκη στο σχολείο «καταργεί» τη μονοθεματικότητα, καλλιεργεί το ερευνητικό πνεύμα εις βάρος της άγονης παπαγαλίας, πλήττει δημιουργικά την αυθεντία του διδάσκοντα, επιβάλλοντας και επιτρέποντάς του να εξελίσσεται διαρκώς. Οι σχολικές βιβλιοθήκες ωστόσο σύντομα έμπλεξαν στα συντεχνιακά προσκόμματα, τα οικονομικά συμφέροντα εξωθεσμικών παραγόντων και, ως αποτέλεσμα της αδιαφορίας μιας σειράς «αρμοδίων» υπουργών παιδείας, τελικά έκλεισαν.

Επόμενο στάδιο είναι οι ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, η ατμομηχανή της έρευνας. Οι ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες ευτύχησαν να έχουν χρηματοδότηση, γρήγορα εκσυγχρονίστηκαν, πρωτοπορώντας στις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα τόσο στην προτυποποίηση, όσο και στην τεχνολογική ανάπτυξη. Η χρηματοδοτούμενη από την Ε.Ε. ανάπτυξη των εν λόγω βιβλιοθηκών όμως μάλλον επανάπαυσε το ελληνικό κράτος και σε συνδυασμό με την έλλειψη σχεδιασμού στα λοιπά πανεπιστημιακά πεδία οδήγησε στη σταδιακή επιβράδυνση της εξέλιξης. Καθοριστικό σημείο της πορείας αυτής είναι δε η απόλυση μεγάλου αριθμού βιβλιοθηκονόμων με την πρόσφατη «αποστελέχωση» των υπηρεσιών των πανεπιστημίων της χώρας.

Τρίτο στάδιο είναι οι βιβλιοθήκες των ερευνητικών κέντρων, οι οποίες ακολούθησαν την πορεία των κέντρων αυτές τις δεκαετίες: δημιουργία χωρίς σχεδιασμό, στελέχωση χωρίς σχεδιασμό, έργο χωρίς σχεδιασμό, υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση, απαξίωση, κλείσιμο και συγχωνεύσεις. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως ούτε καν η επιχειρηματική ή τραπεζική λειτουργία αξιοποίησαν ποτέ τις βιβλιοθήκες (με ελάχιστα παραδείγματα πχ η Αργυρομεταλλευμάτων και Βαρυτίνης τη δεκαετία του ’80), παρά τη διεθνή πρακτική και την εγχώρια διαθεσιμότητα ειδικών. Ιδιαίτερα οι τράπεζες ανέπτυξαν βιβλιοθήκες μόνο στο πλαίσιο των πολιτιστικών οργανισμών τους και δεν μπήκαν ποτέ στη διαδικασία να δημιουργήσουν υπηρεσίες που θα οργανώνουν απαιτητικά τη δευτερογενή και πρωτογενή πληροφόρηση.

Πρέπει πια ο χώρος των βιβλιοθηκών να διατυπώσει το λόγο του και να εξηγήσει στην κοινωνία και τα πολιτικά κόμματα ποιος είναι ο ρόλος των βιβλιοθηκών στην ερευνητική και αναπτυξιακή πορεία. Ειδικά τώρα.

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Μια πρωτοχρονιάτικη ιστορία: Δίπλα στο τζάκι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παραμύθι. Ίσως το κοριτσάκι με τα σπίρτα, ο μολυβένιος στρατιώτης ή ο ευτυχισμένος πρίγκηπας. Καθόταν σε ένα σκαμνί δίπλα στο τζάκι, από το οποίο κρέμονταν οι κάλτσες μας ένα βράδυ πρωτοχρονιάς του ’80. Φαινόταν ήρεμο, ήρεμα φαίνονται πάντα τα παραμύθια. Και μου χαμογέλασε με ένα μυστήριο χαμόγελο όταν τις πρώτες ώρες της καινούριας χρονιάς μπήκαμε στο σπίτι και τρέξαμε να δούμε τι έφερε ο Άγιος Βασίλης.

Τα χρόνια πέρασαν, τα παραμύθια μεγάλωσαν, έγιναν μυθιστορήματα, έχασαν την ηρεμία τους και το χαμόγελό τους, ως και αυτό το τέλος που συνήθως έχουν φαινόταν πια τώρα να είναι αμφίβολο. Οι κάλτσες μας μεγάλωσαν κι αυτές, μαζί με αυτές κι εμείς θέλω να πω. Κι έγινα βιβλιοθηκάριος, όχι για να οργανώνω τη γνώση εδώ που τα λέμε, αλλά για να μπορώ να ψάχνω στα ορυχεία της φαντασίας τα σπίρτα που θα ζεστάνουν ένα όνειρο, το στρατιώτη που θα αγαπήσει μια μπαλαρίνα, το άγαλμα που θα γιατρέψει τους απελπισμένους. Χρόνια τώρα σκάβω τις σελίδες των βιβλίων, όμως είναι φτωχά τα κοιτάσματα που βρίσκω.


Κι έτσι κάθομαι (ανήσυχος κάπως) δίπλα στο τζάκι και αφηγούμαι στα παιδιά μου ιστορίες που θα τελειώσουν κάποτε με ένα «κι εμείς καλύτερα».

|***

Ήταν μια ενδιαφέρουσα συνάντηση στην "Αυγή", αυτό που λένε "περάσαμε ωραία" ,  Μαζευτήκαμε μια ομάδα φίλων και οργανώσαμε ένα ακόμη δι-ιστολογικό αφιέρωμα που αυτή τη φορά φιλοξενείται σε μια φιλόξενη εφημερίδα. Ευχαριστούμε την Πόλυ για την εμπιστοσύνη. Διαβάστε τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του 2013 και τις πρωτοχρονιάτικες του 2014...

Οι χριστουγεννιάτικες:

Κυνοκέφαλοι: Media Vox
Το Βυτίο: Ικανοποίηση
Ο Τσαλαπετεινός: Πενήντα γουλιές Χριστούγεννα
Ποδηλάτισσα: Δεν είναι το δέντρο μου
Ιφιμέδεια: Η μαγική μου σφαίρα
Ο ήχος του ανέμου: η Νεογλώσσα και ο Λόγος

Οι πρωτοχρονιάτικες:

Το ερυθρό καγκουρώ: Να πρατιγάρεις στο Κάρντιφ
Silencrossing: Σκορπισμένοι
Τα χαμένα επεισόδια: Εκεί που κρέμεται η κλωστή
Αναγεννημένη: Γιορτές; Όχι δα
Rubies and clouds (RubinakiM): Το εκκρεμές
Rubies and clouds (Nefosis): Προσμονή
George le Nonce: Poor flesh, sad bone
Το καραντί: Δεν ξέρει ο κόσμος να ζει, κατέβα να πάμε μαζί
Passionflower: Τα Πάνω-Κάτω
Αντιδρασέξ: Χριστουγεννιάτικη (;) αλληλεγγύη!
Μπανάνα: Μπεν Μαρί

Υπάρχει και μια ιστορία που μας την πήραν οι καλικάντζαροι. Αυτή:
Kizilkum: Καλειδοσκόπιο