Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Ένα κενό τετράδιο

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 24/8/2014]


Ο βιβλιοθηκάριος είναι ένας δυστυχής κατάδικος της τάξης – επιχειρεί μάταια, αλλά με επιμονή να οργανώσει το χάος. Είναι καταδικασμένος να μάχεται τη σκόνη και τη λήθη. Η μάχη βέβαια είναι προκαθορισμένη. Υπάρχουν φορές που στα χέρια του έρχονται πράγματα που δοκιμάζουν την πραγματογνωσία του και που τον βάζουν σε ποικίλα διλήμματα: από την μια πλευρά είναι η διατήρηση στο χρόνο, από την άλλη τα κριτήρια γι’ αυτήν.

Στο πλαίσιο της δωρεάς μιας συλλογής σε μια βιβλιοθήκη θα βρει καμιά φορά τέτοιο υλικό – και με την εμμονή του στην ταξινόμηση θα βασανιστεί ο δύστυχος τι να το κάνει, πού να το ταξιθετήσει, πώς θα υπερβεί τις προσωπικές του αντιλήψεις ώστε να μην είναι αυτές που θα καθορίσουν τη διατήρηση στο χρόνο και την προσβασιμότητα στην περιεχόμενη πληροφορία του μέσου. Κάποιες φορές δεν υπάρχει καν περιεχόμενο.

Μπορεί να βρει λοιπόν ένα σημειωματάριο των αρχών του αιώνα, το οποίο δυστυχώς για εκείνον δεν έχει τίποτα χειρόγραφο εντός του, ένα άδειο τετράδιο με μόνο βάρος και αξία το ότι άνηκε σε κάποιον και έχει μεγάλη ηλικία ως αντικείμενο. Δεν μπορεί να το επιστρέψει, δεν υπάρχει κάποιος πια που να του ανήκει. Δεν έχει λόγο να το κρατήσει, κανένας κανόνας δεν θα του πει τι να κάνει, κανείς δεν θα ενδιαφερθεί να διαβάσει τις λευκές του σελίδες. Ο τύπος της δουλειά του είναι με το μέρος του. Όμως η τριβή με το χρόνο τον έχει κάνει συμβιβαστικό.

Θα σκεφθεί ίσως «ένα ωραίο παλιό σημειωματάριο», θα δοκιμάσει την ιδέα να το κρατήσει για προσωπική του χρήση, όμως πώς μπορεί να διακορέψει αυτός την παρθενία ενός τετραδίου που επίμονα κράτησε τόσες δεκαετίες; Ποια αντάξια αξία μπορεί να έχει αυτό που θα γράψει σε ένα ηλικιωμένο τετράδιο; Ακόμη και αν αυτό που θα γράψει εκεί είναι ένα αριστούργημα, τα χειρόγραφα είναι μια μεταβατική ηλικία για ένα κείμενο – η αναπαραγωγή και η ανάγνωση έχουν αξία. Επομένως θα χρησιμοποιήσει εφήμερα ένα δοκιμασμένο στο χρόνο τετράδιο – θα ευτελίσει την όποια αιωνιότητά του, όπως ευτελίζουμε καμιά φορά ένα σώμα περνώντας από μέσα του την αφόρητη ερωτική μας έξαψη. Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να θεωρεί χωρίς περιεχόμενο τις λευκές του σελίδες; Μήπως το κενό δεν είναι πλήρες από νοήματα; Δεν λείπουν οι λευκές σελίδες γύρω του αν θέλει να τις αποικίσει με τις όποιες σκέψεις του. Ξέρει επίσης καλά ότι ακόμη και έτσι αμόλυντο αν το κρατήσει σε ένα συρτάρι δικό του, σε κάποιο ράφι, σε κάποιο πατάρι, σε κάποιο κουτί, απλά θα μεταφέρει το δίλημμα σε κάποιον άλλο και άλλα χρόνια μετά. Όλα «μέσα θε να μπούνε», όλα σε μια βιβλιοθήκη καταλήγουν.

Τελικά θα αποφασίσει πως στην τάξη που βάζει στο χρόνο και στις ιδέες, δεν χωράει ένα λευκό τετράδιο 80 χρόνων, δεν ταξιθετούνται οι λευκές του σελίδες, ούτε είναι αναζητήσιμες. Και θα εμπιστευτεί αυτός, ο άρχοντας της τάξης, στο τυχαίο και στο χάος την απόφαση: απλά θα ακουμπήσει σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης το σημειωματάριο. Δεν θα το οικειοποιηθεί, δεν θα το πετάξει, δεν θα το περιγράψει.

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Ο τρελός


Όλοι συμφωνούν πως είναι τρελός. "Να φανταστείτε", λένε, "κάποτε έφτιαξε έναν τηλεφωνικό κατάλογο των νεκρών":

"Αφού όλοι ξέρουν πως οι νεκροί δεν έχουν όνομα"

***
Ο πίνακας είναι του Gustave Caillebotte (1848-1894)

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Του ρόδου εφημερώτερον

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 15/8/2014]


Η ποίηση ελλοχεύει στα εφήμερα των εφημερίδων – δεν είμαστε οι πρώτοι που θα το ισχυριστούμε αυτό.  Συχνά οι ποιητές αναφέρουν άρθρα εφημερίδων με «μικρές» ειδήσεις ποιητικά σχολιασμένες. Μοιάζει με τον τρόπο αυτό πως η ποίηση είναι αρχαιολογία, είναι δηλαδή η ανακάλυψη του ποιητικού σώματος, όχι η εξαρχής σμίλευσή του. Ίσως να μην βρεις στα πρωτοσέλιδα την ποίηση, στα πολιτικά ή έστω στις καλλιτεχνικές σελίδες των εφημερίδων, αλλά στα πιο ταπεινά τους. Συνήθως η ποίηση συχνάζει στο αστυνομικό δελτίο ή στα κοινωνικά.

Έχουμε πει πολλές φορές πως οι βιβλιοθήκες είναι τα ληξιαρχεία του πνεύματος. Σε αυτές θα βρεις συχνά παλιές εφημερίδες που έσωσαν το εφήμερο σώμα τους μέσα στα χρόνια προσφέροντάς το στην ανατομία των ερευνητών που ψάχνουν την επίκαιρη άποψη πάνω στα γεγονότα της εποχής. Πάνω στο σώμα αυτό σπανιότερα θα βρεις να περιφέρονται οι χρυσοθήρες της ποίησης – κατά κανόνα φτωχοί και ματαιωμένοι στην αναζήτησή τους, όμως όταν κάποτε βρεθεί ένας ποιητικός ακρωτηριασμός, η ευτυχία τους είναι μοναδική.

Λέγεται «Αθηνά» και εκδίδεται από το 1832, αρχικά στα Μέγαρα, ύστερα στο Ναύπλιο και τέλος στην Αθήνα ως το 1863. Αρχικά αντίθετη στον Καποδίστρια, ύστερα κριτική στον Όθωνα, μια εφημερίδα που υποστήριζε πάντα το Σύνταγμα, μια φιλελεύθερη εφημερίδα πλατιάς κυκλοφορίας και απήχησης για δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία. Είναι παραμονές δεκαπενταύγουστου του 2014. Ανοίγεις το φύλλο του 1857, «Αυγούστου 10, Σάββατον» και περιφέρεσαι στις ειδήσεις. Διαβάζεις τον λόγο του Δισραέλη στην αγγλική Βουλή των Κοινοτήτων, και ύστερα πως ο «Λόρδος Έλγιν έφθασεν εις Σιγκαπόρ» όπου του έγινε λαμπρή υποδοχή από τους Ευρωπαίους. Η εφημερίδα «Ιταλία του Λαού» κατάσχεται από τη σαρδηνική κυβέρνηση γιατί φιλοξενεί άρθρο του Ιωσήφ Ματσίνη «περί των ιταλικών πραγμάτων». Ο Τζιουζέπε Ματσίνι ήταν κορυφαίος Ιταλός επαναστάτης και καρμπονάρος, οραματιστής της ενωμένης Ιταλίας. Ένας εισαγγελέας πρωτοδικών ευχαριστεί αποχωρώντας το δικηγορικό σύλλογο της Ερμούπολης για τη συνεργασία και η κυρία Γενναδίου ενοικιάζει ολόκληρη και χωριστά την οικία της στη Νεάπολη.

Και ύστερα η ποίηση εμφανίζεται κάτω από τα μπάζα του χρόνου: η αναγγελία ενός θανάτου, ο αποχαιρετισμός – ο Αύγουστος αρέσκεται στους αποχαιρετισμούς. Διαβάζεις λοιπόν παραμονές Δεκαπενταύγουστου σε μια εφημερίδα του 1857:

«Εν δάκρυον επί του παρθενικού φερέτρου της οκτωκαιδεκαετούς Στυλιανής Πολυχρονιάδου.


Του δολοστόνου βίου τους απατηλούς ανθώνας/ ακάκως περιιπταμένη και περί τα φρούδα της αθωό-/ τητος όνειρα άρτι πτερυγίζουσα, απέπτης, έφυγες,/ ω χρυσαλίς Στυλιανή προς των αθανάτων ονείρων/ τους αορίστους κόσμους! Και πριν ο κάλυξ του κή-/ που σου, ώ ατυχής, εξανθήση εξήνθησες και παρήλ-/ θες ου, και του ρόδου εφημερώτερον…»

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στη Stavrula


Αγαπητή Σταυρούλα,

Σε ευχαριστώ πολύ για την καρτ-ποστάλ απ’ το χωριό – σε ευχαριστώ που την έγραψες στην πίσω όψη ενός ψηφοδελτίου: λογικά η φωτογραφία που θα τη συνόδευε θα ήταν τα ασταύρωτα ονόματα των υποψηφίων κάποιου κόμματος. Ξέρω πολύ κόσμο που κρατάει τα ψηφοδέλτια για να γράφει σημειώσεις. Είναι μια χρήση κι αυτή. Νιώθεται…

Σκεφτόμουν χθες το βράδυ επιστρέφοντας από την Κόρινθο στην Αθήνα και είχε φεγγάρι γεμάτο και ο Σαρωνικός ήταν ντυμένος σαν νύφη, τι σημαίνει «επιστρέφοντας». Και πόσες φορές επέστρεψα στη ζωή μου, θεωρώντας άλλοτε ως αφετηρία τον τόπο που γεννήθηκα και άλλοτε τον τόπο που ερωτεύτηκα. Τα λεωφορεία των ΚΤΕΛ ήταν σχεδόν πάντα το προνομιακό μέσο αυτής της μετάβασης των συναισθημάτων. Δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε αυτόματο να αλλάζεις πατρίδα – γιατί αυτό είναι η πατρίδα: ο τόπος έναρξης. Οπότε ανάλογα με τα επεισόδια της ζωής μας ορίζονται κάθε φορά και οι αφετηρίες μας. Πολλές φορές δεν είναι τόπος, αλλά άνθρωποι, περιφερόμενοι δηλαδή τόποι στο χρόνο. Χα, ναι αυτό είναι οι άνθρωποι: περιφερόμενοι τόποι! Ως εκ τούτου το πράγμα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Νομίζω πως κάποια στιγμή και η διαδρομή η ίδια ανάμεσα σε εναλλασσόμενες πατρίδες γίνεται αφετηρία και πατρίδα επίσης. Και τέλος, για να τελειώνουμε με αυτό το λαβύρινθο των συναισθημάτων, νομίζω πως πατρίδα είναι πάντα το σημείο από το οποίο θέλουμε να φεύγουμε και στο οποίο αναπόφευκτα επιστρέφουμε.

Είχε πανσέληνο, όπως σου είπα, επιστρέφοντας από την Κόρινθο. Εκείνη ήταν στο πλάι μου, οδηγούσε, και ακούγαμε ραδιόφωνο, είχε σε play list τραγούδια του φεγγαριού. Στα περισσότερα τραγούδια το φεγγάρι είναι ο μάρτυρας ή ο ταχυδρόμος του έρωτα – πόσα μηνύματα διαμεσολάβησης έχει δεχθεί. Εκεί πριν τα διόδια της Ελευσίνας έχω πάντα την αίσθηση πως επιστρέφω στον Matrix κόσμο μου με τα φουγάρα και τα εργοστάσια και τα διυλιστήρια να απλώνουν μπροστά μου τεμαχισμένα φωτάκια και κρύο μέταλλο και φλόγες που ανασαίνουν δηλητήριο. Πρέπει να ήταν πανέμορφος αυτός ο τόπος πριν γίνουν όλα αυτά, τα στενά ανάμεσα στην Ελευσίνα και τη Σαλαμίνα κάποτε θα φωτίζονταν από ολόγιομα φεγγάρια και κορίτσια και αγόρια γυμνά στην παραλία θα έκαναν έρωτα και θα υπόσχονταν αιωνιότητες. Πόσο μοιάζουν σαν ήχος αυτές οι δυο λέξεις: αιωνιότητα και νεότητα.

Ύστερα μπήκαμε στην Αττική Οδό. Σε λίγα λεπτά ήμασταν στο σπίτι. Ο ψιλικατζής της γειτονιάς ήταν ανοιχτός. Και το φεγγάρι είχε έρθει μαζί μας – πίσω από τις πολυκατοικίες μπορούσες να μαντέψεις την ύπαρξή του.

Υγ: θα σου φανεί ρομαντικά τετριμμένο, θα ήθελα πολύ κάποια στιγμή να πάρω το δρόμο του φεγγαριού πάνω στη θάλασσα και να φύγω. Νομίζω πως αυτό δεν μπορεί να γίνει.

Να είσαι καλά Σταυρούλα!


Γιώργος

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στο Χαμένο Επεισόδιο

Φίλε Γιώργο,



Είναι αφοπλιστική η συγγνώμη και σε αφήνει γυμνό και ανυπεράσπιστο όταν σου απευθύνεται. Νομίζω πως οι άνθρωποι είναι πιο ωραίοι ανυπεράσπιστοι και γυμνοί, αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που θέλω να κάνουμε κάποια στιγμή κατεβαίνοντας την «Αλεξάνδρας» το χειμώνα. Μετά τη «θεία λειτουργία» με τις ρακές στο «Κονσερβοκούτι» - οι… «θείες» αυτές καθαρίζουν την ψυχή μας και εξαερώνουν τον πνεύμα μας!

Χθες περιφερόμενος στο ίντερνετ αναζητούσα από περιέργεια ίχνη παλιών μου φίλων, αναρωτιόμουν τι να έχουν κάνει στη ζωή τους, πώς είναι σήμερα. Ο Αύγουστος συναινεί σε κάτι τέτοιες αναζητήσεις. Βρήκα λοιπόν τα ίχνη ενός φίλου μου. Ήμασταν μαζί σε μια σχολή δημοσιογραφίας το 1993 και αυτοκόλλητοι φίλοι για 3 χρόνια. Έχει αφήσει γενάκι, παντρεύτηκε, πορεύεται με τον δικό του τρόπο στη δημοσιογραφία. Εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, διάσημοι τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι και ηθοποιοί την παρουσίασαν. Ένιωσα τόση χαρά που δεν έχει αλλάξει. Αυτό ήταν από τότε: ένας λαμπερός, φιλόδοξος, φιλάρεσκος και ικανός άνθρωπος – μια πεταλούδα με πολύχρωμα και ευαίσθητα φτερά. Όπως λέει το τραγούδι, «χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε». Είχε πάντα ιδιαίτερο τρόπο να κοιτάει, διαπεραστικό, νομίζω πως το βλέμμα του γύμνωνε τους ανθρώπους με τον τρόπο που το κάνει και η συγγνώμη. Λοιπόν χρώμα δεν άλλαξαν, ούτε και τρόπο. Βλέπω ακόμη στο βλέμμα του το 19χρονο παιδί που μεγάλωσε με το γέρο πατέρα του, που δεν φοβήθηκε ποτέ το επόμενο βήμα, που έλεγε και έκανε πάντα παραπάνω και όσο γίνεται πιο μακριά από αυτό που ήταν, που ήθελε να πετάξει στης δημοσιότητας τα φώτα. Μια φορά θυμάμαι, ενώ εξερευνούσα εκστασιασμένος το στήθος μια κοπέλας, εκείνος δίπλα μου αναπαριστούσε τον ήχο των όλμων στο Σεράγεβο – ήμασταν 20 χρονών και είχε ήδη πάει ανταποκριτής εκεί.

Τι στα λέω; Να, σκέφτηκα πως η συγγνώμη είναι κάπως σαν συναισθηματική ενημερότητα, βεβαιώνει πως δεν έχεις οφειλές στη μοναξιά. Πώς θα μπορούσες εξάλλου; Είναι ωραίο που περνάνε άνθρωποι από τη ζωή μας νομίζω. Έγραψα στη Μαρίνα πριν λίγες μέρες πως τα τραγούδια είναι πατρίδα. Νομίζω πως και οι φίλοι, πατρίδα είναι. Κι αν μετοικούμε καμιά φορά, τουλάχιστον μένει η συγγνώμη.

Σε ασπάζομαι,

Γιώργος.

υγ: ο πίνακας είναι του Konstantin Andreevich Somov (1933)

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

O Captain! My Captain! our fearful trip is done


Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου!

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Το φοβερό ταξίδι μας έχει τελειώσει·
Το πλοίο βάσταξε κάθε βιτσιά, το έπαθλο που αποζητήσαμε το έχουμε σηκώσει·
Το λιμάνι είναι κοντά, ακούω τις καμπάνες, συνεπαρμένο κόσμο,
Ενώ τα μάτια τους ακολουθούν τη σταθερή καρίνα, το σκάφος βλοσυρό και θαρραλέο:
Μα ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ω οι αιμοσταγείς στάλες του κόκκινου,
Εκεί στη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
Πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Ορθώσου κι άκου τις καμπάνες·
Ορθώσου – για σένα τη σημαία κυματίζουν – για σένα η σάλπιγγα ηχεί·
Για σένα ανθοδέσμες και μετάξινα στεφάνια – για σένα στις ακτές μαζεύονται τα πλήθη·
Σένα ζητούν, οι μάζες οι παλλόμενες, στρέφοντας τα ανυπόμονα πρόσωπά τους·
Να Καπετάνιε! πατέρα αγαπημένε!
Το χέρι αυτό κάτω από το κεφάλι σου·
Όνειρο είναι πως πάνω στο κατάστρωμα,
Είσαι πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ο Καπετάνιος μου δε μ' απαντά, τα χείλη του ακούνητα κι ωχρά·
Ο πατέρας μου το χέρι μου δε νιώθει, σφιγμό δε θα 'χει πια ποτέ ξανά·
Το πλοίο έδεσε άγκυρα σώο και αβλαβές, η πλεύση του ανήκει πια στο χθες·
Από ταξίδι φοβερό, το πλοίο νικητής, εισπλέει με σκοπό επιτυχή·
Πανηγυρίστε, ω ακτές, χτυπάτε, ω καμπάνες!
Όμως εγώ, με πάτημα θρηνητικό,
Γυρνώ τη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
Πεσμένος κρύος και νεκρός.

(Walt Whitman. μετάφραση: Μαρία Θεοφυλάκου)




Robin Williams (1954-2014)

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Η πατρίδα η γλώσσα



Ένα τραγούδι έλεγε χθες στο ραδιόφωνο πως «καμιά πατρίδα δεν χωράει ολόκληρο ουρανό». Το κάνουν αυτό τα τραγούδια καμιά φορά: μιλούν με τον δικό τους τρόπο για πατρίδες. «Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά που τα άγια χώματά της, πόνος και χαρά» λέει ο Ρασούλης. Και οι ποιητές λένε πως η πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια, άλλοι πως πατρίδα είναι το ταξίδι, κι άλλοι αναρωτιούνται ακόμη αν είναι οι κάμποι και «τα άσπαρτα βουνά». Ποσώς μας ενδιαφέρει όμως τι είναι η πατρίδα και σίγουρα οι πατρίδες δεν έχουν σύνορα και δεν χαρτογραφούνται. Πάνω στους χάρτες σας κάνουμε έρωτα τις νύχτες λέει κάπως ο Καμπανέλλης στο Μαουτχάουζεν.

Ίσως η γλώσσα είναι μια πατρίδα – αυτό είναι το θέμα μας. Η γλώσσα είναι ένας τόπος με τοπία μέσα στον οποίο ζούμε, έχουμε το σπίτι μας, ερωτευόμαστε, τρώμε, χέζουμε και πεθαίνουμε σε αυτόν. Στη γλώσσα κατοικούμε όπως κατοικούμε και σε χιλιάδες άλλους τόπους και οι τρόποι της ζωής μας είναι ίδιοι κι εκεί, όπως σε όλα όσα κάνουμε. Πληρώνουμε ή δεν πληρώνουμε τους φόρους μας στη γλώσσα, συμμετέχουμε ή δεν συμμετέχουμε στην ταξική πάλη, είμαστε κι εκεί διεθνιστές ή πατριώτες. Όλα αυτά έρχονται και κάθονται σαν σκόνη στην αρχική παραδοχή πως η γλώσσα είναι μια πατρίδα – εκλεκτοί της πολίτες πάντως είναι οι ποιητές.

Ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη εκδόσεις της Ποιητικής του Αριστοτέλη για έναν ερευνητή μπορεί να πέσεις σε ένα βιβλίο με τον τρόπο του ιδιαίτερο. [Ίσως θα μπορούσαμε να ορίσουμε τα βιβλία ως χάρτες της γλώσσας- αυτό είναι μια παρέκβαση στη ροή του κειμένου]. Το βιβλίο είναι μια έκδοση του 1819: είναι τα Φυσιογνωμικά του Αριστοτέλη γραμμένα στα ελληνικά και στα τούρκικα. Με ελληνική γραφή και στις δύο περιπτώσεις. Δυο χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση εκδίδεται «εν Κωνσταντινουπόλει» ένα «καραμανλήδικο» βιβλίο για χριστιανούς τουρκόφωνους με κείμενο του Αριστοτέλη σε γραφή που ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα έχει φέρει στην τουρκική γλώσσα δυτικό αλφάβητο (δυο αιώνες πριν ο Κεμάλ καθιερώσει τη λατινική ως επίσημη γραφή της τουρκικής γλώσσας). Φαντάζεται εύλογα κανείς πως το βιβλίο μεταφράστηκε και τυπώθηκε γιατί κάποιοι θα το διαβάσουν, κάποιοι θα εντοπίσουν τις γνώσεις του στους χάρτες του. Η καραμανλήδικη (ελληνική) γραφή της τουρκικής γλώσσας είναι ένας κώδικας που άντεξε δυο αιώνες, ως την τρίτη δεκαετία του 20ου. Υπάρχει αντίστοιχο φαινόμενο στην ελληνική γλώσσα με τε «φραγκοχιώτικα» βιβλία που κατά κανόνα γράφονταν με λατινική γραφή.


Οι πατρίδες συχνά ανταλλάσσουν πληθυσμούς, το ίδιο κάνουν και οι γλώσσες. Είναι εξαιρετικό να το διαπιστώνεις αυτό αν είσαι ταξιδευτής στις βιβλιοθήκες. Πάντως για να επανέλθουμε στο αρχικό μας ζήτημα –ίσως ορθά «η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά».

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Καρτ-ποστάλ στην Krotkaya



Αγαπητή Μαρίνα,

Μου αρέσει πώς εξελίσσεται όλο αυτό αυτές τις μέρες. Θέλω να πω αυτή η ιστορία με τις καρτ-ποστάλ, μια επικοινωνία στα σύνορα ιδιωτικής και δημόσιας επιστολογραφίας. Έχει ιδιαίτερα στοιχεία η επιστολογραφία – γράφονται ας πούμε πράγματα που για δικούς τους λόγους δεν λέγονται. Και μένουν μετά εκεί, κουφάρια ενός συναισθήματος στο οποίο, αν θέλουμε, μπορούμε να επιστρέφουμε ή να αφήνουμε τους άλλους γύρω να το κατοικούν για όσο θελήσουν. Το βρίσκω υπέροχο όλο αυτό.

Ετοίμασα χθες την κασέτα των φετινών διακοπών μας. Τέλος Αυγούστου μέχρι τις παραμονές των σχολείων θα είμαστε πάλι στα Πούλιθρα, στη Νότια Κυνουρία να βαπτίζουμε όλα τα βάρη της χρονιάς που πέρασε, που δεν ήταν καθόλου λίγα, και να σκορπάμε στις παραλίες τα χαλίκια της ψυχής μας (σαν κοντορεβιθούληδες μην χάσουμε το δρόμο της επιστροφής). Θα είμαστε πάλι στα σύνορα των πραγμάτων, στη γραμμή που χωρίζει το καλοκαίρι που τελειώνει με το φθινόπωρο που αρχίζει, θα βλέπουμε τον κόσμο που πάει κι έρχεται, επιστρέφοντας ο καθένας στον πάγκο και το κουπί της γαλέρας του.

Ξέρω, ξέρω. Θα μου πεις «μα ακόμα υπάρχουν κασέτες;». Υπάρχουν για το παλιό και μικρό μας αυτοκινητάκι, το «Σπίθα». Κάθε χρόνο φτιάχνω μία, της δίνω κι όνομα για να μας συντροφεύει στις διαδρομές στην Αρκαδία: Πούλιθρα 2011, Πούλιθρα 2012, Πούλιθρα 2013. Πούλιθρα 2014. Είναι σαν ημερολόγιο τραγουδιών. Στη φετινή χώρεσα πολλά: το «καλντερίμι» του Γαλανού και του Ξαρχάκου με τη φωνή της Πόλυς Πάνου, το «χάρτινο το φεγγαράκι» και «το φεγγάρι είναι κόκκινο» του Χατζηδάκι – αρέσουν και τα δύο πάρα πολύ στην μικρή μου κόρη, τραγούδια του Βασίλη (που αρέσουν στην Κυρά μου) και των Loco Mondo που αρέσουν στο γιο μου, του Ζούδιαρη, του Ανδρέου, το «παλιό τραγούδι» του Νικολούδη που τραγουδάει ο Χαρούλης, του Μαυρουδή «ο παλιάτσος» (παραγγελιά κι αυτό) και το «πρωινό τσιγάρο», Ξυλούρης, Παπάζογλου. Στρίμωξα και δικά μου πράγματα εκεί: «τα διόδια» ας πούμε, του Σιόλα. Όμως το πράγμα θέλει την ισορροπία του: πρέπει και οι τέσσερις να έχουμε μερίδιο στην κασέτα κι ενώ όλο αυτό μοιάζει ένα αλλοπρόσαλλο πράγμα, εμείς θα τραγουδάμε σαν κυριακάτικη εκδρομή πηγαίνοντας.

Θα μου πεις τι στα λέω. Τι επιστολική αξία έχει μια κασέτα; Στην «Αυγή» αυτής της Κυριακής λέω πως η γλώσσα είναι μια πατρίδα. Νομίζω πως και τα τραγούδια είναι μια πατρίδα, και οι άνθρωποί μας πατρίδα είναι. Πατρίδα είναι κι «ο Σπίθας» - μια πατρίδα που θα περιφέρεται στους δρόμους της Αρκαδίας τραγουδώντας:

«…
Πίκρα, δάκρυ, στεναγμός
ξεχαστήκαν κι ο καημός
έγινε όνειρο γαλάζιος ουρανός
και τα πρόσωπα χλωμά, 
κουρασμένα τα κορμιά
μέσα στον ύπνο ψάχνουν να `βρουν λησμονιά.»

Γεια σου Μαρίνα!

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

3η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Φίλε Νίκο,

σου είπα στην τελευταία καρτ-ποστάλ πως κανόνισα ένα ολιγοήμερο ταξίδι στη Μάνη προκειμένου να συναντήσω την κυρά Βούλα που δεν υπάρχει πια - γύρω από αυτή μου την ανάγκη κέντησα μια εκδρομή στη Νότια Πελοπόννησο με την Κυρά μου και τα πιτσιρίκια. Σταθήκαμε λίγα λεπτά στο νεκροταφείο στο Σκουτάρι. Περίμενα πως θα σηκωθεί να με αγκαλιάσει, όπως έκανε όταν ήμουν παιδί, να με φωνάξει "κορώνι" της, όμως δεν το έκανε. Οι συγγενείς της πρόσθεσαν το όνομά της και τη χρονολογία θανάτου στο κρύο μάρμαρο και τίποτε άλλο. Ούτε καν μια φωτογραφία της δεν βρήκα. Ίσως να έλειπε η κυρά Βούλα εκείνη την ώρα. Φαντάζομαι θα είχε πάει να μαζέψει φραγκόσυκα για μένα. Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε είναι πάντα συνεπείς στα ραντεβού τους με τον δικό τους τρόπο λέω.

Είμαι, νομίζω, μια τραγική φιγούρα Νίκο. Έχω συναίσθηση του εύθραυστου χαρακτήρα της ευτυχίας μου και της πρόσκαιρης αντοχής της... Πότε θα αλλάξει ο καιρός δεν το ξέρω, ξέρω όμως πως θα αλλάξει. Το να ισχυρίζομαι πως είναι τραγικό να είμαι ευτυχής, όταν γύρω μου υπάρχουν τόσοι άνθρωποι με ποικίλους τρόπους δυστυχείς μοιάζει και είναι προφανώς τουλάχιστον εγωιστική υπερβολή και αμετροέπεια ίσως. Το θέμα όμως δεν είναι η ευτυχία, αλλά η επίγνωση για τον εφήμερο τρόπο της στη ζωή μας. Θέλω να πω πως αυτό που με κάνει τραγικό πρόσωπο σε αυτή την παράσταση είναι που σκέφτομαι πως θα την χάσω, αγνοώ πότε και πώς, αγωνιώ κι έτσι έρχομαι λιπόψυχος στην ευτυχία μου, σχεδόν θλιμμένος. Η ευτυχία δηλαδή γι' αυτούς που δεν παραμυθιάζονται από τα θέλγητρά της είναι μια στενάχωρη κατάσταση. Η ευτυχία είναι μια δυστυχία μισή και γι' αυτό ανάξια λόγου. Παρόλα αυτά δεν θα ήθελα να χάσω την ευτυχία μου.

Τουλάχιστον υπάρχει η γραφή και η ανάγνωση Νίκο- αυτό λέω στην ουσία στις προηγούμενες καρτ-ποστάλ που σου έστειλα. Η ανάγνωση είναι συναντήσεις εκτός τόπου και χρόνου, χρήσιμες για ανθρώπους που ίσως δεν φαντάζεσαι. Μην μου θυμώνεις επομένως: δεν σου ζητώ το χρέος του πολίτη να εκπληρώνεις, αλλά του γραφιά, του ληξίαρχου των μαγικών και κρίσιμων στιγμών της ζωής μας.

υγ.1: δεν έχω διαβάσει το "τι ωραίο πλιάτσικο" του Κόου - αν μου το στείλεις δώρο κάποια στιγμή μην ξεχάσεις να γράψεις αφιέρωση!

υγ2: Θα πρόσεξες πως έχουν αρχίσει κι άλλοι να στέλνουν καρτ-ποστάλ αυτές τις μέρες, άλλοι στον εαυτό τους, άλλοι σε ποικίλους ή συγκεκριμένους παραλήπτες: ο αγαπημένος El Romandante έστειλε χθες σε μία Νάντια, η Nefosis στον Τσαλαπετεινό, η Renata ξέρω πως κάτι ετοιμάζει... Αυγουστιάτικο αφιέρωμα η επιστολογραφία.


Να είσαι καλά Νίκο!

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Οδηγός δρομολογίων 1912

[Αναδημοσίευση του άρθρου του "Βιβλιοθηκάριου" στην "Αυγή της Κυριακής" 3/8/2014]


Στη βιβλιοθήκη κάποιος δώρισε έναν επίσημο οδηγό διαδρομών των βελγικών σιδηροδρόμων, μια έκδοση του 1912. Παράδοξο αλήθεια να έχει στην κατοχή του φυλάξει ένα τέτοιο βιβλίο – αφού τα ύστερα χρόνια της ζωής του προφανώς θα του ήταν άχρηστο. Θα μπορούσε απλά να έχει διαφύγει της προσοχής - κι αυτό είναι μια βολική σκέψη - και μαζί με όλα τα άλλα της πολυπληθούς δωρεάς των κληρονόμων του να παραλάβαμε κι αυτό.

Είναι μια έκδοση γεμάτη πίνακες: ώρες αναχωρήσεων και ώρες αφίξεων, διεθνείς ανταποκρίσεις, ονόματα σταθμών και αριθμούς. Και λίγες διαφημίσεις ξενοδοχείων και ακτοπλοϊκών εταιρειών, τσιγάρων Padla, λαμπτήρων AEG, τραπεζών και καταστημάτων.

Σκέφτεσαι αρχικά πως μπορείς να το πετάξεις. Δεν έχει θέση ανάμεσα στα εγχειρίδια φιλοσοφίας, τα ιστορικά δοκίμια, τα έργα του Balzac στις πρώτες γαλλικές τους εκδόσεις, τη σειρά της θεοσοφίας ή τα βιβλία για την πρόγνωση του καιρού. Όμως πιο εύκολα διαγράφεις ένα αρχείο, παρά πετάς ένα βιβλίο – πόσο μάλλον που πέφτει στα χέρια σου έναν αιώνα μετά. Και το κρατάς, το καταλογογραφείς, το ταξινομείς και το βάζεις στο ράφι. Παίρνει τη θέση του στη μόνιμη λήθη και σιωπή (όπως τα τραίνα που αποσύρονται και οι γέροι) ανάμεσα σε συνομήλικα βιβλία φιλοσοφίας, θεοσοφίας, λογοτεχνίας και των επιστημών.

Σκέφτεσαι μετά και κάνεις συγκρίσεις. Ποτέ δεν ευτύχησαν οι δικοί μας σιδηρόδρομοι τέτοιων εκδόσεων, ποτέ οι επιβάτες τους δεν έμαθαν στην ακρίβεια των αφίξεων και των αναχωρήσεων, δεν υπήρξαν ποτέ ανταποκρίσεις. Ακόμη και σήμερα, στον Προαστιακό Σιδηρόδρομο θα βρεις ένα Α4 τυπωμένο και κολλημένο με σελοτέιπ σε κάποιο βρώμικο τζάμι, που πληροφορεί ανυποψίαστους επιβάτες για δρομολόγια που κατ’ εξαίρεση ισχύουν. Συνήθως πάνω στο τυπωμένο χαρτί κάποιος θα έχει συμπληρώσει με στυλό μια αλλαγή στην ώρα, έναν σταθμό που δεν λειτουργεί. Και το αφήνεις οριστικά να μπει στη συλλογή και φαντάζεσαι τον οδηγό δρομολογίων των βελγικών σιδηροδρόμων σαν ένα μνημείο πια της αιώνιας ανοργανωσιάς, αυτού του μπάχαλου που ποτέ δεν αποκαλέσαμε δίκαια «κράτος».


Και τελικά στο τέλος, αφού θυμόσοφο σε έκαναν τα χρόνια αυτής της δουλειάς και η επίμονη ματαιοπονία των βιβλίων να εξηγήσουν τον κόσμο, λες πως ο οδηγός αυτός των δρομολογίων δεν είναι ένας οδηγός δρομολογίων, τουλάχιστον όχι με την πρόσκαιρη κάποτε χρήση του ή με την τεχνική ερμηνεία του όρου. Δεν είναι αριθμοί και ονόματα σταθμών και ανταποκρίσεις. Είναι ένα βιβλίο ποίησης που μιλάει για θλιμμένες αναχωρήσεις και αγωνιώδεις αφίξεις, αποχωρισμούς και συναπαντήματα, κουβέντες ανάμεσα σε κυρίους και κυρίες στα κουπέ, και κλεφτές ματιές γεμάτες νόημα, ελπίδες και απογοητεύσεις, έρωτα και μυστικά που διακινήθηκαν από πόλη σε πόλη και δαπανήθηκαν μέσα στα χρόνια. Και ύστερα όλα αυτά έσβησαν και τα τραίνα αποσύρθηκαν και οι γέροι. Όμως το βιβλίο αυτό λέει πως κάποτε έγιναν όλα αυτά. Στο Βέλγιο, το 1912.