Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Τα παιδιά και τα βιβλία (ΙΙ)

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 27/7/2014]


Αν το βιβλίο κυνικά πλέον αντιμετωπίζεται ως καταναλωτικό προϊόν και η ανάγνωση ως χρήση μιας έναντι αντιτίμου υπηρεσίας, τότε η αντίληψη πως το βιβλίο είναι κιβωτός ιδεών και συγκινήσεων και η ανάγνωση απόλαυση και ανακάλυψή τους, φαντάζει πλέον ένας αναχρονιστικός συναισθηματισμός. Η περιγραφή των αναγνωστικών ηθών των ημερών μας, σε μια κοινωνία που ούτως η άλλως διαβάζει λίγο, περιέχει ποικίλα στοιχεία. Έχει ενδιαφέρον να δούμε τους συγγραφείς παιδικών βιβλίων ως περιφερόμενους από σχολείο… εις σχολείο, και από βιβλιοθήκη… εις βιβλιοθήκη διαφημιστές, εισηγητές, παρουσιαστές, ντελάληδες κι «εμψυχωτές» των έργων τους. Υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι με ειδικά προγράμματα παρουσιάσεων. Είναι εύκολο στον κάθε δάσκαλο, γονιό, βιβλιοθηκονόμο να πάρει έναν εκδοτικό οίκο τηλέφωνο και να κανονίσει μαζί του μια τέτοια δράση. Υπάρχουν επικοινωνιακοί συγγραφείς που καμιά φορά πλαισιώνονται και από ηθοποιούς, ψυχολόγους, εκπαιδευτικούς που στήνουν ολόκληρο θέαμα. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί οι άλλοι, οι όχι και τόσο καλοί στο show, ή αυτοί που δεν υποστηρίζονται για κάτι τέτοιο από τον εκδότη τους. Αυτοί οι δεύτεροι κατά κανόνα πουλάνε λιγότερο βέβαια.

Δεν θα μπορούσε εύκολα κανείς να αντιτάξει άλλη αισθητική και ηθική στην πολιτική βιβλίου. Ιεραρχώντας ως κυρίαρχα στη φιλαναγνωστική παρουσία μη κυβερνητικών οργανώσεων, ιδρυμάτων και συλλογικοτήτων τα στοιχεία της αποσπασματικότητας, του εντυπωσιασμού, της φανφάρας και της περιπτωσιολογίας, ανεβάζει τον πήχη της πολιτικής ανάγνωσης και βιβλίου στο πραγματικό της ύψος. Δεν θα μπορούσε κανείς άλλος από το κράτος, τους εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς του φορείς, να σχεδιάσει και να υλοποιήσει μία πολιτική που θα ενισχύει την ανάγνωση και δεν θα τεμαχίζει την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας σε «δράσεις» και καμπάνιες. Αν σε αυτό το σκοπό συντάσσονται και άλλοι, αυτό κακό δεν είναι, μπορεί αντίθετα να συμπληρώνει τα κενά και να πλουτίζει με ιδέες τη στόχευση. Άλλο αυτό όμως, και άλλο να εμφανίζονται ως σημαντικές καλοκαιρινές δράσεις προώθησης της ανάγνωσης, όχι γιατί δεν είναι ευχάριστες, αλλά γιατί αναγκαστικά δεν συγκροτούν πολιτική φιλαναγνωσίας.


Τα παιδιά και τα βιβλία θα έχουν μια σχέση στενή – μας ενδιαφέρει το εύρος των μελών αυτής της σχέσης και η ουσία της – αν σχέση στενή θα έχουν και οι ενήλικες με το βιβλίο, αν το βιβλίο υπάρχει παντού, αν υπάρχουν βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία, αν «βιβλίο» δεν σημαίνει μόνο λογοτεχνία, αλλά και τέχνη και επιστήμη, αν μικροί και μεγάλοι, άτομα, συλλογικότητες και θεσμοί αναγνωρίσουν στο βιβλίο την αξία της γνώσης και της συγκίνησης. Το βιβλίο δεν είναι παιχνίδι, είναι ανάγνωση, είναι μύηση και ταξίδι. Η ανάγνωση δεν είναι συλλογική εμπειρία, αλλά προσωπική ανακάλυψη. Ας μην θεωρούμε ότι κάνουμε κάτι σημαντικό, αν δεν πετύχουμε αυτούς τους στόχους

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

2η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Φίλε Νίκο,

φαίνεται πως στα σατανικά σου λιμάνια οι άνθρωποι είναι πιασμένοι απ’ το χέρι και αγαπημένοι πάνε στης θάλασσας το κύμα – εδώ στην πόλη το κύμα μάς πνίγει μάλλον, δεν ξέρω. Φυσικά και δεν θα υποκύψω στη στροφή που δίνεις στην κουβέντα μας: το κορίτσι που τσακωνόταν στην Πανεπιστημίου με το αγόρι της έφυγε. Δεν μπορώ να ξέρω τι σκέφτονται τα κορίτσια, είναι κάπως αλλόκοτες φορές-φορές. Νομίζω πάντως πως οι πληγές σε αυτές τις ηλικίες κλείνουν ή επουλώνονται και δεν χαίνουν απόκοσμα και σιχαμένα όπως στις μεγαλύτερους.

Δεν μπορώ να δικαιολογώ τη βία στη μοναξιά των ανθρώπων Νίκο – ούτε καν τη βία που ασκώ εγώ. Είναι πολύ βολικά όλα αυτά: «ας λύσουμε τα μέσα μας και θα γίνει ο κόσμος μας καλύτερος» λένε. Και ύστερα χάνονται σε μια διαρκή ομφαλοσκόπηση, σε έναν ακόρεστο εγωισμό, μεταθέτοντας τον κόσμο που πρέπει να αλλάξει σε ένα απώτερο μέλλον. Άσε κι αυτό με τις ταμπέλες: είσαι δυνατός εσύ, θα αντέξεις…

Για να επανέλθω όμως στα δικά μου ζητήματα. Τι κλέβει η ευτυχία μας από τη δυστυχία του κόσμου; Πόση ατομικότητα χωράει στην κοινωνική μας ζωή; Πόσο ευτυχείς μπορούμε να είμαστε και πόσο μπορούμε να προσπαθούμε για την προσωπική μας ευτυχία; Δικαιολογώ σε σένα τις καρτ-ποστάλ που μου έστειλες. Τις αντιλαμβάνομαι σαν παστίλιες ζωής κι αισιοδοξίας και όχι σαν μια χαζοζαρούμενη επίδειξη ευτυχίας και αδιαφορία – το ξέρεις αυτό, το κάνουν όλοι σχεδόν. Νομίζω πως με την παραίνεσή μου να γράψεις ένα κείμενο για όσα γίνονται (με τον τρόπο σου), στην ουσία απαίτησα να σε διαβάσω, περίμενα από σένα να πάρεις μια θέση, ακριβέστερα να διατυπώσεις τη θέση που ξέρω.

Φίλε Νίκο δεν θα έρθω, γιατί με όλα αυτά θα ερχόμουν: τις απορίες και τις σκέψεις μου. Κι εσύ θα μου έλεγες «άστα αυτά τώρα» και θα πηγαίναμε να πιούμε ρακές και προφανώς θα μιλούσαμε για τον έρωτα και όλα αυτά που κάνουν σκόνη τη σκόνη των σκέψεων που πάει και κάθεται πάνω στη ζωή. Και θα τραγουδούσαμε και δεν αντέχω τη γαϊδουροφωνάρα σου Νίκο.

Την ερχόμενη εβδομάδα θα λείψω λίγες μέρες. Κι ενώ θα συνεχίζονται οι βομβαρδισμοί στη Γάζα θα γυροφέρνω στη Μάνη, στα παιδικά καλοκαίρια μου με την κυρά-Βούλα που δεν υπάρχει πια. Ήθελα να πάω στον τάφο της και γύρω από αυτό οργανώσαμε ολόκληρη εκδρομή. Θα πάμε τη μικρή στο Διρό να δει το σπήλαιο κάτω απ'τη γη και τον μεγάλο στο Μυστρά, να δει τα κάστρα που χτίζουν οι άνθρωποι. Νομίζω πως χτίζω στα παιδιά μου τα παιδικά καλοκαίρια τους. Είναι πολύτιμα τα παιδικά καλοκαίρια.


Σε φιλώ Νίκο.

υγ: έχεις χαιρετίσματα από την παρέα του "Πράσινου Αναπτήρα"

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Τα ύστερα του κόσμου στο Βαθύ (Γυθείου)


Τα ύστερα του κόσμου στο Βαθύ. Ο Β. για χρόνια ήταν ο μόνος κομμουνιστής στην ευρύτερη περιοχή (που περιλαμβάνει και αρκετά από τα γύρω χωριά). Ήταν αρκετό αυτό για να τον αποκαλούν «ανεπρόκοπο» οι συγγενείς του, παρά το ότι σπούδασε στην Αθήνα, δούλεψε, παντρεύτηκε. Λένε χαρακτηριστικά πως στην περιοχή του Γυθείου ο πιο αριστερός είναι βασιλοχουντικός. Αν και μοιάζει υπερβολή, στην περίπτωση της οικογένειας των Ζ. είναι μια καθαρή αλήθεια. Κι ένας βαθύς τοπικισμός στο Βαθύ και γενικά στη Μάνη. Ο μπάρμπας του ήταν σιδηροδρομικός στα χρόνια μετά τον εμφύλιο στην Τρίπολη. Όταν πήρε σύνταξη, γύρισε στο χωριό, έφτιαξε ένα σπίτι, γέρασε και ύστερα πέθανε. Κάποτε ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη του βρήκα ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τον εμφύλιο και τον κυρ Αντρέα να ποζάρει με τον Εθνικό Στρατό. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όμως, όταν δίπλα βρήκα τα Άπαντα του Ρίτσου! Αρκούσε προφανώς που ήταν Λάκωνας κι ας ήταν και κομμουνιστής.

Ο Β. χρόνια τώρα είναι στο Συνασπισμό και στο ΣΥΡΙΖΑ – δεν τον έχω ρωτήσει αν αυτοπροσδιορίζεται «κομμουνιστής» - λίγη σημασία έχει στην ιστορία μας αυτό, αλλά μέχρι και πριν δυο χρόνια τον συζητούσαν στο χωριό, που ήταν με τους μπαχαλάκηδες στις πλατείες που σπάνε και καίνε και διώχνουν τους τουρίστες αντί να κάνουν τη δουλειά τους ήσυχα, όπως όλοι οι νοικοκυραίοι άνθρωποι. Ο Β. δεν έσπαζε, ούτε έκαιγε, αλλά ο μπάτσος ο εγγονός του κυρ Αντρέα, ο μπάτσος γιος του μπάτσου γαμπρού του κυρ Αντρέα δηλαδή, έλεγε πως όλοι αυτοί τους έδερναν και τους έβριζαν και οι συγγενείς κουνούσαν αποδοκιμαστικά το κεφάλι.


Στα λέω όλα αυτά γιατί πολύ γέλασα όταν είδα πως στο Βαθύ φέτος οργάνωσε η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ το camping της – προσπαθώ να σκεφτώ τι θα λέει η Κατίνα και όλοι οι άλλοι με τόσους αξύριστους αριστερούς που θα μπουκάρουν ψάχνοντας να βρουν δροσιά και φαγητό και θα συζητούν για την Ανατροπή και τον καπιταλισμό. Πολύ γέλασα που τον Αύγουστο θα έρθουν τα ύστερα του κόσμου στο Βαθύ. Και ο Β. φαντάζομαι θα γελάει.

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Καρτ ποστάλ


Φίλε Νίκο,

Σε ευχαριστώ πολύ για την ας την πούμε «καρτ ποστάλ». Σου ζήτησα να γράψεις «γι’ αυτά που γίνονται» κι εσύ μου είπες πως αυτά που γίνονται είναι πως φτιάχνεις, ή μάλλον πως χαλάς πύργους στην άμμο, κάτω από τους κέδρους (χωρίς κέρδος προφανώς). Πάντα είχα μια αμηχανία με σένα – σε διαβάζω πιο εύκολα από όσο σου μιλώ.

Νομίζω πως όταν γράφεις, υπάρχεις  (κι όταν ερωτεύεσαι) – και είναι χρήσιμο αυτό. Τώρα μου λες πως υπάρχεις και κάτω από τους κέδρους. Λοιπόν αυτό είναι το θέμα – μπορούμε να γκρεμίζουμε πυργάκια την ίδια στιγμή που γκρεμίζονται παιδιά στις παραλίες της Παλαιστίνης. Ξέρουμε προφανώς πως αν γράψουμε κάτι, αν φωνάξουμε, αν δείξουμε την εικόνα με τον πιτσιρίκο ξαπλωμένο στη ματωμένη άμμο δεν θα αλλάξουμε τον κόσμο, δεν θα γυρίσουμε πίσω το κακό. Ίσως αναγνωρίζουμε πια πως τα κλειστά μάτια, τα κλειστά αυτιά, τα κλειστά στόματα δεν ανοίγουν – ελπίζω να μην έχουμε γίνει κυνικοί. Ίσως πάλι επιχειρώ να εξηγήσω εκεί που δεν υπάρχουν ερμηνείες – εξάλλου κι εγώ που δεν κυλιέμαι στην άμμο με ένα σκυλί, τι κάνω για την Παλαιστίνη;

Εγώ δεν πειράζω τα καβούρια Νίκο, καμιά φορά πειράζω τους ανθρώπους γύρω μου. Είμαι στη δουλειά, ανάμεσα στα βιβλία μου, σαν το μυρμήγκι στρατολογώ στη συλλογή μας μια δωρεά κυρίως γαλλικών βιβλίων των αρχών του 20ου αιώνα. Πίσω από την πλάτη μου κόσμος περνάει, ακουμπάμε στον ίδιο τοίχο, κάποιοι ζητιανεύουν τη δόση τους, ένα κορίτσι το πρωί μάλωνε με το αγόρι της, οι περισσότεροι στέκουν για λίγο στη σκιά. Από το παράθυρο βλέπω κόσμο μαζεμένο στα Προπύλαια. Μην φανταστείς: κάποια ορκωμοσία έχει, κορίτσια κι αγόρια ντυμένα στην πένα, η μαμά, ο μπαμπάς, η γιαγιά, η νονά και τ’ αδέρφια, ανθοδέσμες κι ο φωτογράφος για τα απαραίτητα με φόντο τις κολώνες. Δεν θα έρθω που σου είχα πει – μου αρκεί που μπορώ να το κάνω.


Σε αφήνω τώρα. Κάποιος ζήτησε ένα βιβλίο. Το απόγευμα έχει συγκέντρωση για την Παλαιστίνη στο Σύνταγμα. Λέω να πάω. Γεια σου Νίκο.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Τα παιδιά και τα βιβλία (Ι)

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 20/7/2014]


Υπάρχει μια κυρίαρχη τάση τα τελευταία χρόνια με αφετηρίες στη διεθνή πρακτική και επικοινωνιακά ισχυρούς εισηγητές στον ντόπιο μικρόκοσμο του βιβλίου στη χώρα μας, που θεωρεί πως ο τρόπος ανάπτυξης της αναγνωστικής παιδείας περνάει μέσα από το παιχνίδι. Η ανάπτυξη της αναγνωστικής παιδείας μέσω οργανωμένης καμπάνιας στις περιπτώσεις αυτές αναφέρεται βέβαια στα παιδιά και αφορά αποκλειστικά αυτά, είτε γιατί οι διαμορφωτές της επιλέγουν να μην ασχοληθούν με τους «δύσκολους» ενήλικες, είτε/και γιατί οι βάσεις τίθενται από την μικρή ηλικία.

Το φαινόμενο βασίζεται και ενισχύει παράλληλα φαινόμενα της ελληνικής κοινωνίας, η οποία τα τελευταία χρόνια φαίνεται να ανακαλύπτει μέσω ενός καταναλωτικού πολιτιστικού μοντέλου την αξία των πολλών «ερεθισμάτων» για τα παιδιά. Η βιομηχανία του θεάματος θησαυρίζει στοχεύοντας πολλαπλά τους μικρούς καταναλωτές των «ψυχαγωγικών» προϊόντων της και κυρίως στοχεύοντας στους πρόθυμους να προσφέρουν τα πάντα δυτικούς γονείς. Ειδικά προϊόντα για ειδικούς καταναλωτές, πλέγμα υπηρεσιών και αντικειμένων που συνοδεύουν ακόμη και τα πολιτιστικά έργα που τα αφορούν. Θα δει κανείς  δυστυχείς μπαμπάδες και μαμάδες να σέρνουν τα βαριεστημένα και χορτασμένα σπόρια τους σε θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες ειδικές για παιδιά, ειδικότερες για αυτές τις ηλικίες, με εγγύηση ότι δεν θα βλάψουν την παιδική τους ψυχολογία. Το ενδιαφέρον σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι συχνά υπάρχει αναντιστοιχία στο πολιτιστικό ενδιαφέρον ενηλίκων και ανηλίκων, συνήθως οι γονείς δεν θα δουν ούτε μία παράσταση για ενηλίκους, αλλά θα πάνε σε όλες τις παιδικές.

Καταναλωτικό προϊόν είναι και το βιβλίο. Στα βιβλιοπωλεία θα δεις βιβλία για αγόρια και κορίτσια, παιδιά και εφήβους, 1-3 ετών, 5-8, 10, 11-13 και ούτω καθεξής, κατά τα ήθη και τις αυθαίρετες ετικέτες των εκδοτών. Είναι κανόνας πλέον η ερώτηση που θα διατυπώσει ο ενήλικος καταναλωτής στον εργαζόμενο πωλητή ενός βιβλιοπωλείου: «θα ήθελα ένα βιβλίο για ένα τετράχρονο κοριτσάκι», «πρόκειται για ένα αγόρι 13 χρόνων που δεν διαβάζει πολύ, τι μου προτείνετε να του πάρω;». Η αναγνωστική φτώχεια αρχίζει πλέον να διαμορφώνει και την βιβλιακή παραγωγή, αφού η κατανάλωση στρέφεται σε εντυπωσιακά, φανταστικά, πολύχρωμα προϊόντα με ρηχή ένταση (πχ Χάρυ Πότερ).

Δεν θα μπορούσαν ίσως οι βιβλιοθήκες να αντιταχθούν σε αυτά τα φαινόμενα, ακόμη και αν το ήθελαν, ακόμη και αν προσπαθούσαν κάπως αλλιώς να διαμορφώσουν τις καμπάνιες φιλαναγνωσίας στους ανήλικους αναγνώστες; Το φαινόμενο της ανάγνωσης έχει μπει γερά στα γρανάζια της κατανάλωσης και ως προϊόν αντιμετωπίζεται από τους γονείς. Επομένως οι βιβλιοθήκες θα έπρεπε, αν κάτι άλλο ήθελαν να πετύχουν, να ασχοληθούν και με τους γονείς και με τους ενήλικους. Τούτο σημαίνει πως οι θεσμικοί φορείς του βιβλίου (μέσα σε αυτούς και οι βιβλιοθήκες) θα έπρεπε σε αυτή την περίπτωση να συγκροτήσουν είτε μια συνολική πολιτική ανάγνωσης, είτε τη συνέχεια της αναγνωστικής τους καμπάνιας για τα δεκάχρονα σπόρια μας.

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Οι σκιές στο πλοίο: μια παράξενη καλοκαιρινή ιστορία

[Μια φορά κι έναν καιρό τα παραμύθια περνούν στον δικό μας κόσμο, το λεγόμενο και αληθινό, στέκονται για λίγο εδώ, κοιτούν απορημένα και γρήγορα επιστρέφουν στον δικό τους. Αν είσαι τυχερός θα τα δεις – αν θες να βλέπεις τα παραμύθια όταν δραπετεύουν.]


 Ήταν μια μέρα του Ιουνίου σε ένα καράβι που πήγαινε τον κόσμο από τη μια ακτή στην άλλη που είδα τα παράξενα πλάσματα. Στεκόμουν στο κατάστρωμα, όταν ξαφνικά ξεκίνησε ένα μπουρίνι που κάποιο ξέσπασμα θυμού θα ήταν, έτσι απότομα και βίαια που όρμησε πάνω μας. Έμεινα εκεί να απορώ και να θαυμάζω, τη ματαιότητα όλης αυτής της κοσμοχαλασιάς, αλλά και την επιμονή της να συμβαίνει. Γρήγορα τα πράγματα επανήλθαν στη συνήθη κατάστασή τους, όμως μια παράξενη αίσθηση, ένας απόκοσμος φόβος άρχισε να με κυριεύει – σαν κάτι τρομακτικό να είχε απελευθερωθεί, σαν κάποιο έγκλημα που ακόμη δεν γνώριζα να είχε συμβεί. Έστρεψα διερευνητικά το βλέμμα μου από την ανταριασμένη ακόμη θάλασσα στο πλοίο. Άρχισα να παρακολουθώ τους επιβάτες, να αγωνιώ να ανακαλύψω κάτι από τον δικό μου τρόμο στο βλέμμα τους, όμως εκείνοι έμοιαζαν αμέριμνοι, άλλοι αδημονούσαν και άλλοι παραδομένοι στο χρόνο περίμεναν να φτάσουν απέναντι, άλλοι ταξιδιώτες και άλλοι καθημερινοί επιβάτες, όλοι όμως αδιάφοροι. Έψαχνα απεγνωσμένα πια να βρω τις αποδείξεις του παράδοξου τρόμου μου παντού: στις σωστικές λέμβους και τα πορτοκαλί σωσίβια, στις σειρές των καθισμάτων, ως και στους γλάρους που συνόδευαν το πλοίο. Ώσπου το βλέμμα μου αιχμαλώτισε πια το βρεγμένο κατάστρωμα. 


Άρχισα να παρακολουθώ παράδοξες σκιές να κινούνται, σχήματα ανθρώπινα που φαίνονταν να μιλούν, να αγκαλιάζονται, να ικετεύουν. Γύρισα το πλοίο ψάχνοντας να βρω και άλλες, παντού υπήρχαν, σαν να είχαμε καταληφθεί από τον ανεστραμμένο κόσμο τους. Προσπάθησα να ακούσω αν μιλούν, μάταια όμως: φαίνονταν να κατοικούν στη σιωπή. Προσπάθησα να τις πιάσω, το μόνο που κατάφερα ήταν να αγγίξω το βρεγμένο μέταλλο. Γεμάτος έξαψη γύρισα να δω αν κανείς άλλος είχε αντιληφθεί όλο ετούτο, να μοιραστώ μαζί του την ανακάλυψή μου έστω. Όμως κανείς δεν υπήρχε, σαν να είχαν όλοι κρυφτεί, σαν να μην ήταν εδώ. 


Μπήκα στη γέφυρα για να μιλήσω στον καπετάνιο, το πλοίο προχωρούσε ακυβέρνητο προφανώς, αφού κανείς δεν υπήρχε εκεί. Κοίταξα στο σαλόνι του πλοίου: κανείς. Άρχισα να ψάχνω στους δαιδαλώδεις διαδρόμους, να ανοίγω πόρτες να φωνάζω: είχαν όλοι φύγει. Βγήκα απελπισμένος έξω, ένας ήλιος λαμπρός είχε απλώσει παντού, τα σύννεφα είχαν αρχίσει να σκορπούν άκακα πλέον και οι γλάροι, δεκάδες γλάροι, έκρωζαν πάνω από το κεφάλι μου. Ζυγώναμε στο λιμάνι και μια χαρά ανεξέλεγκτη πλέον με κατέκλυζε. Γύρισα απορημένος να δω τις φιγούρες στο μπλε κατάστρωμα του πλοίου. Τα πάντα ήταν πλέον στεγνά και οι σκιές είχαν φύγει. 


Ο κόσμος είχε σηκωθεί κουβαλώντας τα μπαγκάζια του, οι οδηγοί είχαν μπει στα αυτοκίνητά τους περιμένοντας τη μπουκαπόρτα να ανοίξει, οι μανάδες κρατούσαν τα παιδιά τους από το χέρι και τα συμβούλευαν να προσέχουν στις σκάλες. Όλα έμοιαζαν σαν να μην έχουν συμβεί. Ο κόσμος άρχισε να με σπρώχνει στην έξοδο, να με παρασέρνει στη στεριά. Πρέπει να φαινόμουν παράξενος στα μάτια τους, έτσι που τους άφηνα να με πάνε και να με αφήσουν εκεί, άβουλο και μόνο. Νόμισα πως όλα αυτά ήταν του μυαλού μου, της σαλεμένης φαντασίας μου, θυμήθηκα όμως ξαφνικά πως πάνω στην έξαψή μου έβγαλα τη φωτογραφική μηχανή και φωτογράφισα τις σκιές κάποια στιγμή πάνω στο πλοίο. 



Την έψαξα στην τσάντα μου όλο αγωνία, την άνοιξα, και οι φωτογραφίες ήταν εκεί, οι σκιές ήταν εκεί, τις είχα αιχμαλωτίσει. Δεν χρειαζόταν πια να αγωνιώ, ούτε βέβαια να αρχίσω να τις δείχνω στους περαστικούς που βιάζονταν να φτάσουν στον προορισμό τους. Αρκεί που ήξερα πως όλα αυτά δεν τα είχα φανταστεί.


Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Οι βιβλιοθήκες στη ΦΟ-ΡΑ

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 13/7/2014]


Αυτό το “αντί-” είναι ένα ζήτημα, το ότι τοποθετείσαι απέναντι σε κάτι, το ότι η δική του παρουσία και δράση σε ενεργοποιεί, ότι εκείνο σου παίζει μουσική κι εσύ χορεύεις. Όμως το φασιστικό φαινόμενο επανέρχεται, συντηρείται από τις συνθήκες, αλλά και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, ποτίζει τις κεντρικές πολιτικές, αξιοποιείται στην κυβερνητική ρητορεία. Κι ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας καλείται πλέον εκ των πραγμάτων να αντιδράσει, αφού πρώτα αποδεχτεί και κατανοήσει την επικινδυνότητα του φαινομένου.

Είναι εύκολη, συνήθης και απλουστευτική (όχι όμως εντελώς άστοχη) η κριτική που γίνεται στους «πνευματικούς ανθρώπους» για τον αδρανή πολιτικό τους ρόλο και την ευθύνη που φέρουν ως διανοούμενοι να τοποθετούνται στα διαλυτικά φαινόμενα της κοινωνίας. Κι αν αυτή γίνεται για τα πρόσωπα, τι να πει κανείς για τους πολιτιστικούς θεσμούς; Μια πρόσφατη πρωτοβουλία του Κρατικού Θεάτρου έρχεται να αναδείξει το ρόλο των θεσμών στην αντιφασιστική στράτευση. Μια δράση με την ονομασία “ΦΟβος-ΡΑτσισμός STOP” φέρνει σε επαφή τους μαθητές (στους οποίους απευθύνεται) μέσω του θεάτρου, με τις αρχές και τα μηνύματα της αντιφασιστικής στράτευσης. Η δράση έγινε ευρέως γνωστή πρόσφατα όταν χρυσαυγίτης βουλευτής απαίτησε να σταματήσει. Τα Μέσα στην πλειονότητά τους ανακάλυψαν την πρωτοβουλία των ανθρώπων του θεάτρου, όταν οι φασίστες τους επιτέθηκαν.

Οι φορείς, οι δομές και οι άνθρωποι του πολιτισμού, υπηρετώντας εξαρχής και την ελευθερία της έκφρασης, της επιλογής, της ταυτότητας, του αυτοπροσδιορισμού, της μόρφωσης, είναι κομβικός παράγοντας αντίστασης στον σκοταδισμό του φασισμού - ή οφείλουν να είναι. Δεν μπορεί να υπηρετείς όλα αυτά και να μην είσαι απέναντι σε όσους τα πολεμούν. Δεν αρκεί να συνεχίσεις απλά να κάνεις τη δουλειά σου, γιατί αν δεν αντιδράσεις, σε λίγο δεν θα σου επιτρέπεται να την κάνεις. Το παράδειγμα του Κρατικού Θεάτρου πρέπει να ακολουθήσουν και όλοι οι άλλοι φορείς του πολιτισμού, συγκροτημένα και αταλάντευτα. Να δώσουν το μήνυμα της αντίστασης στον ανθρωποφάγο κυνισμό και τη μισαλλοδοξία.

Στους φορείς αυτούς είναι, και οφείλουν να είναι, οι βιβλιοθήκες. Οι βιβλιοθήκες είναι ο παράδεισος της διαλεκτικής, το εργαστήριο των αντιθέτων που πάντα θα συνδιαλέγονται χωρίς ποτέ να συγχωνευθούν στην ανυπαρξία, είναι η πράξη στην ελευθερία της έκφρασης και στο δικαίωμα στην πληροφόρηση. Δεν αρκεί όμως απλά να υπάρχουν, πόσο μάλλον τώρα που το κράτος τις στραγγαλίζει. Οφείλουν να βρουν σχήμα συνεργασίας και κοινής δράσης στον αντιφασιστικό αγώνα. Να βγουν στη φόρα προβάλλοντας με το υλικό και τις υπηρεσίες τους τα δεινά του φασισμού, να θυμίσουν τις ολέθριες συνέπειές του, να τροφοδοτήσουν την έρευνα γι’ αυτόν, να ενεργοποιήσουν το κοινό τους. Στην περίπτωση που το κάνουν θα έχουν προσφέρει μια εξαιρετική υπηρεσία στην κοινωνία και στις αρχές που υπερασπίζονται. Στην αντίθετη περίπτωση θα δουν να καίγονται βιβλία στις πλατείες.

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Μια περιπτωσιολογία


Οι μάχες δεν δίνονται στους δρόμους, ούτε στους χώρους δουλειάς, ή μάλλον δεν είναι ταξικοί αγώνες ή μάλλον δεν είναι τα πράγματα όπως θα θέλαμε. Οι μάχες δίνονται μεταξύ μας: πας να πιαστείς από μια σανίδα μετά το ναυάγιο, και ο διπλανός σού δίνει μια να σε βουλιάξει. Κι αν δεν σε πνίξει, αρκεί να σε δει να πίνεις νερό, να πιάνεσαι από μιαν άλλη σανίδα, αν είναι μεγαλύτερη από τη δική του θα στην πάρει, πρέπει να προσπαθήσεις να σωθείς από μια μικρή σανίδα. Έτσι θα έχεις και λιγότερες πιθανότητες να σωθείς.

Δουλεύεις χρόνια εδώ - με μπλοκάκι, σχεδόν... εργολάβος δηλαδή. Δεν επέλεξες το δημόσιο εσύ, η δουλειά σου το επέλεξε. Δεν φίλησες πράσινες και μπλε ποδιές, δεν βρέθηκες σε πράσινες και μπλε λαοσυνάξεις στο Σύνταγμα, δεν ήρθε στο σπίτι ή στη δουλειά σου προεκλογικό φυλλάδιο σε φάκελο. Πολλοί γύρω σου μπήκαν στο δημόσιο με έγχρωμο αλεξίπτωτο, κάποιοι έμειναν για λίγο στην «ομηρία των συμβάσεων» και ύστερα έγιναν λέει «αορίστου» – τα «πέρασαν κι αυτοί αυτά και ξέρουν», όμως τώρα ξεχνούν, γιατί φοβούνται, φοβούνται μην στοχοποιηθούν και «τελοσπάντων να λες πάλι καλά που έχεις δουλειά αυτή την εποχή».

Βρίσκεσαι λοιπόν σε μειονεκτική θέση – το αν είσαι ικανός, αν είσαι απαραίτητος, αν κάνεις καλά τη δουλειά σου δεν είναι κάτι που κάπως τους απασχολεί. Οι κηφήνες του δημοσίου καραδοκούν. Δεν μπορείς πια να τους υπερασπίζεσαι. Εξάλλου ποτέ δεν υπερασπίστηκες αυτούς, το δημόσιο υπερασπίστηκες και το δικαίωμα στην εργασία. Ως συμβασιούχος έργου έχεις υπογράψει συμβάσεις στις οποίες «συμφωνείς» πως δεν έχεις ωράριο. Ωράριο βέβαια έχεις, πώς αλλιώς θα λειτουργήσει η βιβλιοθήκη που εργάζεσαι; Έχεις επίσης «συμφωνήσει» πως δεν δικαιούσαι άδεια – αυτό προβλέπεται για να μην υπονοείται κάπως εξαρτημένη σχέση εργασίας. Όμως οι «καλοί» σου συνάδελφοι, σου επιδεικνύουν τον ανθρωπισμό τους και σου επιτρέπουν να παίρνεις άδειες – φροντίζουν μάλιστα συχνά να σου υπενθυμίζουν (αυτοί, όχι οι «ανώτεροι», οι διευθυντές, οι γραμματείς και οι γενικοί γραμματείς) πως αυτό κανονικά δεν το δικαιούσαι. Είσαι ακριβός υπάλληλος, οι ασφαλιστικές σου εισφορές διαρκώς αυξάνονται, χωρίς να αυξάνονται βέβαια τα έσοδά σου ή έστω οι… «πελάτες» σου.

Κι αν αυτά, και άλλα πόσα, είναι μια διαρκής συναίνεση, αναγκαστική προκειμένου δια της εργασίας σου να επιβιώνεις, η συνολική διάλυση των εργασιακών σχέσεων έχει κάνει αδύνατη πλέον τη δυνατότητα να διαπραγματεύεσαι για τη δουλειά σου ή μάλλον για την οικονομική ανταπόδοση από αυτήν. Απέναντί σου δεν έχεις κάποιου είδους εργοδοσία, αλλά τους ίδιους σου τους συναδέλφους – αυτούς που πρόσφατα σου είπαν πως πρέπει να μειωθεί κι άλλο ο μισθός σου (που δεν λέγεται μισθός, αλλά αμοιβή, για να μην υποδηλώνεται εξαρτημένη σχέση εργασίας) γιατί είναι πιο δίκαιο, αφού και σε αυτούς υπήρξαν μειώσεις. Είναι οι ίδιοι που δεν έβλεπαν κάποιου είδους αδικία στο ότι τόσα χρόνια δεν είχες, όπως εκείνοι, επιδόματα, άδειες, μόνιμη και σταθερή σχέση εργασίας κ.α. Είναι οι ίδιοι που δεν αντέδρασαν και δεν διεκδίκησαν με κανένα τρόπο να μην απολέσουν όλα αυτά, κάτι που εσύ έκανες για λογαριασμό τους. Είναι αυτοί που θεωρούν πως η δικαιοσύνη είναι συνώνυμη της επί τα χείρω εξίσωσης και όχι επί τα βελτίω – δεν διεκδίκησαν για σένα την άνοδο και τη βελτίωση, ποτέ και για κανέναν δεν διεκδίκησαν, πίεσαν όμως για την απώλεια και τη χειροτέρευση.

Δεν περιγράφω μια προσωπική, άρα μεμονωμένη, περίπτωση, αλλά κάτι που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ξέρω πως γίνεται με ένταση τόσο στο δημόσιο, όσο (εδώ και χρόνια) και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Ο μικρόκοσμος της καθημερινότητας, οι διαπροσωπικές σχέσεις, τα προσωπικά οράματα και η ανάγκη/διάθεση για δημιουργία είναι στοιχεία που παρεμβαίνουν στο πλέγμα των σχέσεων και των καταστάσεων που αναφέρονται παραπάνω και συχνά τροφοδοτούν «παράλογα» ή αντίθετα αποδυναμώνουν καταλυτικά τον καθημερινό γολγοθά της εργασίας. Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που στέκονται απέναντι, άνθρωποι με τα ίδια ταξικά χαρακτηριστικά με τα δικά μου. Είναι και οι άνθρωποι που δεν μπορούν (δεν θέλουν) να σταθούν δίπλα στην διεκδίκηση: αδύναμοι, άβουλοι, καταθλιπτικοί, μόνοι, μοιραίοι. Επομένως στο πλαίσιο της καθημερινής μάχης δεν έχεις μόνο την ενεργή αντίθεση, αλλά και τα βαρίδια. Υπάρχουν και εκφυλιστικά φαινόμενα, μικροί αρχηγίσκοι, μικροί δικτάτορες, που όση αρμοδιότητα έχουν τη μετατρέπουν σε εξουσιαστική σχέση, που μπορούν και θέλουν με μικρές κινήσεις της καθημερινότητας να σου υπενθυμίσουν ότι είναι προϊστάμενοι, ανώτεροι, ενδιάμεσοι της διοίκησης, πως εκείνοι αποφασίζουν -  έχει ενδιαφέρον αυτό το κομμάτι: άνθρωποι που μετατρέπουν την πίεση που δέχονται ως εργαζόμενοι σε πίεση που ασκούν στους «υφισταμένους», ακόμη και για γελοία ζητήματα της καθημερινότητας. Εννοείται πως δαπανούμε πολύ χρόνο και κόπο για τις μεταξύ μας μάχες, δεν διοχετεύουμε την ενέργειά μας στη διεκδίκηση ή την ανατροπή της εξάρτησής μας από αυτούς που είτε εκμεταλλεύονται την εργασία μας, είτε επιβάλλουν τους όρους της.


Δεν είναι πρωτότυπα όλα αυτά – τα έχουν πει, χωρίς τη συγκεκριμμένη περιπτωσιολογία, πολλοί άλλοι και καλύτερα. Νομίζω όμως πως βοηθάει η καταγραφή και η κατάθεσή τους, τουλάχιστον δεν κρύβονται κάτω από το χαλί. Από τη στιγμή που διαπιστώνονται και διατυπώνονται δεν μπορούν πλέον να αγνοούνται. Λατρεύω τη δουλειά μου και αυτό που προσφέρει ή μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία που ζω. Ξέρω όμως πως αυτή η οπτική μου δεν είναι πλέον παρά ένας ανόητος συναισθηματισμός ή μια ελπίδα που δεν θα ταΐσει τα παιδιά μου.

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Ο ΔΟΛ και οι βιβλιοθήκες

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής"  6/7/2014]


Η ιστορία είναι παλιά και γνωστή στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ: υπήρξε εποχή που η πολιτική βιβλιοθηκών στην Ελλάδα ανεβοκατέβαζε πολιτικούς στον υπουργικό θώκο του Υπουργείου Παιδείας. Ετούτο φαντάζει εξωπραγματικό σήμερα, που τα πάντα έχουν παραχωρηθεί στην ελεήμονα δράση του Ιδρύματος Νιάρχου, οι λόγοι όμως που το… κυβερνητικό ασανσέρ είχε δουλειά δεν ήταν ούτε πολιτικοί, ούτε εκπαιδευτικοί, αλλά καθαρά επιχειρηματικοί, διαπλεκόμενα επιχειρηματικοί.

Ένα από τα σημαντικότερα πειράματα στην εκπαιδευτική μας πολιτική των τελευταίων δεκαετιών ήταν αυτό της εισβολής των βιβλιοθηκών στα σχολεία, ένα αρκετά φιλόδοξο, καινοτόμο για τα εκπαιδευτικά μας ήθη, αλλά και ακριβό πρόγραμμα των τελών της δεκαετίας του ’90 και των αρχών της δεκαετίας του 2000. Το πρόγραμμα των σχολικών βιβλιοθηκών αποτέλεσε την «αγορά του αιώνα» στο χώρο του βιβλίου (αρκετά δις. δραχμές), έσωσε και εξαφάνισε εκδότες, που στριμώχτηκαν (πολλές φορές «άκομψα») στους διαδρόμους υπουργείων και ιδρυμάτων για να εξασφαλίσουν μερικές χιλιάδες παραγγελίες.

Οι παλιές ιστορίες αναφύονται τον τελευταίο καιρό, προφανώς όχι τυχαία: η διάλυση ενός σημαντικού τμήματος του μεταπολιτευτικού συστήματος ανοίγει τα στόματα. Πριν λίγους μήνες ένα σε μια ανάρτηση στο blog* του ο Γιάννης Πανάρετος αναφέρθηκε στη διαχείριση των κοινοτικών προγραμμάτων και το θεσμικό και παραθεσμικό ρόλο προσώπων και φορέων στη διαμόρφωση και υλοποίηση των πολιτικών για τις βιβλιοθήκες στη χώρα.

Το κείμενο, κατά το συντάκτη του «καταγραφή μνήμης» που υποδεικνύει πως «δεν ήταν όλοι ίδιοι» την περίοδο που ανθούσαν οι λοβιτούρες με τα εξοπλιστικά,  τον φέρει σε σύγκρουση με το Συγκρότημα Λαμπράκη, αφού ως υπεύθυνος στο Υπουργείο Παιδείας για το ΚΠΣ (1995) ήταν πιο κοντά στις απόψεις που ο Γιάννης Τροχόπουλος είχε για το τι πρέπει να γίνει, παρά σε αυτές του Συγκροτήματος. Ο ίδιος θεωρεί ως συνέπεια της υποστήριξής του στον (νυν διευθυντή του Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος Νιάρχου) τότε διευθυντή της βιβλιοθήκης της Βέροιας την αφαίρεση της αρμοδιότητας διαχείρισης των κοινοτικών πόρων από τον ίδιο.

Η δεύτερη «βόμβα» έσκασε πριν λίγες στην Πάτρα, όταν σε εορταστική εκδήλωση για τα 50 χρόνια από την ίδρυση του Πανεπιστημίου της πόλης ο Γεράσιμος Αρσένης ανέφερε πως αποπέμφθηκε από τη θέση του υπουργού παιδείας λόγω απαίτησης του Συγκροτήματος Λαμπράκη στον τότε πρωθυπουργό Κ. Σημίτη. Ως επίδικο φέρεται υλικό του συγκροτήματος που δεν εγκρίθηκε να μπει στις βιβλιοθήκες, οπότε το Συγκρότημα πέτυχε την αντικατάσταση του υπουργού με δικό του εκλεκτό και δημοσιογράφο (τον Πέτρο Ευθυμίου), ο οποίος όχι μόνο ενέκρινε ό,τι δεν ενέκρινε ο Γ. Αρσένης, αλλά οδήγησε γρήγορα το νέο θεσμό στη διάλυση.

Γεγονός είναι ότι η πολιτική βιβλιοθηκών, η πολιτική πολιτισμού – και προφανώς όχι μόνο αυτή - δεκαετίες τώρα δεν διαμορφώνεται από αρμόδιους κρατικούς φορείς και υπηρεσιακούς παράγοντες, αλλά στην «καλή» εκδοχή από «φωτισμένες ηγεσίες», στην κακή, από ιδιωτικά συμφέροντα. Στρεβλά και πρόσκαιρα αμφότερα.


Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Διόδια ή συνοδηγός

στην Κ.


είναι η ζωή μου μια εκδρομή με το παλιό αυτοκίνητο απόγευμα και τα δέντρα στην άκρη του δρόμου τρέχουν μαζί μας και στο ραδιόφωνο ακούγεται ένα τραγούδι για τον έρωτα και είναι ένα άχρονο καλοκαίρι και ο αέρας από τ' ανοιχτό παράθυρο χαϊδεύει τα κορμιά μας και στη άκρη του κόσμου ματώνει νικημένος ο ήλιος

είναι η ζωή μου μια εκδρομή με το παλιό αυτοκίνητο και οι φωνές των ανθρώπων χάνονται πίσω - και οι σιωπές τους - τρέχουμε μέσα στη μέρα που σβήνει εμείς με κόκκινα πρόσωπα και με θυμάρι στα μαλλιά μας κι ένα τσιγάρο αναμμένο στα χείλη μας σαν τις λέξεις που χάνονται αλλά επιμένουν να καίνε

είναι η ζωή μου μια εκδρομή συνοδηγός δεν ορίζω κατεύθυνση ούτε ταχύτητα ούτε προορισμό (πώς θα μπορούσα;) μόνο που αιχμαλωτίζω μέσα μου τον ήλιο που σβήνει και τις λέξεις που χάνονται αλλά επιμένουν

δεν πειράζει που τελειώνει η μέρα - είναι ωραία η διαδρομή