Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Το παραμύθι του ακουστικού


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τηλέφωνο. Ένα μεγάλο τηλέφωνο. Για να είμαστε ακριβείς, ένα αφύσικα μεγάλο τηλέφωνο - από αυτά τα παλιά με το ακουστικό που μοιάζει με τα βάρη που σηκώνουν οι ανεγκέφαλοι στα γυμναστήρια. Κι εδώ που τα λέμε ήταν τόσο μεγάλο, που αν κάποιος ήθελε να σηκώσει το ακουστικό θα έπρεπε να είναι αρσιβαρίστας.

Από την αρχή ήταν φτιαγμένο έτσι, για κάποιον άγνωστο λόγο, και κανείς δεν το αγόραζε βέβαια να κάνει τη δουλειά του. Μια μέρα όμως ένας πλούσιος κι εκκεντρικός άνθρωπος αποφάσισε να το πάρει και να το προσθέσει στα τρόπαια της δύναμής του - ταίριαζε απόλυτα στην επιδεικτική του φύση. Όμως κανείς δεν καλούσε στο τηλέφωνο του σπιτιού του αυτόν τον μοναχικό και δυστυχισμένο άνθρωπο, και γρήγορα το τηλέφωνο ξεχάστηκε και παραμελήθηκε. Λίγα χρόνια μετά πουλήθηκε σε έναν γέρο ξιπασμένο έμπορο που ήθελε να βλέπει το νεαρό εραστή του  να το σηκώνει, κάθε που κάποιος τον καλούσε, και να θαυμάζει γεμάτος λαγνεία το ποθητό του σώμα. Όμως ο έρωτας (όπως γνωρίζετε) δεν κρατάει πολύ (ούτε τα παραμύθια) κι ο νεαρός έφυγε για άλλα μάτια και δεν σήκωσε κανείς πάλι το ακουστικό στο σπίτι του εμπόρου.

Πέρασαν βέβαια και άλλα χρόνια - αφήνοντας πίσω τη σκόνη τους να κάθεται νωχελικά στα λόγια των ανθρώπων. Και μια μέρα το ακουστικό το σήκωσε ένα μικρό παιδί, σχημάτισε στο στρογγυλό καντράν ένα-ένα τα νούμερα και μίλησε με τον μπαμπά του και του είπε πως "σήμερα στο σχολείο διαβάσαμε ένα μεγάλο παραμύθι".

(Κι αν ίσως αναρωτηθήκατε ποιο το νόημα αυτής της ιστορίας ή τελοσπάντων πώς μπόρεσε και σήκωσε το αφύσικα μεγάλο ακουστικό ένα μικρό παιδί, θα σας πω πως τα πράγματα μοιάζουν τεράστια και ακατόρθωτα όταν φοβόμαστε να τα ακούσουμε, όχι όταν αποφασίζουμε να τα πούμε).

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Κυβερνητικές βιβλιοθήκες

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 24-25/5/2014]



Μια εκτεταμένη και διόλου δυσδιάκριτη αδυναμία του ελληνικού συστήματος δημόσιας διοίκησης είναι και αυτή που δεν επενδύει στη συγκέντρωση, οργάνωση και διάχυση των πληροφοριών, πρωτογενών και δευτερογενών, προς όφελος τόσο της τεκμηρίωσης στη λήψη αποφάσεων, όσο και της ευχερούς πρόσβασης των πολιτών στις αποφάσεις της διοίκησης και των οργανισμών του δημοσίου. Με δυο λόγια, το ελληνικό δημόσιο, τα υπουργεία και οι οργανισμοί ποτέ δεν απέκτησαν οργανωμένες βιβλιοθήκες και αρχεία. Τα αρχεία δε, χρησιμοποιούνται συχνά (και στο δημόσιο, δημοσιογραφικό λόγο) ως συνώνυμο μιας ερεβώδους αποθήκευσης προς μη ανεύρεση αποδείξεων: συχνά λέμε «έβαλε την υπόθεση στο αρχείο», εννοώντας πως την έκρυψε, την εξαφάνισε από προσώπου γης.

Οι λεγόμενες «κυβερνητικές βιβλιοθήκες», οι βιβλιοθήκες που λειτουργούν σε/για υπηρεσίες παραγωγής κυβερνητικού έργου είναι στην Ελλάδα μια ακόμη ένδειξη παθογένειας στη δημόσια διοίκηση, δεδομένου ότι ποτέ δεν ευτύχησαν να λειτουργήσουν, ή όπου λειτούργησαν δεν επενδύθηκε κεφάλαιο, προσωπικό και υποδομές για την ανάπτυξή τους. Ενδεικτικά και ισχυρότερα είναι τα παραδείγματα των βιβλιοθηκών των Υπουργείων. Ενδεικτική η ουσιαστική ανυπαρξία βιβλιοθήκης στο αρμόδιο για τις βιβλιοθήκες Υπουργείο Παιδείας. Για να μην μιλήσουμε για τα υπόλοιπα.


Η ανυπαρξία αυτή δεν είναι τόσο πολιτιστική φτώχεια, όσο διοικητική αναπηρία, και πρέπει να απαντήσουμε τι εννοούμε κυβερνητική βιβλιοθήκη: μια «βιβλιοθήκη» ή υπηρεσία «τεκμηρίωσης ή διαχείρισης των πληροφοριών» είναι μια κομβική παρουσία στην παραγωγή κυβερνητικών και υπηρεσιακών αποφάσεων σε ένα υπουργείο. Δεν είναι μια δανειστική βιβλιοθήκη λογοτεχνικών έργων, αλλά μια δυναμική υπηρεσία που συγκεντρώνει και οργανώνει πληροφορίες (σε έντυπο, ηλεκτρονικό ή άυλο μέσο) προς χρήση (τεκμηριωτική, ενημερωτική κ.α.) από όσους λαμβάνουν αποφάσεις και καθορίζουν πολιτικές. Η βιβλιοθήκη επομένως σε ένα υπουργείο (οφείλει να) είναι μια υπηρεσία αιχμής, της οποίας το έργο και οι τεχνικές αντιγράφονται από τις υπόλοιπες βιβλιοθήκες, αφού πρωτοπορεί στην απαιτητική διαχείριση των πληροφοριών. Συνήθως οι υπηρεσίες αυτές διαχειρίζονται και τα «ενεργά» και «ιστορικά» αρχεία των υπουργείων, τις πληροφορίες και τα έγγραφα δηλαδή που προκύπτουν από τη λειτουργία των υπουργείων, προσφέροντας συστήματα και διαδικασίες που οργανώνουν και αποθηκεύουν τα επίσημα έγγραφα με τρόπο τέτοιο που όποιος πρέπει, βλέπει ό,τι πρέπει, όταν πρέπει. Αν και η ελληνική βιβλιοθηκονομική και αρχειονομική κοινότητα διαθέτει επαγγελματίες με προσόντα, σπουδές και κουλτούρα για μια τέτοια απαιτητική δράση, φαίνεται μάλλον απίθανο οι κυβερνητικές βιβλιοθήκες να αναπτυχθούν στην Ελλάδα, όπως επίσης οι παρόμοιας σημασίας βιβλιοθήκες των τραπεζών, και να δημιουργηθούν πολυδύναμα κέντρα τεκμηρίωσης που θα συμβάλουν στην οργάνωση των πληροφοριών που είναι απαραίτητες ή παράγονται από την κυβερνητική λειτουργία. Ο λόγος φαίνεται να είναι τραγικά απλός: στη λήψη των αποφάσεων δεν ενεργούν οι πληροφορίες, αλλά οι σχέσεις, οι ιδεοληψίες, τα συμφέροντα, η πελατεία…

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Οι λάμπες και η ποίηση



Λοιπόν, πάντα μου άρεσαν οι λάμπες. Καταρχάς γιατί φωτίζουν μες στο σκοτάδι. Έπειτα, για την αξιοπρεπή μοναξιά τους. Οι λάμπες των δρόμων, οι λάμπες των υπνοδωματίων, οι λάμπες στις ταβέρνες και στα καΐκια. Απ' όλα, όσα υπάρχουν μες στο σκοτάδι, αυτές επιλέγουν να φωτίσουν το πιο σημαντικό: το προφανές.

Νομίζω σε αυτό το σημείο πως οι λάμπες μοιάζουν με την ποίηση: εστιάζουν, τους απασχολεί το λίγο, το αποκόβουν από το σκοτεινό όλο, μόνο αυτό αναδεικνύουν. Α, η ποίηση και οι λάμπες είναι μια ειλικρινής ομολογία ύπαρξης.

***
Το σχέδιο είναι του F. M. Salvat, από το βιβλίο "Le roman de Francois Villon" (J. Ferenczi, 1935)

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Πάντα ν' ανταμώνουμε

[Αναδημοσίευση του άρθρου του 'Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής"  18/5/2014]


Η πολιτιστική δημιουργία σε τοπικό επίπεδο, ένα από τα στοιχεία που φαίνεται να απασχολούν τις υποψήφιες δημοτικές παρατάξεις στις επικείμενες εκλογές, είναι το θέμα του σημερινού σημειώματος. Αφορμή για μια ακόμη φορά το βίωμα, η εμπειρία, εν προκειμένω το 1ο Διασχολικό Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών που έγινε στο 101ο Δημοτικό Σχολείο της Αθήνας, το οποίο διοργάνωσε ο σύλλογος γονέων και στο οποίο συμμετείχαν 10 δημοτικά σχολεία της περιοχής των Άνω Πατησίων. Δεν είναι μόνο η άψογη διοργάνωση, το επίπεδο των χορευτικών ομάδων, η εξαιρετική ορχήστρα, η χορωδία. Ήταν η αίσθηση της γιορτής, η συνάντηση των ανθρώπων της γειτονιάς, η κοινωνικότητα, η συνεργασία, η υπόσχεση της επανάληψης.

Δεν μπορούμε ίσως διά της στατιστικής μεθόδου να βεβαιώσουμε πως διαφαίνεται άνθηση της πολιτιστικής δημιουργίας σε τοπική κλίμακα, ωστόσο μπορούμε διά της παρατήρησης να το ισχυριστούμε. Θα το θεωρούσαμε λογικό και χρήσιμο κάτι τέτοιο, είναι μια θετική αντίδραση στην επελαύνουσα κρίση, ακόμη και αν δεν φαίνεται  συχνά να αγγίζει ζητήματα ταξικής συνειδητοποίησης, ιδεολογικής αφύπνισης, κοινωνικής εγρήγορσης. Δεν θα μπορούσε ίσως, αφού εκβάλλουμε βίαια και απότομα από μια μακρά περίοδο ευδαιμονισμού, καταναλωτικών εμμονών και πολιτικής παθητικότητας. Δεν είναι όμως και λίγες οι φορές που τίθενται και ζητήματα αιχμής στο στόχαστρο της τοπικής πολιτιστικής δράσης, όπως είναι το φασιστικό φαινόμενο και η αναβίωσή του.

Η παρουσία των τοπικών συλλογικοτήτων και του ρόλου τους στα προεκλογικά προγράμματα των δημοτικών παρατάξεων εξηγείται και αναλύεται πολλαπλά: Καταρχάς είναι «δωρεάν» (εθελοντικό) κεφάλαιο και αν κάτι απαιτεί από την τοπική διοίκηση είναι η μερική υποστήριξη. Κατά δεύτερον ο προσφιλής αυτός τρόπος ενασχόλησης με τα κοινά παράγει παράγοντες αξιοποιήσιμους στην στελέχωση των συνδυασμών, πολλές φορές δε, θεωρείται βιογραφικό εισιτήριο στην τοπική πολιτική παρουσία. Η απόσταση των πολιτικών σχηματισμών, όποιας κλίμακας, από το κοινωνικό σύνολο (αποτέλεσμα και συστατικό της πολιτικής κρίσης) χρειάζεται συνδετικούς κρίκους, όπως οι τοπικές, πολιτιστικές, αθλητικές, γονεϊκές και άλλες συλλογικότητες. Δεν μπορούμε φυσικά να αποκλείσουμε και την «έντιμη» και ουσιαστική εκτίμηση της τοπικής δημιουργίας από τις δημοτικές παρατάξεις, σαν παράγοντα που εξηγεί την παρουσία της στα προεκλογικά προγράμματα τους.


Το κύριο στοιχείο της τοπικής δημιουργίας είναι η ψυχή που κατατίθεται, η δημιουργία και ενίσχυση ταυτοτικών και κοινωνικών δεσμών, η ευχαρίστηση και η ψυχαγωγία σίγουρα. Μοιάζει κάπως μίζερο να ασχολούμαστε με τα περαιτέρω, όμως δεν είναι. Είναι χρήσιμο να ασχοληθούμε με το ρόλο των τοπικών συλλογικοτήτων στην εποχή αυτή με τα χαρακτηριστικά που παίρνει η διάλυση της κοινωνίας και να παρατηρήσουμε τις συνδηλώσεις της διαφαινόμενης άνθησης και, γιατί όχι να παρέμβουμε στηρίζοντας ουσιαστικά την τοπική δημιουργία και θεσμικά, και οικονομικά και με τις υποδομές των δήμων.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Τα ψώνια της Θωμαΐδος*

*μια ιστορία αφιερωμένη στον Τσαλαπετεινό που έγραψε μια ιστορία φανταστική


Μια φορά κι  έναν καιρό ήταν η κυρία Θωμαΐς, που είχε πολύ παχιά φρύδια – όμως αυτό το χαρακτηριστικό της ελάχιστη σχέση έχει με την ιστορία μας. Η κυρία Θωμαΐς έμενε στις εργατικές πολυκατοικίες με τα μικρά κηπάκια τους, όμως και αυτό δεν μας αφορά εδώ ιδιαίτερα. Αυτό που έχει σημασία είναι πως μια μέρα η κυρία Θωμαΐς έγραψε σε ένα χαρτί τα ψώνια της για το μανάβη: «πράσα, αγγούρια, κολοκύθια (στρογγυλά), άνηθος, καρότα, μήλα, γαρυφαλλιά». Της άρεσαν τα γαρύφαλλα της κυρίας Θωμαΐδος και πάντα έπαιρνε μια γλάστρα αυτή την εποχή. Κινδυνεύοντας πάλι να ξεφύγω στα περιττά, να πω εν συντομία πως επίσης παρά τα περασμένα χρόνια της τής άρεσε και ο νεαρός που δούλευε στο μανάβικο του Σταμάτη και συχνά του ζητούσε να της μεταφέρει τα ψώνια στο σπίτι για να έχει την ευκαιρία να τον ακούσει να ανεβαίνει στο διαμέρισμά της με την αντρίκια περπατησιά του.

Εκείνη η μέρα ήταν η σημαντικότερη της ιστορίας μας. Γιατί ο αέρας πήρε το χαρτί με τα ψώνια από το τραπέζι της κουζίνας, το χόρεψε για λίγο στο φως της μέρας και ύστερα το άφησε στο δρόμο κι εκεί το βρήκε (η λιτότητα στις ιστορίες είναι μια ανεκτίμητη αρετή) ένας ποιητής (από τους κανονικούς, όχι από αυτούς που λένε ότι είναι ποιητές και μόνο αυτοί το λένε). Το έπιασε στα χέρια του, φάνηκε για λίγο να το ζυγίζει (όπως κάνουν οι ποιητές με τα κείμενα και τις λέξεις) και το έχωσε βιαστικά στην κωλότσεπη. Όταν πήγε σπίτι, γδύθηκε, έκανε ένα μπάνιο και ύστερα κάθισε στο γραφείο του, έβγαλε το χαρτί, το ξαναζύγισε και πήρε μια καθαρή κόλλα χαρτί, την πέρασε στη γραφομηχανή του και καθαρόγραψε τα ψώνια της κυρίας Θωμαΐδας:

«Πράσα
Αγγούρια
Κολοκύθια (στρογγυλά)
Άνηθος
Καρότα
Μήλα

Γαρυφαλλιά»

Να μην αργήσουμε λοιπόν να φτάσουμε στο τέλος της ιστορίας (αν έχουν ποτέ τέλος οι ιστορίες). Ο κανονικός ποιητής έβαλε το χαρτί μαζί με κάποια άλλα και τα έστειλε στον εκδότη του. Λίγους μήνες μετά εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή με τίτλο «τα ψώνια». Οι κριτικοί ενθουσιάστηκαν, ήταν σίγουρα η πλέον ώριμη συλλογή του, κάποιος είπε πως «τα ποιήματά του τρυπούν τον παθητικό υμένα της ντόπιας ποιητικής παραγωγής» και ως ενδεικτικό ποίημα πρόβαλε τα ψώνια της κυρίας Θωμαΐδος.


Η κυρία Θωμαΐς εν τω μεταξύ πέθανε. Στην κηδεία της ήρθαν λίγοι γείτονες -  συγγενείς δεν είχε. Ήρθε και το παιδί που δουλεύει στο μανάβικο του Σταμάτη.

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Περί κουλτούρας βιβλιοθηκών

[Αναδημοσίευση του άρθρου το "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 11/5/2014]


Πώς μπορείς να προτείνεις πολιτική βιβλιοθηκών, όταν ο ίδιος δεν έχεις κουλτούρα χρήσης τους; Γιατί στην Ελλάδα οι βιβλιοθήκες δεν εδραιώθηκαν, όπως σε άλλες χώρες; Δύο ερωτήματα που διατυπώθηκαν πρόσφατα από δύο αξιόλογους συναδέλφους και αναζητούν κάπως τις απαντήσεις μας.

Προεπαναστατικά, αλλά και αυτά τα περίπου 200 χρόνια της πρόσφατης Ιστορίας μας, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για τη δημιουργία και τον εμπλουτισμό βιβλιοθηκών, κυρίως με ένα πνεύμα διαφωτισμού, οραματικό και πιονερίστικο. Γεγονός είναι πως αυτές οι προσπάθειες απέδωσαν κάποιους καρπούς, συχνότερα ωστόσο πρόσκαιρους - όσο κράτησε δηλαδή ο βίος και η προσφορά των μεμονωμένων εμπνευστών ή των επιγόνων τους.

Εκατοντάδες είναι οι συλλέκτες βιβλίων που έγιναν δωρητές ή ιδρυτές βιβλιοθηκών, χιλιάδες οι σύλλογοι που συγκρότησαν συλλογές και έκαναν αιτήσεις δωρεών, χιλιάδες τα σχολεία που άνοιξαν βιβλιοθήκες γιατί κάποιοι δάσκαλοι φρόντισαν γι' αυτό. Όλα αυτά παράλληλα με την όποια κρατική λειτουργία σε αυτόν τον τομέα. Υπάρχει δηλαδή ένα κλίμα γόνιμο για την ανάπτυξη των βιβλιοθηκών.

Είναι διαπιστωμένο σε όσους εργαζόμαστε σε βιβλιοθήκες πως πρέπει να πείσουμε (ακόμη και τους ίδιους τους φορείς που μας περιέχουν) για την αναγκαιότητα, τον ρόλο, τη δυναμική και τη σημασία της βιβλιοθήκης και του βιβλιοθηκονόμου, και μάλιστα τώρα που η ψηφιακή θύελλα, σε συνδυασμό με την έλλειψη κουλτούρας χρήσης των βιβλιοθηκών, την οικονομική κρίση και τον πληροφοριακό αναλφαβητισμό, δημιουργεί στρεβλές ιδεοληψίες για το τέλος του βιβλίου και των βιβλιοθηκών. Συνεχίζει να θεωρείται εκκρεμής πολυτέλεια η βιβλιοθήκη.

Πολιτική βιβλιοθηκών χωρίς πολιτική ανάγνωσης δεν μπορούμε να νοήσουμε: η μία αφορά τη δημιουργία και τη λειτουργία, η άλλη τη χρήση τους Δεν μπορούμε να μιλάμε για εκπαιδευτική πολιτική χωρίς να συσταχώνουμε σχολεία και βιβλιοθήκες σε αυτόν τον σκοπό, οι βιβλιοθήκες είναι το φυσικό περιβάλλον της μάθησης. Χρειάζεται να αποκτηθεί εμπιστοσύνη των πολιτών στις βιβλιοθήκες -για να γίνει αυτό πρέπει οι βιβλιοθήκες να μπουν σε σταθερή πορεία ανάπτυξης, που δεν θα εξαρτάται από κατ' εξαίρεσιν χρηματοδοτήσεις, χορηγικές ελεημοσύνες και πεφωτισμένες πρωτοβουλίες.

Οι βιβλιοθήκες χρειάζονται εδραίωση και, επειδή πολλά έχουν κερδηθεί αυτά τα χρόνια της δυναμικής ανάπτυξής τους και στην Ελλάδα, αυτό που απαιτείται είναι να αντιμετωπιστούν τα θεσμικά κενά και να υπάρξει επένδυση σε προσωπικό, υλικό και υπηρεσίες. Η πείρα έχει δείξει πως, όποτε εδραιώθηκαν, οι βιβλιοθήκες μετατράπηκαν αυτομάτως σε εστίες γνώσης και έρευνας και συνήψαν δυναμική σχέση με τους χρήστες, το κοινό, τους δημότες, τους ερευνητές.

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

My precious sujuk lokum



Είχα συστημένο. Αλλά έλειπα όταν ήρθε ο ταχυδρόμος. Αλλά δεν είχα ταυτότητα όταν πήγα στο ταχυδρομείο να το πάρω, αλλά πήγα μετά, αργά το απόγευμα (πάλι). Και ήταν για μένα, δικό μου δηλαδή, και ήταν ένα δέμα χοντρό και όχι ένα γράμμα, αλλά τους είπα αν έχουν μια σακούλα να το βάλω μέσα και είχαν. Βόμβα δεν θα ήταν λογικά, τουλάχιστον δεν θα ερχόταν βόμβα σε μένα από την Κομοτηνή από μια Άννα, αλλά και πάλι όταν πέρασα από το προεκλογικό περίπτερο του ΣΥΡΙΖΑ στην πλατεία δεν έδειξα τίποτα στους συντρόφους, ούτε βέβαια άνοιξα το δέμα, ούτε μετά που πήγα να πάρω την κόρη μου από το χορό, ούτε όταν πήγα σπίτι και με ρώτησε η γυναίκα μου γιατί άργησα είπα πού ήμουν, ούτε όταν με ρώτησε τι κρατάω είπα καθαρά και δυνατά "τίποτα, κάτι πράγματα", μόνο άπνοα και με σταδιακή σίγαση το ψιθύρισα, σαν μπαταρία που τελειώνει.


Ήξερα βέβαια τι ήταν- μια διαδικτυακή συζήτηση με την Άννα (υπέθετα ότι ήξερα) πριν λίγες μέρες, την Άννα δεν τη ξέρω ("δεν τη ξέρω" εννοώ πως τη διαβάζω μεν δεν έχουμε ιδωθεί δε, δεν έχουμε συναντηθεί), με οδήγησε τελείως παρορμητικά να της στείλω τη διεύθυνσή μου. Το θέμα πλέον ήταν το δέμα, τι θα κάνω το δέμα, πότε θα το ανοίξω και το θέμα άρχισε μέσα μου να κεντρίζει τα μύχια αισθήματα ιδιοκτησίας να κεντάει τη δαντέλα της τσιγκουνιάς μου και η συνείδησή μου ξεβολεύτηκε με όλα ετούτα. Έπρεπε να κρύψω το δέμα.

Στην ντουλάπα με τα παιχνίδια των παιδιών; Απορρίπτεται...
Να έκανα σάντουιτς το λάπτοπ;
Μήπως στα μαξιλάρια του καναπέ; Μπα, όχι
Μια καλή ιδέα στο ντουλάπι με τα τρόφιμα... μήπως;

Στη μεγάλη βιβλιοθήκη (πάνω από τα Άπαντα του Λένιν); Μπα, όχι.
Κάτω από την πλεχτή κουβέρτα με τα μοτίφια της γιαγιάς; Σαφώς όχι.
Πίσω από την πόρτα.... αλλά αν την κλείσει κανείς;
Όλη αυτή η πεζοπορία μέσα στο σπίτι κίνησε υποψίες, απέκτησε οπαδούς και αυτό διόλου καλό δεν ήταν για το σκοπό μου. Ήταν ολέθριο. Πρόλαβα μονάχα να σχεδιάσω την αποκάλυψη: μια φίλη μου μού έστειλε ένα δώρο για μένα. Ανίσχυρος πια στα διερευνητικά και καχύποπτα βλέμματα της φαμίλιας (η οικογένεια είναι ευτυχία - λένε -που τη μοιράζεσαι) πήρα το μαχαίρι κι έσφαξα το δέμα.


Και από την κοιλιά του βγήκε το σουτζούκ-λουκούμ από την Κομοτηνή. Το δικό μου σουτζούκ-λουκούμ που η δικιά μου φίλη η Άννα μού το έστειλε για μένα. Δύο σουτζούκ-λουκούμ: το ένα για μένα με σουσάμι, το άλλο για μένα χωρίς σουσάμι.


Τη χαρά τους δεν την κατάλαβα εξαρχής, ούτε το πρώτο πληθυντικό του ρήματος "τρώω" σε ενεστώτα και μέλλοντα που άρχισε να κυκλοφορεί γύρω από το δέμα μου. Τώρα το μόνο που έμενε ήταν να αρπάξω τη μερίδα του λέοντος ως αρχηγός και πατερούλης.


Όμως ο λαός είναι αδίστακτος όταν είναι να τραφεί και το μόνο που έμεινε απ'το πολύτιμό μου δέμα είναι μια λωρίδα λουκούμι που έκρυψα στο ψυγείο (πίσω από τις μαρμελάδες) για μια ώρα ανάγκης


Ηθικό δίδαγμα: δεν στέλνεις τη διεύθυνση του σπιτιού σου όπου να'ναι, στέλνεις μονάχα έναν αριθμό θυρίδας.

Κι άλλο ηθικό δίδαγμα: Οι γυναίκες είστε απίστευτα πλάσματα (μερικές φορές)


Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Προσευχή



Με τους αγκώνες
ακουμπισμένους στο τραπέζι κάθομαι
αιώνες τώρα και σε περιμένω,
απέναντί μου να σταθείς και να
ρωτήσεις:
- Τι;
Και τότε εγώ
θα σου απαντήσω:
- Γιατί άργησες τόσο πολύ;

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Ο απολογισμός της μη δράσης

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 4/5/2014]



Ο συνήθης απολογισμός είναι αυτός που καταγράφει όσα έγιναν. Ο σωστός απολογισμός είναι αυτός που καταγράφει όσα έγιναν και όσα δεν έγιναν. Ο απολογισμός του δημάρχου* της Αθήνας ωστόσο πρωτοτυπεί καταγράφοντας όσα δεν έγιναν και όσα υπόσχεται πως θα γίνουν. Τουλάχιστον στο πεδίο που εξετάζει το παρόν σημείωμα και το οποίο έχει να κάνει με τον απολογισμό που κάνει η αποχωρούσα δημοτική αρχή της Αθήνας σχετικά με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Πρωτεύουσας.

Τι λέει λοιπόν ο κ. Καμίνης ότι «έκανε» τα τελευταία τρία χρόνια; Δύο πράγματα: ότι συνεργάστηκε με το «Future Library» του ελεήμονος Ιδρύματος Νιάρχου, την ΠΥΡΝΑ και το Δίκτυο για τα δικαιώματα του Παιδιού (μόνο για κάποιες εκδηλώσεις στον χώρο της βιβλιοθήκης), και ότι «τοποθετήθηκε» (με δωρεά κατασκευαστικής εταιρείας, αλλά δεν το λέει) στην πλατεία Δεξαμενής η «Κινητή Ανταλλακτική Βιβλιοθήκη»... Λέει και άλλα ο δήμαρχος, μόνο που αυτά δεν χωρούν σε απολογισμό, γιατί είναι αόριστες προβλέψεις για το μέλλον - ως γνωστό οι απολογισμοί αναφέρονται σε παρελθόντα χρόνο. Λέει πως η Δημοτική Βιβλιοθήκη ΘΑ μετατραπεί σε ζωντανό πυρήνα γνώσης, η ψηφιοποίηση του υλικού ΘΑ είναι ένα μεγάλο άνοιγμα στην κοινωνία, η κινητή ανταλλακτική βιβλιοθήκη ΘΑ εξαπλωθεί στις γειτονιές, δίκτυο παιδικών και... βρεφικών βιβλιοθηκών ΘΑ δημιουργηθεί το αμέσως επόμενο διάστημα. Όλα αυτά για κάποιο λόγο δεν έγιναν, αλλά για κάποιο λόγο θα γίνουν.

Ας έρθουμε λοιπόν τώρα στα προφανή θλιβερά του μονόστηλου απολογισμού του δημάρχου. Η Δημοτική βιβλιοθήκη δεν απέκτησε παραρτήματα σε όλα τα δημοτικά διαμερίσματα, δεν αγκάλιασε τους πολίτες της Αθήνας, δεν χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες των μαθητών (επισκέψεις έγιναν), δεν απέκτησε επαρκές ειδικευμένο προσωπικό, δεν πολλαπλασίασε το υλικό της, δεν εξοπλίστηκε με τεχνολογία και υποδομές αιχμής, δεν διοργάνωσε πολιτιστικές εκδηλώσεις, δεν οργάνωσε σεμινάρια και μαθήματα, αδιαφόρησε για τις πάσης φύσεως μειονότητες αυτής της πόλης και τις πληροφοριακές τους ανάγκες, δεν έγινε κύτταρο του πολιτισμού και κυψέλη των πνευματικών ανθρώπων της Αθήνας. Και όσα έγιναν από το λιγοστό προσωπικό, πολλά είναι με την τόση αδιαφορία του δήμου. Δεν είναι όμως αρκετά, δεν είναι καν ικανοποιητικά για τις ανάγκες. Είναι θλιβερό να καταγράφονται ως πεπραγμένα μιας δημοτικής θητείας η τοποθέτηση ενός ανταλλακτηρίου βιβλίων σε μέγεθος περιπτέρου και η συνεργασία με χορηγούς και σωματεία (χρηματοδοτούμενα από τους χορηγούς) για δράσεις προβολής ενός αξιοθρήνητα αδύναμου οργανισμού. Πόσο μάλλον που η οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση θα απαιτούσε την οραματική στήριξη του πολιτισμού και της παιδείας.