Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Το παραμύθι των αστείων βιβλιοθηκών


Πολλές φορές κι έναν καιρό ένας άνθρωπος συνήθιζε να έρχεται στη βιβλιοθήκη. Ζητούσε κάθε φορά ένα διαφορετικό βιβλίο και καθόταν στο αναγνωστήριο για ώρες και γελούσε. Μόνο γυρνούσε τις σελίδες του και γελούσε με αυθάδεια, πράγμα που ενοχλούσε τους υπόλοιπους αναγνώστες κι εκνεύριζε εμάς τους βιβλιοθηκάριους. Και δεν είναι ότι ήταν εύθυμα τα βιβλία που έπαιρνε – δεν είχαν καν το ίδιο θέμα: άλλοτε διάβαζε λογοτεχνία, άλλοτε παιδικά, άλλοτε χημείες, ιστορία ή παιδαγωγική κι άλλοτε θεολογία, πολιτική ή φιλοσοφία. Τίποτε δεν διέκοπτε ή άλλαζε την εύθυμη διάθεσή του. Μια μέρα ένας από εμάς τον επέκρινε με αυστηρό ύφος πως τελοσπάντων οι βιβλιοθήκες είναι ένας χώρος του στοχασμού και της σιωπής, όμως εκείνος του απάντησε μεγαλόφωνα πως οι βιβλιοθήκες είναι αστείες – «τίποτα εδώ μέσα δεν είναι ζωντανό, εκτός από εμένα και από εσάς» του είπε.


Μετά από καιρό, εντελώς ξαφνικά ο άνθρωπός μας σταμάτησε να γελάει. Συνέχισε να έρχεται επιμελώς στη βιβλιοθήκη, όμως η ευθυμία του δεν ξανακούστηκε ποτέ. Μια μέρα ένας από εμάς τον ρώτησε το λόγο. «Τίποτα εδώ μέσα δεν είναι αθάνατο, εκτός από τα βιβλία», του είπε.

***
ο πίνακας είναι της Βίκυς Γεωργιοπούλου

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

Aharon Appelfeld, Μπάντενχαϊμ 1939


Το «Μπάντενχαϊμ 1939» (Εστία, 2008, μετάφραση Μάγκυ Κοέν) και η γραφή του Εβραίου συγγραφέα Άαρον Άπελφελντ είναι μια συνάντηση που δύσκολα ξεχνάει ένας αναγνώστης. Όχι μόνο γιατί το θέμα του, ο εκπατρισμός και το Ολοκαύτωμα, είναι μια ζοφερή ιστορία της Ευρώπης, αλλά γιατί ο τρόπος του να μιλήσει γι’ αυτά είναι ευφυώς υπαινικτικός, έμμεσος, οικουμενικός, εν τέλει τραγικός. Το «Μπάντενχαϊμ 1939» είναι η ιστορία μιας αποκλεισμένης πόλης, των εγκλωβισμένων κι ανυποψίαστων σε αυτήν Εβραίων, είναι ένα χρονικό ψευδαισθήσεων ακριβώς πριν τη μεγάλη καταστροφή. Η αφήγηση είναι μια μουσική δωματίου που ξεδιπλώνεται σιγά-σιγά – η ίδια η αφορμή είναι ένα φεστιβάλ μουσικής μιας επαρχιακής πόλης. Οι χαρακτήρες του έργου αποφλοιώνονται καθώς ο χρόνος κυλάει, τα αποθέματα της ευμάρειας λιγοστεύουν και η φυγή, ο διωγμός, φαντάζει μια κάποια λύσις. Η επίμονη, εμβριθής, αποκαλυπτική και διόλου ωραιοποιημένη περιγραφή των χαρακτήρων και των συμπεριφορών από τον Άπελφελντ δημιουργεί ένα ασφυκτικό κλίμα αδημονίας για το τέλος – οι αναγνώστες ξέρουμε τι θα συμβεί, πιάνουμε ωστόσο τον εαυτό μας να προσδοκά τη λύτρωση του αφανισμού, να θέλει να φωνάξει στους χαρακτήρες του βιβλίου «είναι οι τελευταίες σας στιγμές, θα γίνετε όλοι καπνός στα φουγάρα του Άουσβιτς, δεν το καταλαβαίνετε;». Ο αναγνώστης βιώνει σχεδόν ένα θεατρικό δρώμενο, βρίσκεται μπλεγμένος σε μια δεσμευτική παράσταση ενός τσεχωφικού έργου, με ποικίλες κι άσχετες συζητήσεις γύρω από ένα γεύμα ή ένα καφέ που επιμένουν να αγνοούν το αναπόφευκτο που ούτως ή άλλως δουλεύεται και προχωράει. Νομίζω πως η θεατρικότητα και η καφκική ασφυξία του έργου αυτού είναι μια λογοτεχνική εμπειρία – είναι σημαντικό πώς θα μιλήσεις. Το τέλος έρχεται, κι έρχεται στην ώρα του σφυρίζοντας και καταπίνει τους ανθρώπους. Όλα τελειώνουν σε 4-5 γραμμές και στις γραμμές του τραίνου που αναχωρεί με βία για την Πολωνία.





Ο Άαρων Άπελφελντ γεννήθηκε το 1932 στο χωριό Ζαντόβα του Τσέρνοβιτς (Μπουκοβίνα – σήμερα ανήκει στην Ουκρανία). Σε ηλικία 8 χρόνων βλέπει τους ναζί να δολοφονούν τη μητέρα του και ο ίδιος κλείνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, από το οποίο δραπετεύει και περιπλανάται για χρόνια. Επιβιώνει. Φεύγει για την Παλαιστίνη, στην οποία βρίσκει τον πατέρα του (δεν θα μιλήσει ποτέ για τη συνάντησή τους). Μαθαίνει τα εβραϊκά, γιατί τίποτα από τις γλώσσες του παρελθόντος του δεν είναι πια ζωντανό (τα γίντις της γιαγιάς του, τα ουκρανικά της υπηρέτριας, τα ρουμανικά του δρόμου, τα γερμανικά των γονιών του), και γράφει σε αυτά τα βιβλία του. Θεωρείται από τους σημαντικότερους ισραηλινούς συγγραφείς. Στα ελληνικά κυκλοφορεί και η «ιδιότυπη αυτοβιογραφία του» με τίτλο «Ιστορία μιας ζωής» (Εστία, 2007, μετάφραση Μάγκυ Κοέν).

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Ota Pavel, μια ζωή ψαρεύοντας


Υπάρχουν βιβλία που εμφανίζονται μπροστά σου σαν απροσδόκητα ξέφωτα. Απολαμβάνεις την αφήγησή τους, παρατείνεις την ανάγνωση προκειμένου να αναβάλεις το τέλος τους. Αφήνεις τα κεφάλαιά τους να καθίσουν μέσα σου και να ωριμάσουν. Διάβασα ένα τέτοιο βιβλίο αυτές τις μέρες: είναι η συλλογή διηγημάτων «Μια ζωή ψαρεύοντας» του Τσέχου συγγραφέα Ota Pavel (εκδόσεις Ίκαρος, 2014, μετάφραση Κώστα Τσίβου). Ο Pavel (1930-1973) είναι μια ιδιαίτερη μορφή των τσεχικών γραμμάτων, γιος ενός Εβραίου πατέρα (που βιώνει τον εγκλεισμό στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης) και μιας χριστιανής μητέρας (με την οποία ζει τα χρόνια του Πολέμου). Ο πατέρας και τα αδέρφια του «επιβιώνουν» από τα στρατόπεδα, επιστρέφουν και η ζωή της οικογένειας παίρνει πάλι μπροστά. Ο Πάβελ εργάζεται ως ανθρακωρύχος, αθλητής και αθλητικός δημοσιογράφος. Το 1964 καλύπτοντας τους χειμερινούς ολυμπιακούς αγώνες του Ινσμπρουκ εμφανίζει μανιοκαταθλιπτικά επεισόδια που τον οδηγούν σε χρόνιες νοσηλείες σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Γράφει και δημοσιεύει διηγήματα αυτή την περίοδο, μέχρι το 1973 που πεθαίνει 43 χρόνων από ανακοπή καρδιάς.

Το «Μια ζωή ψαρεύοντας» είναι σύνθεση και επιλογή από δύο συλλογές του. Ο Ota Pavel σε αυτά τα διηγήματά του γράφει για την ελευθερία επιστρέφοντας στην παιδική του ηλικία. Με τρυφερή ειρωνεία και αυθεντικό θαυμασμό περιγράφει τον ποικίλο κόσμο των ενηλίκων, όσα του έμαθαν για τη ζωή και το ψάρεμα. Το ψάρεμα ωστόσο είναι τελικά η μαεστρία της επιβίωσης. Ο συγγραφέας απομονώνει τη δραστηριότητα του ψαρέματος όχι για να την περιγράψει, αλλά για να σχολιάσει την ίδια τη ζωή στο σύνολό της. Αποχαιρετά συντετριμμένος τη χαμένη παιδικότητα– είναι ενδεικτικό το τελευταίο διήγημα, όπου ο ενήλικος πια ψαράς δέχεται έκπληκτος ως δώρο μια ψαριά με δυναμίτη, την οποία τελικά απορρίπτει. Το ψάρεμα για τον μικρό Ota είναι πράξη αντίστασης, αψηφισιά στα χρόνια του πολέμου, είναι ο τρόπος του να κρατήσει κοντά του τον πατέρα και τα αδέρφια του. Ο κόσμος που περιγράφει ο Pavel κυριαρχείται από τη μορφή του πατέρα που κατά κανόνα πλαισιώνεται από τον χορό των ενήλικων αντρών – αν και η μορφή της μητέρας υπάρχει σε δεύτερο πλάνο σχεδόν παντού, ενώ σε ένα διήγημα υπάρχει και η γυναίκα-πειρασμός πάλι συνδεδεμένη με τον πατέρα. Ο αρσενικός του κόσμος είναι ένας κόσμος θαρραλέος στα πάθη και τα λάθη του, που τσαλακώνεται και συνεχίζει μέχρι το τέλος να δοκιμάζει. Και εν τέλει χάνει τη μάχη.


 Η γραφή του Pavel είναι αφοπλιστικά ανεπιτήδευτη και άμεση. Είναι παραμυθάς. Στις ιστορίες του προκύπτουν συχνά και αβίαστα ποιητικές ρωγμές. Διάχυτη είναι η σάτιρα, περισσότερο ως αντίστιξη στην αμείλικτη πραγματικότητα. Ο πόλεμος είναι παρών, αλλά κυρίαρχη είναι η ελευθερία. Το ψάρεμα (ή το κυνήγι), είναι ένας χαμένος παιδικός παράδεισος, όπου μπορείς να αγωνίζεσαι για να ζήσεις. Νομίζω πως περισσότερο από ένα βιβλίο για την Ελευθερία το «Μια ζωή ψαρεύοντας» είναι ένα βιβλίο για την Ήττα, σπαρακτικό μες στα παιδικά του ρούχα. 

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

Παραμύθι για τις σιωπηλές γυναίκες των μπαλκονιών


Θα έχεις προσέξει ίσως τα μεσημέρια του καλοκαιριού που κάθονται στο μπαλκόνι. Δένουν τα χέρια και στέκουν αμίλητες. Δεν καθαρίζουν φασολάκια, δεν κεντούν, δεν παρακολουθούν καν την ανύπαρκτη κίνηση των δρόμων και τους περαστικούς. Μόνο είναι εκεί και κοιτούν. Συνήθως μόνες, πάντα μόνες, ακόμη κι αν κάποια στιγμή εμφανιστεί από μέσα ένας άντρας κρατώντας μια εφημερίδα στα χέρια. Φορούν συνήθως παλιομοδίτικα φουστάνια, μαύρα με γκρίζα λουλουδάκια και είναι σαν φάροι – ποτέ δεν κατάλαβες για τι σε προειδοποιούν. Ποια βράχια οριοθετούν, ποια σύγκρουση αποτρέπουν.


Αν έγραφα ένα παραμύθι γι’ αυτές θα έλεγα ίσως πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια νέα γυναίκα που αγάπησε και είπε τον έρωτά της σε έναν άντρα. Εκείνος την τον αρνήθηκε κι εκείνη έκτοτε δεν ξαναμίλησε – γιατί ό,τι είχε να πει αληθινό στη ζωή της ,το είπε. Από τότε μεγάλωσε και κάθεται πια τα καλοκαιρινά μεσημέρια σιωπηλή στα μπαλκόνια, σαν άγαλμα ζωντανό της μοναξιάς και σαν μνημείο της άρνησης.

***
ο πίνακας είναι του Γιώργου Ρόρρη

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Το παραμύθι του κακού λύκου


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λύκος. Ένας κανονικός κακός λύκος που ήθελε να τρώει ζωάκια και όποτε μπορούσε το έκανε. Οι εποχές είχαν αλλάξει όμως και δεν ήταν πολιτικά ορθό να υπάρχουν κακοί λύκοι στα παραμύθια. Άλλοτε οι λύκοι γίνονταν καλοί και τα γουρουνάκια ή τα προβατάκια κακά, άλλοτε γίνονταν χορτοφάγοι και άλλοτε έλειπαν τελείως από τις ιστορίες. Το μεταμοντέρνο είχε εξαφανίσει τους λύκους από τα παραμύθια! Ελάχιστοι είχαν μείνει μέσα στα δάση, κι αυτοί κρύβονταν μην τους βρει κανένας παραμυθάς και τους αλλάξει τη φύση. Γιατί εκεί βρισκόταν το πρόβλημα: οι ιστορίες έπαψαν να έχουν κανονικούς κακούς, όλα ήταν μια παρεξήγηση που λυνόταν στο τέλος, νικούσε το καλό γιατί κακό δεν υπήρχε. Κι έτσι μεγάλωναν παιδιά που δεν έβλεπαν το κακό γύρω τους, δεν αναρωτιόνταν γιατί τα ΜΜΕ έχουν μεγάλα δόντια και οι τράπεζες μεγάλα νύχια.

Ο λύκος μας λοιπόν, επειδή πεινούσε, πήρε μια γενναία απόφαση. Ούτως ή άλλως η απουσία κακών λύκων είχε εξαφανίσει και τα αρνάκια από τα δάση. Κι έπρεπε να βρει να φάει. Και μια μέρα λοιπόν βρήκε σε ένα δάσος κι έφαγε έναν παραμυθά. Κι αφού χόρτασε, ξάπλωσε στη σκιά ενός δέντρου κι αποκοιμήθηκε. Ύστερα από λίγες μέρες ξαναπείνασε κι έφαγε άλλον ένα διαθέσιμο παραμυθά, και ύστερα κι άλλον, κι άλλον. Κι άρχισαν σιγά-σιγά να λιγοστεύουν οι παραμυθάδες (πράγμα που διόλου δεν ανησύχησε βέβαια τα αρνάκια, τα γουρουνάκια, τα κατσικάκια και τις κοκκινοσκουφίτσες που ζούσαν στα μεγαλοαστικά προάστια των μεγαλουπόλεων μαζί με τους πάσης φύσης καλλιτέχνες και διάσημους.).


Στο τέλος δεν έμεινε ούτε ένας παραμυθάς. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Αυγουστιάτικο παραμύθι


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν δυο άνθρωποι ευτυχισμένοι. Κάθονταν στην αυλή τους τα καλοκαίρια κάτω από την κληματαριά κι έτρωγαν καρπούζι. Εκείνη ύστερα διάβαζε το βιβλίο της κι αυτός τάιζε το καναρίνι και καθάριζε το κλουβί του. Εκείνη φορούσε ένα κοντό κόκκινο φουστάνι κι εκείνος από τη μέση και πάνω ήταν γυμνός. Εμείς μέναμε απέναντι και στην αρχή ήμασταν παιδιά, μετά έφηβοι, σπουδάσαμε, παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά, χάσαμε τους γονείς μας, πεθάναμε. Εκείνη πάντα διάβαζε το βιβλίο της κι εκείνος τάιζε το καναρίνι και καθάριζε το κλουβί του. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα που λένε.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά