Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Partalistas

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 29/6/2014]


Είναι Δευτέρα βράδυ και στην «ούτε για πλάκα Ανατροπή» του Mega μια τηλεοπτική σεζόν κλείνει με συνέντευξη και συζήτηση ηθοποιών της πετυχημένης τηλεοπτικής σειράς «Κάτω Παρτάλι». Αν και η συζήτηση είναι δυσχερής και οι ηθοποιοί μάλλον απρόθυμοι να γεμίσουν τη διάρκεια της εκπομπής με τις κοινοτοπίες που με δυσκολία επιχειρεί να εκμαιεύσει ο δημοσιογράφος, στο τέλος επιχειρείται μια καφενειακή πολιτική συζήτηση. Οι νεαροί ηθοποιοί κατά κανόνα δεν ψήφισαν στις εκλογές. Το μήνυμά τους διόλου πρωτότυπο, αφού καλλιεργείται και προβάλλεται αυτή η άποψη από τα Μέσα με σπουδή: «δεν μπόρεσα να διαμορφώσω πολιτική άποψη, γιατί είμαι πολύ δημιουργικός και δεν προλαβαίνω να ενημερωθώ». «Δεν με πείθουν», «είναι όλοι ίδιοι, δεν λένε κάτι διαφορετικό», ήταν οι φράσεις που συνόδεψαν την απάντησή τους στην ερώτηση «πώς βλέπουν την πολιτική και τις εκλογές που έγιναν».

Είναι ενδιαφέρον πώς στο σύγχρονο δημόσιο λόγο η δημιουργικότητα διαχωρίζεται από την πολιτική και η πολιτική από τη δημιουργικότητα και χαρίζεται στις παρέες, τα ιδρύματα, τον εθελοντισμό, τις εταιρείες και τις προσωπικότητες. Ιδιαίτερα αυτή τη μεταβατική εποχή μια ολόκληρη γενιά, σπορά της δεύτερης φάσης της μεταπολίτευσης (πρέπει να της βρούμε ένα όνομα αυτής της δεκαετίας 1995-2005), φαίνεται να απέχει από οποιαδήποτε έκφανση συλλογικής, αμιγώς πολιτικής παρουσίας. Θα ήταν εύκολο να σταθούμε στην κριτική αυτού του δημόσιου λόγου που με περισσή ευκολία απλώνει το βερμπαλισμό του και χωρίς περαιτέρω συναίσθηση απαξιώνει την πολιτική δράση. Και άλλοι παλιότερα ισχυρίστηκαν πως δεν ήξεραν γιατί διάβαζαν. Αυτό όμως που διαφοροποιεί τον μακαριστό Χριστόδουλο από τους ηθοποιούς στο «Κάτω Παρτάλι» είναι ότι στους δεύτερους δίνεται αφειδώς η δυνατότητα να διαφημίσουν την πολιτική αποχή τους. Στο λόγο τους υπάρχει άλλο ένα ενοχλητικό στοιχείο: καλούνται να πειστούν για το πολιτικό προϊόν, αντιμετωπίζουν τα κόμματα, τις ιδεολογίες, την πολιτική σαν σαμπουάν που πρέπει να διαλέξουν, πολύ περισσότερο ενώ είναι πεισμένοι για την αναγκαιότητα του μαλακτικού στα σαμπουάν, δεν είναι πεισμένοι πλέον για την αναγκαιότητα του πολιτικού προϊόντος. Ή έστω αυτό λένε. Η αποδόμηση δεν αφορά βέβαια συνολικά τις καπιταλιστικές δομές, δεν αμφισβητούνται ας πούμε τα κυρίαρχα μέσα και ο μιντιακός ρόλος, γιατί το σύστημα αυτό τους ταΐζει για να απαξιώνουν την πολιτική.

Η ανατροπή δεν είναι βέβαια τηλεοπτική εκπομπή, ούτε η δημιουργικότητα γλυκανάλατοι χαριεντισμοί τηλεοπτικών σόου. Το φαινόμενο της «αποπολιτικοποίησης» των νέων δεν είναι έγκλειστο σε μια εκπομπή, είναι όμως από τα κυρίαρχα πολιτικά μηνύματα που οι τηλεοπτικές εκπομπές προβάλλουν. Για όσους η πολιτική δεν είναι προϊόν κατανάλωσης, αλλά μέθοδος παραγωγής, τα παραπάνω είναι απλά σπασμοί ενός καταρρέοντος συστήματος.

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Μετανάστης είμαι


Μετανάστης είμαι: από τα όνειρα σε αυτή τη ζωή. Από τις παιδικές ζωγραφιές ξεκίνησα για να φτάσω εδώ, σε αυτό το τοπίο με τα θολά πρόσωπα. Κι όταν το φεγγαράκι το χλωμό με φωτίζει εγώ αναπολώ την πατρίδα μου.











Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Η αρχαία βερικοκιά

αφιερωμένο στην Agrampelli


[Στο πατρικό μου σπίτι υπάρχει μια αρχαία βερικοκιά – είναι σίγουρα πάνω από 40 χρόνων, φυτεύτηκε πριν γεννηθώ εγώ –κι εγώ γίνομαι αρχαίος. Η βερικοκιά είναι η τελευταία που μένει ζωντανή, υπήρχαν κι άλλες. «Ζωντανή» υπό την έννοια πως ανθίζει, βγάζει φύλλα και καρπίζει ακόμη. Για κάμποσα χρόνια, όλη την παιδική μου ηλικία – η παιδική ηλικία κρατάει πολλά χρόνια στην πραγματικότητα και στη μνήμη (η μνήμη δεν είναι πραγματικότητα;) – τα βερίκοκα είχαν αυτή τη μοναδική γεύση και το έντονο άρωμα, κάθε δαγκωνιά ήταν μια καλοκαιρινή έκρηξη, το βελούδινο χνούδι του βερίκοκου μόνο στο στήθος μιας κοπέλας το συνάντησα έκτοτε. Αφού έφυγα από ‘κει, δεν βρήκα κάπου αλλού τον καρπό αυτό– θα πείτε πως ίσως να πρόκειται για μια ποικιλία που δεν υπάρχει πια, κι ο αδερφός μου, που είναι γεωπόνος, θα συμφωνούσε μαζί σας. Κάθε χρόνο, όπου βρίσκω βερίκοκα, αγοράζω την ανάμνησή τους, όμως δεν έχουν ούτε την ίδια γεύση, ούτε το ίδιο άρωμα (για την υφή είπαμε πριν). Η βερικοκιά στο χτήμα βγάζει βέβαια ακόμη λίγα βερίκοκα, αλλά σπάνια προλαβαίνω κανένα από τις καρακάξες. Φέτος για κάποιον παράδοξο λόγο πρόλαβα κι έφαγα ωστόσο. Νομίζω πως οι καρακάξες έκαναν μια εξαίρεση και με άφησαν να τα γευτώ. Ίσως να το ήξεραν πως ειδικά φέτος το είχα ανάγκη. Έφαγα με βουλιμία ακόμη και τα άγουρα βερίκοκα, όπως έκανα μικρός που βιαζόμουν και δεν περίμενα να ωριμάσουν.]


Στο πατρικό μου σπίτι υπάρχει μια αρχαία βερικοκιά που καμιά φορά μου επιτρέπει να γεύομαι τους καρπούς της παιδικής μου ηλικίας.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Το έλκος του Ροΐδη

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 22/6/2014]



“… εβδομήκοντα έφοροι, βιβλιοφύλακες και βοηθοί, περί ων επιτρέπεται να αμφιβάλλωμεν, αν είχον την απαιτουμένην οξυδέρκειαν όπως διακρίνωσι τας λεπτότητας των επιστημονικών υποδιαιρέσεων, αφού μάλιστα πλην της βουλευτικής ευνοίας προσόντα δεν απητούντο παρά τούτων πολλά, ούδ’ αυτό της εν Αθήναις παρουσίας, αλλ’ ηδύνατο τις συγχρόνως να ήναι βιβλιοφύλαξ της Εθνικής Βιβλιοθήκης και κάτοικος Αταλάντης… Έλθωμεν ήδη εις τα βιβλιοφάγα έλκη, εξ ων αδύνατος αποβαίνει η ανάρρωσις της βιβλιοθήκης, πριν ή οπωσδήποτε επουλωθώσι. Είναι δε ταύτα κυρίως τρία: η κατάχρησις του δανεισμού, η έλλειψις παγίου καταλόγου και πονηρώτερον αμφοτέρων η εξάρτησις εκ της πολιτικής… Τούτο όμως ουδόλως εκώλυσε αποτυχόντά τινα δήμαρχον, δεν ενθυμούμεθα τίνος δήμου, να προσέλθη εις ημάς την επιούσαν μετά βουλευτικών συστάσεων, ζητών να κενωθή χάριν αυτού θέσις κατεχομένη υπό αρχαίου και ικανωτάτου υπαλλήλου και λέγων ανερυθριάστως ταύτα: αυτόν τον διώρισεν ο Κουμουνδούρος. Τώρα είναι η σειρά μας ν’ανοίξωμεν και ημείς τα ‘μάτια, προ πάντων εγώ, όστις υπηρέτησα μετά ζήλου το κόμμα κατά τας τελευταίας εκλογάς»…”

Είναι «αγαπημένο» ανάγνωσμα των βιβλιοθηκονόμων η «Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880 υπό Ε. Δ. Ροΐδου, εφόρου αυτής», τμήματα του οποίου ανοίγουν αυτό το σημείωμα. Το αποδεικνύει ο νέος διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης, Φίλιππος Τσιμπόγλου, στη συνέντευξή του στην Πόλυ Κρημνιώτη και την «Αυγή» την προηγούμενη Κυριακή. Ο εκλεκτός συνάδελφος αναφέρει τον προ 134 ετών συνάδελφό του και το εν λόγω πόνημά του για να επιβεβαιώσει τη διαχρονική απουσία μέριμνας του κράτους για την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας. Αν και πολλά έχουν αλλάξει από τότε, πολλά είναι και αυτά που δεν άλλαξαν ποτέ ή οριστικά στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Κι ενώ το πανηγύρι τόσα χρόνια διαρκούσε απασχολώντας τον στενό κύκλο των συνήθως γκρινιάρηδων ειδικών, τώρα αναδεικνύεται με πάσα ευκαιρία προς απαξίωση των δημοσίων υπηρεσιών και προς έπαινο των Ιδρυμάτων που με επικοινωνιακή ευχέρεια τείνουν να τις αντικαταστήσουν αυτή την πρόθυμη προς τούτο εποχή.


Υπάρχει μια μερίδα των - μονίμως γκρινιάρηδων - ειδικών που θεωρεί πως ο ιδιότυπος αυτός «ιδρυματισμός» του πολιτισμού στη χώρα μας (π.χ. Ίδρυμα Νιάρχου, Ίδρυμα Ωνάση, Ίδρυμα Λάτση) δεν λειτουργεί προς όφελος της πίεσης για κρατική πολιτική πολιτισμού και υποδομών, αλλά προς ανακούφιση των υποχρεώσεων που το κράτος έχει. Οι γκρινιάρηδες αυτοί λένε επίσης πως αυτός που πληρώνει, αυτός ορίζει τι και πώς ακούγεται, λέγεται, γράφεται, εκπέμπεται. Δεν μπορούμε παρά να είμαστε με τη δημιουργία – αυτό λέει ο κύριος Τσιμπόγλου, όμως αν το κράτος δεν ασκήσει το ρόλο και τις υποχρεώσεις του, η κιβωτός της εθνικής δημιουργίας, η Εθνική Βιβλιοθήκη, θα βουλιάξει. Και από το «βιβλιοφάγο έλκος» του Ροΐδη θα πάμε στο έλος του Φαλήρου.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Ο Γαβριήλ κάνει σεξ


Η ιστορία έχει κάπως έτσι: ένας Δημοσιογράφος φέρεται να αποκτά ένα βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου στο οποίο δρων είναι ο υποψήφιος δήμαρχος του ΣΥΡΙΖΑ στην Αθήνα Γαβριήλ Σακελλαρίδης. Με το βίντεο στο χέρι επιχειρεί να βάλει στο χέρι και τον νεαρό πολιτικό της Αριστεράς, φροντίζει το θέμα να διαρρεύσει και στα δημοσιογραφικά κανάλια έτσι ώστε η πίεση και ο εκβιασμός να κερδίσουν πόντους. Ο Γαβριήλ δεν «τσιμπάει» και μετά τις εκλογές καταγγέλλει δημόσια το γεγονός. Γρήγορα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αυτά της μαζικής επικοινωνίας «παίρνουν φωτιά». Ένα νυχτερινό δελτίο ειδήσεων παρουσιάζοντας το θέμα αναφέρεται σε βίντεο με «άσεμνο περιεχόμενο».

Κι εδώ φρενάρει το πράγμα: τι σημαίνει «άσεμνο»; Τι σημαίνει σεμνό, ποιος ορίζει τη σεμνότητα, σε ποιους την ορίζει και για λογαριασμό ποιων και από ποια θέση κρίνει τα πράγματα; Σεμνός λοιπόν, λένε τα λεξικά, είναι ο συνεσταλμένος, ο ευπρεπής, ο σοβαρός, ο ντροπαλός, ο ηθικός. Τι ξεδιάντροπο, απρεπές, γελοίο και ανήθικο κάνει λοιπόν στην προσωπική του ζωή ο πολιτικός της Αριστεράς; Τι άσεμνο κάνει ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης; Μήπως κάνει σεξ; Πέφτω από τα σύννεφα. Είναι δυνατόν να κάνει σεξ ένας νεαρός άντρας; Γεγονός είναι πως δεν πάει αλλού το μυαλό μας, θέλω να πω η σεμνότητα συνήθως συνδέεται με τη σεξουαλικότητα. Και αλλιώς να ήταν δεν θα μιλούσαμε για «άσεμνες πράξεις», αλλά για «παράνομες». Όμως το δελτίο ειδήσεων δεν είπε κάτι τέτοιο, άρα ο υποψήφιος δήμαρχος της Αθήνας κάνει σεξ. Δεν κλέβει, δεν βιάζει, δεν βασανίζει, απλά γαμάει ή γαμιέται, φιλάει ή φιλιέται και ούτω καθεξής. Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως δεν είναι ο μόνος που το κάνει –πολλοί πολιτικοί κάνουν σεξ και πολλοί πολίτες αυτής της χώρας. Έχουμε όλοι κολλήσει στο βούρκο της άσεμνης σεξουαλικότητας… Οφείλουμε να παραδεχτούμε επίσης πως το σεξ του Γαβριήλ Σακελλαρίδη δεν γίνεται δημόσια, μπροστά στα μάτια μας, αλλά σε ιδιωτικό χώρο, σε στενό κύκλο που λένε. Αν το σεξ σε ιδιωτικό περιβάλλον είναι άσεμνο, σε δημόσιο τι είναι; Αν το σεξ ενός πολιτικού είναι άσεμνο, είναι σεμνό ό,τι προβάλλει το εν λόγω κανάλι; Σεξ είναι και τα βυζιά, κώλοι και μπούτια στις παραλίες όταν το δελτίο μιλάει για τη ζέστη του καλοκαιριού; Είναι οι ροζ διαφημίσεις και τα ξέκωλα στις «ψυχαγωγικές» εκπομπές, οι ερωτικές σκηνές των ταινιών και των σίριαλ; Είναι άσεμνο το «Κάτω Παρτάλι»; Μήπως το σεξ δεν είναι ευπρεπές, σοβαρό και ηθικό, ιδιαίτερα για ένα δημόσιο πρόσωπο (οι Δημοσιογράφοι εξαιρούνται), αλλά είναι «ανθρώπινο δικαίωμα» όταν κυκλοφορεί ως τηλεοπτικό προϊόν με την κάλυψη της καλλιτεχνικής έκφρασης και ελευθερίας;


 Στα μιντιακά μας ήθη «άσεμνο» είναι το σεξ ενός νεαρού πολιτικού που κάπως καταγράφηκε σε βίντεο, κυκλοφόρησε στη δημοσιογραφική πιάτσα και συζητήθηκε. Άσεμνο λέμε το περιεχόμενο ενός βίντεο όταν δεν θέλουμε να πούμε πως περιέχει σκηνές σεξ. Άσεμνο χαρακτηρίζεται το σεξ από τους μέντορες της ηθικής μας ασφάλειας, τους προστάτες των ηθικών αξιών, τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Το «άσεμνο» απευθύνεται σε μια κοινωνία ηθική, που δεν κάνει σεξ, που δεν είναι ξεδιάντροπη, που δεν είναι γελοία, που δεν φαντασιώνεται.


 Το σεξ δεν είναι μόνο μέσο εκβιασμού ενός πολιτικού από ένα σαρκοβόρο ζώο της μιντιακής ζούγκλας, αλλά και στοιχείο ηθικής σπίλωσης, εργαλείο πολιτικής εξόντωσης που το χρησιμοποιούν τόσο οι προστάτες της κοινωνικής ηθικής, τα ΜΜΕ, αλλά και η σεμνή κοινωνία μας. 

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Τι δανείζονται οι γυναίκες

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 15/6/2014]



Πλημμύρισε ο τύπος τον τελευταίο καιρό με εύκολους τίτλους και δημοσιογραφικά συμπεράσματα σχετικά με έρευνα που διενήργησε ερευνήτρια σε συνεργασία με τις δημοτικές βιβλιοθήκες της Θεσσαλονίκης. Η εν λόγω ερευνήτρια αξιοποίησε τα στοιχεία δανεισμού του υλικού που οι βιβλιοθήκες αυτές κρατούν και επιχείρησε την ιχνογράφηση των αναγνωστικών συνηθειών των χρηστών τους. Σύμφωνα λοιπόν με τα συμπεράσματα μερίδας του τύπου από αυτή την έρευνα «οι γυναίκες διαβάζουν ροζ βιβλία», οι γυναίκες διαβάζουν, ενώ οι άντρες όχι και στις προτιμήσεις των αναγνωστών κυριαρχεί (παρά τη θέληση των συγγραφέων…) η «παραλογοτεχνία» της Χρυσηίδος Δημουλίδου και της Λένας Μαντά. Αγαπημένοι ξένοι συγγραφείς είναι η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ (ανεπίκαιρο πια στοιχείο) για τα παιδιά και ο Κοέλιο για τους ενήλικους, αγαπημένα είδη το αστυνομικό μυθιστόρημα και τα έργα που μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση.

Η εν λόγω «φωτογραφία» των αναγνωστικών συνηθειών πάσχει στην επιχειρούμενη γενίκευσή της. Καταρχάς όσοι επιχειρούν εντυπωσιακές γενικεύσεις αγνοούν πως πρόκειται για κινήσεις δανεισμού σε μια (μεγάλη βέβαια) δημοτική βιβλιοθήκη – δεν θα έδειχναν την ίδια σπουδή αν η έρευνα γινόταν σε μια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, ας πούμε του Παντείου, της ΑΣΟΕΕ ή του Πολυτεχνείου ή ακόμη και στην Εθνική Βιβλιοθήκη, τη Γεννάδιο, τη Βιβλιοθήκη της Βουλής ή της Ακαδημίας Αθηνών. Οι δημοτικές βιβλιοθήκες έχουν άλλο υλικό και άλλο κοινό από τις ειδικές, τις ακαδημαϊκές, τις νοσοκομειακές, τις κυβερνητικές βιβλιοθήκες. Δεύτερο προβληματικό σημείο στα «συμπεράσματα» είναι η σύγχυση χρήσης και δανεισμού – οι βιβλιοθήκες σπάνια καταγράφουν την εσωτερική χρήση, σε αντίθεση με τον εξωτερικό δανεισμό, επομένως ο δανεισμός είναι ένας μόνο, ισχυρός ωστόσο, δείκτης κίνησης των βιβλίων. Τρίτο σημείο είναι η μάλλον επί τούτου σύγχυση βιβλίου και λογοτεχνίας. Το γεγονός ότι η λογοτεχνία πουλάει και είναι εύκολο στα Μέσα που επιθυμούν να έχουν λόγο στην αγορά βιβλίου να ασχολούνται με αυτήν, δεν σημαίνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι της κίνησης των ιδεών και των γνώσεων δεν κινείται και από τα άλλα είδη βιβλίου (λεξικά, επιστημονικά, ιστορικά βιβλία, βιογραφίες, αφηγήσεις κ.α.).

Στόχος του παρόντος σημειώματος δεν είναι να αμφισβητήσει τα συμπεράσματα μιας μεμονωμένης έρευνας, αλλά να σχολιάσει την ευκολία αναπαραγωγής απόψεων και στερεοτύπων που απροβλημάτιστα γίνεται από τα Μέσα. Θα ήταν μονομερές να θεωρήσουμε μόνο δείγμα άγνοιας την εν λόγω παθογένεια. Θα ήταν δίκαιο σε αυτό να προστεθεί η αναμφισβήτητη εμπορικότητα του βιβλίου και η αναγκαστική παρουσία ενός «χρηματιστηρίου αξιών» που θα την υποστηρίζει. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι επί του προκειμένου προηγούνται τα συμπεράσματα της έρευνας, αφού η γυναίκα είναι ίσως καθοριστικός παράγοντας της αγοράς και πρέπει να αναδεικνύουμε το ρόλο της αυτό για να συνεχίσει με σπουδή να τον υπηρετεί.


Θα μπορούσαν πολλά να ειπωθούν πάνω σε αυτό το θέμα. Ο λόγος που θα μπορούσαμε να πούμε πολλά είναι γιατί δυστυχώς στην Ελλάδα η αναγνωστική εμπειρία δεν έχει τύχει εμβριθούς και επιστημονικής μελέτης, δεν έχει γίνει επαρκώς ποτέ στόχος ευρείας στατιστικής έρευνας που θα έχει σκοπό την πολλαπλή μελέτη και το σχεδιασμό στο χώρο του βιβλίου, τόσο από τις βιβλιοθήκες και τους εκδότες, όσο και από το ίδιο το κράτος. Κι εδώ θα ήταν κομβική η παρουσία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

6ο Σύνταγμα Πεζικού


Ετούτο το ποίημα είναι μια φυλακή
Ένα στρατόπεδο νεοσυλλέκτων ναυαγίων
Έχει μια μερίδα φαΐ, ένα σαπούνι
Κι ένα ρολό χαρτί τουαλέτας – αυτά είναι
η ελευθερία σου ξένε

Ετούτο το ποίημα είναι ένας τάφος
Γι’ αυτούς που δεν μετοίκησαν
Στο απέραντο γαλάζιο της σαρκοβόρας
Θάλασσας που μας περιβάλλει – έχει
μια μάντρα τριγύρω που είναι η ελευθερία σου ξένε

Ετούτο το ποίημα είναι ο καθρέπτης που
Δεν σου δίνεται να ξυριστείς για μην τον σπάσεις
Και σφάξεις το είδωλό σου
Είναι ο κώλος του διπλανού σου  
Σημείο επαφής, ή ο δικός σου κώλος που παραβιάζεται
Είναι το κλάμα του Χασάν, οι αναμνήσεις του Φακίρ
Η αρρώστια του Μαχμούντ
Είναι η απελπισία που προαυλίζεται

Ετούτο το ποίημα είναι ο εργολάβος
που έκανε τις σχετικές μετατροπές
Το στρατόπεδο να γίνει φυλακή
Κι ύστερα εξελέγη δημοτικός σύμβουλος
Είναι η πόλη που σιωπά γιατί όλη
Αυτή η φυλακή είναι ένα έσοδο για τα παιδιά της
Είναι τα νεαρά όργανα της τάξης
Βλαχάκια 20 χρονών που παίζουν με τα γκλομπ τους

Ετούτο το ποίημα είμαι εγώ:
Στρατιώτης Πεζικού Κατσαμάκης Γεώργιος, 97ΣΤ ΕΣΣΟ.

Διατάξτε

***
Συμμετοχή στο διαδικτυακό αφιέρωμα "σύνορα πρόσφυγες αλληλεγγύη" και συμβολή στο 4ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Χίου

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Όσο πιο πολύ φοβάσαι


Όσο πιο πολύ φοβάσαι, τόσο πιο πολύ δουλεύεις
Όσο πιο πολύ φοβάσαι, τόσο πιο πολύ κουφαίνεσαι
Ο φόβος είναι ένας τρόπος να μην βλέπεις
ή μάλλον είναι ένας τρόπος να κάνεις πως δεν είδες
ή μάλλον δουλεύεις και κάνεις πως δεν είδες
ή μάλλον δουλεύεις και δεν φαίνεσαι
Ο φόβος είναι ένας τρόπος να γίνεις αόρατος
Η δουλειά είναι ένας τρόπος να μην μιλάς
Για όσα έγιναν
Και όσα θα γίνουν
Εσένα τα χέρια σου είναι για να δουλεύουν
κι όχι για να σφίγγουν γροθιά το δίκιο

Όσο πιο πολύ φοβάσαι, τόσο πιο πολύ δουλεύεις

Γι’ αυτούς που σε δυναστεύουν

***
ο πίνακας είναι του Εδουάρδου Σακαγιάν

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Τράπεζες θυμάτων

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής", 7/6/2014]


Από μόνα τους πράγματα που γίνονται αυτά τα τελευταία χρόνια έχουν τη δύναμη, αν αποδεσμευτούν από το περιβάλλον που τα δημιουργεί και τα καταναλώνει ή έστω αν για λίγο σταθούν μπροστά στην κριτική επιτροπή της λογικής μας, να αποκαλύψουν τον πανίσχυρο παραλογισμό τους – με τρόπο ευφυέστερο ίσως και του Ιονέσκο. «Συνηθίζει ο κόσμος ξέρετε. Πλέον κανείς δεν εκπλήσσεται από τα στρατεύματα των ρινόκερων που διασχίζουν καλπάζοντας τους δρόμους, Οι άνθρωποι παραμερίζουν, τους αφήνουν να περάσουν και μετά συνεχίζουν τον περίπατό τους και συνεχίζουν τις δουλειές τους σαν να μην συμβαίνει τίποτα».*

Είναι βέβαια σχεδόν υπονομευτικό να σχολιάζεις ένα κείμενο του 1966 με ένα κείμενο το 1959, όμως ο στόχος δεν είναι αυτός. Εξάλλου τα καλά κείμενα αντέχουν στο χρόνο. Είναι όμως μακρύς ο δρόμος μέχρι επιτέλους να τελειώσουν τα αποσπάσματα του Παναγιωτόπουλου, του Παπανούτσου και της Αρβελέρ για να επιλέγουν οι φιλόλογοι κείμενα άλλα και άλλων ως πυρήνα για τις πανελλήνιες εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Ο παραλογισμός ήρθε κι έκατσε φέτος με τον πιο τραγικό τρόπο ανήμερα των εξετάσεων στην έκθεση με την αυτοκτονία ενός 18χρονου μαθητή στα Γιαννιτσά – προφανώς κατά-πιεσμένου από το ανθρωποφάγο σύστημα των εξετάσεων. Την ίδια μέρα που χιλιάδες μαθητές θα σχολίαζαν ένα γερασμένο δοκίμιο 50 χρόνων για την έλλειψη ανθρωπιάς στην εποχή μας, ένας συνομίληκός τους θα απαντούσε σε αυτό με τον πιο απόλυτο και μη βαθμολογούμενο τρόπο.

Βέβαια δεν είναι να ξαφνιάζεις τα παιδιά με ανατροπές, ιδιαίτερα μια περίοδο κρίσιμη γι’ αυτά, για την οποία εκπαιδεύονταν χρόνια, όμως αναρωτιέται κανείς τι θα είχαν να γράψουν αν αντί για ένα δοκίμιο, είχαν να σχολιάσουν την επιστολή αυτοκτονίας ενός συμμαθητή τους. Μα φυσικά δεν γίνονται αυτά: δεν είναι SOS οι αυτοκτονίες – ούτε οι ειδήσεις τις λένε, ούτε η κοινωνία απασχολείται πέραν μιας ταχείας κηδείας του αυτόχειρα. Οι αυτοκτονίες δεν διδάσκονται στα φροντιστήρια, ούτε γίνονται ομιλίες στα σχολεία γι’ αυτές από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Είναι βέβαια αστείο: μας απασχολεί το μπούλινγκ στα σχολεία, αλλά όχι οι αυτοκτονίες μαθητών. Θα ήταν αναμφίβολα μεγάλη ανατροπή να γράψουν οι μαθητές για κάτι που είναι εκτός ύλης, οι αυτοκτονίες μαθητών είναι εκτός ύλης. Και εν τέλει τι θα έκανε η ρινοκερο-κοινωνία μας  αν ξαφνικά αντιμετώπιzε μερικές δεκάδες χιλιάδες δοκίμια για το δολοφονικό εκπαιδευτικό μας σύστημα;

Καλύτερα έτσι – αντί για βιβλιοθήκες να φτιάχνουμε «τράπεζες θεμάτων» (είμαστε στην εποχή των τραπεζών). Σε αυτές θα καταθέτουμε θέματα και όχι γνώσεις. Και όταν χρειάζεται, θα κάνουμε ανάληψη εφηβικών ψυχών…

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω


Στις 9 Ιουνίου έχω γενέθλια – τη Δευτέρα δηλαδή κλείνω τα 40. Σαράντα. Όπως είχα πει περίπου και πριν 10 χρόνια ξεχνώ το 3 (τότε το 2) από μπροστά και το βλέπω πια μόνο από πίσω. Τούτο σημαίνει ποικιλότροπα πως και επισήμως είμαι ένας ώριμος άντρας, ένας μεσήλικας. Το ότι δεν νιώθω και ίσως δεν μοιάζω με έναν τέτοιο όπως τον έχω στο μυαλό μου είναι μάλλον καθαρά προσωπική στάση απέναντι σε αυτό το δεδομένο. Όπως και να είναι με λένε βέβαια «κύριο» εδώ και καιρό, κάποιοι εικοσάρηδες και οι συμμαθητές του γιου μου μού μιλούν στον πληθυντικό – σαν να μην χωρούν τα χρόνια μου σε έναν ενικό.

Δεν είναι βέβαια που γίνομαι 40, αλλά που δεν θα είμαι πια 30 -  δεν θα έλκω δηλαδή από το πρώτα χρόνια της δεκαετίας μια αναίρεση της ωριμότητας. Αν κάτι μου λείπει ήδη από τα χρόνια εκείνα … είναι που ήμουν ανέμελος και ανέφελος, ελεύθερος ή έτσι νόμιζα. Δικά μου είναι τα χρόνια και οι εμπειρίες και οι απώλειες που φέρνει ο χρόνος. Θα συνεχίσω προφανώς να πιστεύω πως μπροστά μου είναι το μέλλον, πως μπορώ, αν θελήσω, να το αλλάξω – να αποφασίσω «τι θα γίνω όταν μεγαλώσω».


Όταν μεγαλώσω νομίζω θα γίνω αεροπόρος – και θα πετώ στα σύννεφα.

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Το αίμα που βλασταίνει

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 1/6/2014]



Ένα ορυχείο άνθρακα στην πόλη Μονσού στη βόρεια Γαλλία. Έτος 1884. Ένα ορυχείο λιγνίτη στην πόλη Σόμα στη δυτική Τουρκία. Έτος 2014. Ένας πιτσιρίκος, έφηβος διαβάζει το «Ζερμινάλ» του Ζολά, στο υπόγειο ενός αγροτικού σπιτιού στην Κόρινθο κάτι καλοκαιρινά μεσημέρια στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Είχε την αίσθηση πως διάβαζε κάτι μακρινό, περασμένο κυρίως, από αυτά που κάποτε υπήρχαν, ανατράπηκαν και είναι πια κερδισμένα για πάντα. Ο έφηβος αναγνώστης μας μεγάλωσε στο διάλειμμα δύο καταστροφών ή στο ξάγναντο δυο κόσμων – οι ιστορίες των αγώνων για ελευθερία, δικαιοσύνη, δημοκρατία ήταν γι’ αυτόν περιπετειώδη παραμύθια με ωραίο τέλος (συνήθεια παλιά των παραμυθιών το ωραίο τέλος). Όμως ο αναγνώστης μας μεγάλωσε και η ζωή δεν είναι κλεισμένη πια στο υπόγειο των παιδικών του χρόνων.

Το «Ζερμινάλ» είναι μάλλον αναμφισβήτητα το κορυφαίο έργο του Ζολά -  ο νατουραλιστής συγγραφέας μελετάει για μήνες τη ζωή στα ορυχεία, τα επισκέπτεται, ζει ανάμεσα στους ανθρώπους που σέρνονται στις στοές τους και καταγράφει με χειρουργική ακρίβεια και ψυχρό ρεαλισμό την εξαθλίωση, την αδικία, την ασφυξία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Με μια ελπίδα: να ξεσηκώσει κραυγή δικαιοσύνης στη Γαλλία.

301 νεκροί στο κολαστήριο της Σόμα, 432 ορφανά παιδιά η σοδειά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στην Τουρκία, άθλιες συνθήκες εργασίας, εγκληματική αδιαφορία για την ασφάλεια των ανθρώπων που σέρνονται στις στοές, πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες όλου του κόσμου, εικόνες φρίκης (όχι κείμενα, εικόνες – οι εικόνες είναι προϊόν κατανάλωσης, τελειώνει η εικόνα και αγοράζεις άλλη), και ρεπορτάζ με μαρτυρίες (για ένα κομμάτι ψωμί/θα ‘χεις πληρώσει ακριβά). Όλα εφήμερα, μικρές δόσεις πληροφοριών που τεμαχίζουν τη φρίκη σε ειδήσεις και αριθμούς και δηλώσεις. Κι ένας 15χρονος Κεμάλ νεκρός, ένα παιδί, σαν αυτό το παιδί που διάβαζε σε ένα υπόγειο στην Κόρινθο το «Ζερμινάλ» τέλη της δεκαετίας του ’80. «Μαύρο μέλι, μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί» κι αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ;


Germer”  στα γαλλικά θα πει «βλασταίνω», “Germinal” είναι αυτός που βλασταίνει. Βλασταίνει κραυγή για δικαιοσύνη σε έναν κόσμο που πάλι από την αρχή γράφει την ιστορία του κόσμου με αίμα. Το βιβλίο τελειώνει: «… άνθρωποι φύτρωναν, ένας μαύρος εκδικητής στρατός βλάσταινε αργά μέσα στ’ αυλάκια, μεγαλώνοντας για τις σοδειές του αυριανού αιώνα, που όταν θα ωρίμαζε θα ‘κανε τη γη να τιναχτεί στον αέρα» (μετάφραση Έλλης και Γιάννη Αγγέλου).