Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Πότε ξεκινούν τα παραμύθια


Μια φορά και μπλα μπλα μπλα. Η ιστορία της ζωής των ανθρώπων έχει επεισόδια που ενδιαφέρουν κάποτε τους παραμυθάδες. Ένας έρωτας βασανισμένος, κάποια ξωτικά ή δράκοι, οι δοκιμασίες και η τελική επίτευξη του στόχου είναι αξιοποιήσιμα στοιχεία σε μια αφήγηση που ξεχωρίζει ένα κύριο από κάποια δευτερεύοντα. Αρέσει στους ανθρώπους να διαβάζουν τα κύρια της ζωής των άλλων, έτσι βουτηγμένοι όπως είναι οι περισσότεροι στα δευτερεύοντα. Ακόμη και οι ήρωες όμως των παραμυθιών δεν ζουν μια ζωή απ’ άκρη σ’ άκρη ενδιαφέρουσα. Γι’ αυτό και τα παραμύθια όταν ολοκληρώνουν την αφήγηση του  κύριου, ξεμπερδεύουν με τα ρετάλια της ιστορίας με μια φράση: «και ζήσαν αυτοί καλά».


Όλα θα ήταν προβλέψιμα, εύκολα και καθεστωτικά, αν δεν υπήρχε κι αυτό το ειρωνικό στο τέλος «κι εμείς καλύτερα». Αυτό το «εμείς» που μας διαχωρίζει από τους ήρωες των παραμυθιών εμάς που τα ακούμε κι εμάς που τα αφηγούμαστε, κι αυτό το «καλύτερα» που μας εξορίζει στην τύχη του στωικού και αυτοσαρκαζόμενου προλετάριου της ευτυχίας. Κι ενώ το παραμύθι κανονικά τελείωσε με αυτή τη φράση, ουσιαστικά μόλις ξεκίνησε.

***
ο πίνακας είναι του Θωμά Τουρναβίτη

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Φλυαρία


Είναι μια μαύρη γραμμή που αναβοσβήνει στην οθόνη μου. Μια κάθετη μικρή γραμμούλα μέσα στην κυριαρχία του λευκού κι αδημονεί. Έτσι μου ‘ρχεται να τη σκοτώσω.

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

"ο έρως του μανθάνειν"



Ιλαρίων Σιναΐτης ο Κρης (1765-1838)

Τοις απανταχού ευρισκομένοις ομογένεσιν όσοι της του γένους δόξης και ωφελείας ζηλωταί τυγχάνουσιν . - Εν Κωνσταντινουπόλει : Εν τω του Γένους Ελληνικώ Τυπογραφείω , 1820. - 27 σ. ; 21 εκ.

***
ενδεικτική βιβλιογραφία:
Τα όρια της «μέσης οδού»: Οικουμενικό Πατριαρχείο και Γλωσσικό Ζήτημα στις αρχές του 20ου αιώνα

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Κάτι Δευτέρες του Σεπτεμβρίου του δύο χιλιάδες δεκαπέντε



Κάτι Δευτέρες του Σεπτεμβρίου του δύο χιλιάδες δεκαπέντε
Περιφέρομαι άσκοπα στα έρημα και άμορφα τοπία
Εντός μου
Έχοντας χαθεί για τα καλά κι αδιάφορος για όλα
-        περνάω δίπλα από δυο άστεγους άντρες
Που κοιμούνται κατάχαμα και αχνοπατώ ξαφνικά

Μην τους ξυπνήσω

***
ο πίνακας είναι του Γρηγόρη Σεμιτέκολο

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Το παραμύθι του Ματζαγρά


Μια φορά δυο φίλοι έβαλαν γιάντες κι όποιος έχανε θα έπαιρνε τον άλλο στους ώμους του και θα τον πήγαινε μέχρι την εκκλησία στην άκρη του χωριού. Κι ήταν μικροί, παιδιά ακόμα. Κάθε που έδινε ο ένας στον άλλον κάτι, ο άλλος του απαντούσε «το θυμάμαι» κι έτσι κανείς δεν γιάντιζε. Οι δυο φίλοι μεγάλωσαν κι έγιναν νέοι άντρες κι ο ένας έφυγε μετανάστης στον Καναδά κι έκανε προκοπή εκεί και φαμίλια. Ύστερα από χρόνια γύρισε στην πατρίδα κι όλοι έκαναν μεγάλη χαρά που τον είδαν, όμως εκείνος βιαζόταν να βρει το φίλο του. «Να, δες μια φωτογραφία του εστιατορίου μου» του είπε. «Το θυμάμαι» του είπε ο άλλος και γέλασαν και ήπιαν πολύ και θυμήθηκαν τα παλιά κι ο καθένας γύρισε στη ζωή και τον τόπο του. Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο κι ο μετανάστης ξαναγύρισε στην πατρίδα κι όλοι έκαναν χαρά που τον είδαν, όμως εκείνος πήγε πάλι να βρει το φίλο του. «Σου ‘φερα δώρο» του είπε. «Το θυμάμαι» του είπε ο άλλος και γέλασαν και ήπιαν πολύ και θυμήθηκαν τα παλιά κι ο καθένας γύρισε στη ζωή και τον τόπο του.

Τα χρόνια έπιασαν να φτάνουν στο τέλος τους. Για τον ένα σίγουρα τελείωσαν, αυτόν που είχε μείνει πίσω, αφού πέθανε μια μέρα. Κι όλοι ειδοποίησαν τον άλλο πως πέθανε ο φίλος του κι εκείνος πήρε αμέσως ένα αεροπλάνο κι ήρθε από τον Καναδά στην πατρίδα. «Σου έχει αφήσει ένα γράμμα» του είπαν. «Αγαπιτέ μου φίλε» του έγραφε «φεύγο από αφτήνα τη ζοί. Όμως θέλο να ξέρο πως θα μαστε μαζί εκί στα ξένα που φιγες κε δεν θα χορίσουμε ποτές. Κράτα τη φοτογραφία που ίμαστε πεδιά. Να με θιμάσε». Συγκινημένος ο μπρούκλης πήρε τη φωτογραφία που ήταν στο φάκελο, θυμήθηκε τα παλιά και γέμισαν τα μάτια του με όλες τις βροχές της ξενιτιάς και της μοναξιάς του τόσων χρόνων. Καθώς την κοιτούσε διέκρινε να έχει γραμμένη στην πίσω της πλευρά μια λέξη. Τη γύρισε και διάβασε «ΓΙΑΝΤΕΣ».


Ύστερα ήρθε η ώρα. Σήκωσαν το φέρετρο και το πήγαν στην άκρη του χωριού, στο κοιμητήριο. Κι όλοι σχολίασαν το πείσμα του γέρου να σηκώσει κι αυτός στους ώμους το φίλο του στο τελευταίο του ταξίδι.

***
η φωτογραφία είναι από το Canadian Museum of Immigration at Pier 21

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Το Coppertone


Οι φωνές τους έφταναν επάνω, σ’ εμάς. Αυτό σήμαινε πως η μέρα ξεκινούσε. Οι πρώτοι λουόμενοι, σαν μελίσσι που τρυγούσε λαίμαργα τη θάλασσα, ήταν το ξυπνητήρι που μας σήκωνε πρόθυμα εμένα και τον αδερφό μου από το πατάρι της τσαρδάκας. Η μάνα πάλευε (συνήθως χωρίς αποτέλεσμα) να μας ταΐσει μέχρι να γδυθούμε, να βάλουμε τα μαγιώ μας και να κουτρουβαλήσουμε στην παραλία. Οι πιο φασαριόζοι ήταν οι Έλληνες – «ήρθαν οι Αθηναίοι» λέγαμε κάπως υποτιμητικά κατεβαίνοντας. Κατά κανόνα, αυτοί οι τελευταίοι έφερναν και φαΐ μαζί τους, άνοιγαν μπωλ με κεφτεδάκια, καθάριζαν καρπούζια, φώναζαν κάποια Μαρία και κάποιον Πέτρο να βγουν από τη θάλασσα, να μην πηγαίνουν βαθιά, να ‘ρθουν να φάνε, είχαν σωσίβια και σχεδόν πάντα όταν ξεκουμπίζονταν από την παραλία μας, άφηναν πίσω τους σκουπίδια: φλούδες από φρούτα, αλουμινόχαρτα και συχνά κωλόχαρτα λερωμένα που τα έπαιρνε ο αέρας, τα κολλούσε στις πορτοκαλιές και στα σχίνα αφήνοντας ασκεπείς και μόνους τους πελώριους… «μιναρέδες» τους. Χωρίς αμφιβολία δεν τους θέλαμε τους Έλληνες τους Αθηναίους στην παραλία μας. Την καταλάμβαναν σαν να ήταν δικιά τους και τη λέρωναν.

Η παραλία όμως ήταν δικιά μας, γιατί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 με το που κλείναν τα σχολεία, κατεβαίναμε στο χτήμα του Κουτσογκίλα που ήταν φίλος και συνάδελφος του πατέρα. Το χτήμα γειτόνευε με τρία σημαντικά πράγματα: πρώτον με τον Σαρωνικό, δεύτερον με ένα μεγάλο ξενοδοχείο – από αυτά που αδειοδοτούνταν εύκολα στη Χούντα από τους επαναστάτες στρατιωτικούς που έσωσαν τη χώρα μας από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και τρίτον με ένα μαγαζάκι με τουριστικά προϊόντα που πουλούσε και κόμικ (Ποπάυ και Σεραφίνο). Εμένα πάντως μου άρεσε ο Τιραμόλα περισσότερο. Ο πατέρας κι ο αδερφός του που ήταν και θείος μας είχαν φτιάξει ένα τσαρδάκι, στο οποίο μέναμε όλο το καλοκαίρι, μέχρι να σημάνει περίπου το κουδούνι του σχολείου που θα μας μάντρωνε στον κόσμο της γνώσης ξανά. Τα τσαρδάκια ήταν αυτοσχέδιες ελαφρού τύπου κατασκευές που συνήθως χρησιμοποιούσαν οι αγρότες της περιοχής για ξεκούραση και εποπτεία στις θερινές καλλιέργειες. Κατά κανόνα ήταν ένα υπερυψωμένο πατάρι πάνω σε πασσάλους που καμιά φορά διέθετε και σκέπαστρο από καλάμια. Ένα τέτοιο είχαν φτιάξει λοιπόν στο χτήμα του Κουτσογκίλα ο πατέρας κι ο θείος, το είχαν στηρίξει από τη μια πλευρά στα θεόρατα κυπαρίσσια που ήταν το σύνορο με το ξενοδοχείο. Στο επάνω δώμα κοιμόμασταν. Υπήρχαν δύο «κρεβατοκάμαρες» χωρισμένες με απλωμένο σεντόνι ανάμεσα, μία για το θείο και τη θεία και μία για εμάς. Μια ξύλινη σκάλα μάς κατέβαζε κάτω που ήταν η κουζίνα και η τραπεζαρία, ένα ξύλινο αναδιπλούμενο στρογγυλό τραπέζι δηλαδή, και η τσίγκινη βρυσούλα που έπλεναν τα πιάτα. Η τσαρδάκα ήταν εκατό μέτρα από την παραλία, έπρεπε να περπατήσουμε ανάμεσα στις πορτοκαλιές, τα σχίνα, να ανοίξουμε τη ξύλινη πορτούλα και πλέον ήμασταν εκεί, στο μεγάλο δικό μας μπλε. Όλη τη μέρα ήμασταν εκεί, εκτός που το μεσημέρι μάς μάζευαν για να κοιμηθούμε. Συχνά πήγαιναν τα βράδια εκεί και ο μπαμπάς με τη μαμά και άλλοτε ο θείος με τη θεία, πήγαιναν να κλείσουν την πόρτα έλεγαν, που δεν έπρεπε να μείνει ποτέ ανοιχτή έλεγαν.

Θα πρέπει τώρα να έρθουμε και στα πιο μύχια της ζωής του συγγραφέα που διαφεντεύει ετούτο το κείμενο, που κρύβει και φανερώνει κατά βούληση ό,τι γουστάρει. Γιατί το θέμα αυτού του κειμένου είναι τα βυζιά. Πρώτη φορά είδα βυζιά στην παραλία του Κουτσογκίλα. Μικρά και μεγάλα, γέρικα, αφράτα, νεανικά, με ραγάδες, μικρές και μεγάλες ρώγες, μισοκρυμμένα ή ατίθασα, βρεγμένα και στεγνά βυζιά. Πολλά βυζιά κι εγώ ήμουν κοντά στα 10 και νομίζω πως παντού έβλεπα βυζιά. Νομίζω πως ήταν άλλος ένας λόγος που προτιμούσαμε με τον αδερφό μου τους ξένους θαμώνες του ξενοδοχείου (Γερμανούς και Γάλλους κυρίως, μια φορά είχαμε γνωρίσει και έναν κανονικό Ρώσο που είχε έρθει για δουλειές στην Ελλάδα και πολύ χάρηκε που είδε που είχαμε μια lubitel φωτογραφική μηχανή και τον καλέσαμε στο τσαρδάκι και φάγαμε ψάρια και χταπόδια που έπιαναν οι άντρες αλλά δεν μιλήσαμε σχεδόν καθόλου γιατί ούτε εκείνος, ούτε εμείς ξέραμε αγγλικά). Κυρίως οι Γερμανίδες και οι Γαλλίδες έκαναν μπάνιο τόπλες που έλεγε η μαμά. Καμιά φορά βλέπαμε και καμιά Ελληνίδα, αλλά πάντα καταλαβαίναμε με τον αδερφό μου ότι δεν ήταν ξένη, γιατί οι Ελληνίδες ντρεπόντουσαν και ενώ έβγαζαν το μαγιώ, γυρνούσαν μπρούμυτα μην δει κανείς το άσπρο τους στήθος. Αν θυμάμαι καλά πρέπει να σκεφτόμουν πριν κοιμηθώ τα βράδια πως τους άπλωνα αντηλιακό στην πλάτη και όχι μόνο, πως μου ζητούσαν «ε, μικρέ, μπορείς να μου απλώσεις στην πλάτη αυτό το υγρό» και πως το έλεγαν στη γλώσσα τους κι εγώ το καταλάβαινα και πρόθυμα, πολύ πρόθυμα άπλωνα αυτό το γλιστερό λάδι στο κορμί τους. Τα ίδια πρέπει να σκεφτόταν και ένας μεσήλικας που άραζε λίγο πιο απόμακρα από το σημείο που έκαναν μπάνιο οι ένοικοι του ξενοδοχείου κι έκανε γυμνισμό έλεγε ο μπαμπάς και συνεχώς ασχολιόταν με το πουλί του και ύστερα έφευγε και δεν ασχολιόταν άλλο με το πουλί του. Νομίζω πως και το δικό μου πουλί ξύπναγε με κέφι όταν τα πρωινά που σηκωνόμασταν, το πρωινό αεράκι μάς έφερνε τη μυρωδιά από ινδική καρύδα που άπλωναν στο κορμί τους οι Γαλλίδες και οι Γερμανίδες τουρίστριες στην παραλία.


Τα χρόνια πέρασαν. Το χτήμα έγινε κάμπινγκ. Δεν είναι της μόδας πια τα αντηλιακά με άρωμα καρύδας και ομολογουμένως ο ημιγυμνισμός δεν είναι πια τόσο διαδεδομένος – κάτι η τρύπα του όζοντος, κάτι η καμπή του κινήματος της γυναικείας χειραφέτησης εξαφάνισαν τα βυζιά από τις παραλίες. Εν προκειμένω από την παραλία των παιδικών μου χρόνων.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

4η καρτ-ποστάλ στο Νίκο


Αγαπητέ Νίκο,

Έχω ένα χρόνο να σου γράψω, αν και εν τω μεταξύ συναντηθήκαμε, χωρίς και πάλι να πούμε πολλά. Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος αν έχω πολλά που αξίζει να πω, αν τα πολλά αξίζει να λέγονται – καταλαβαίνεις τώρα.




Αυτή η χρονιά ήταν πυκνή για όλους μας, λέω να την αραιώσω λίγο. Σαν να φτιάχνω βυσσινάδα. Φέτος έφτιαξα βύσσινο γλυκό και λικέρ λοιπόν. Κάθισα ένα ολόκληρο πρωινό στη βεράντα, φορώντας μόνο ένα σώβρακο για να μην λερωθώ και τυλιγμένος με σκισμένες νάυλον σακούλες που γέμισαν κόκκινους χυμούς. Σαν ημίγυμνος χασάπης ήμουν (που έχει ελαφρώς παχύνει) - αρκετά γελοία εικόνα φαντάζομαι. Με μια φουρκέτα αφαιρούσα το κουκούτσι από τα εκατοντάδες μικροσκοπικά βυσσινάκια κουτσομπολεύοντας με τη μάνα για συγγενείς και φίλους. Τώρα το ψυγείο μου έχει 5-6 βάζα με μικρές γλυκές εκρήξεις για ώρες ανάγκης. Μην ξεχάσεις να μου πεις, αν πράγματι θες να σου στείλω.




Ήθελα χρόνια να περπατήσω στο νεκρό σταθμό του τραίνου στην Τρίπολη, και φέτος το έκανα. Μείναμε ένα βράδυ εκεί και αργά το απόγευμα ξέφυγα από τους υπόλοιπους και άρχισα να περπατάω στις σκουριασμένες ράγες του, χαζεύοντας τους λιγοστούς συρμούς (μεταφοράς προϊόντων κυρίως) που ήταν παροπλισμένοι και ακίνητοι τριγύρω. Όλη αυτή η ακινησία άφηνε στα φαντάσματα των παιδικών μου χρόνων χώρο να κινηθούν: ο κυρ Αντρέας σήκωνε το πράσινο στρογγυλό σήμα που κρατούσε στο χέρι και τα τραίνα ξεκινούσαν, η Βούλα με έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε να τον δούμε, οι άλλοι σιδηροδρομικοί με χαιρετούσαν χαϊδεύοντας και μπερδεύοντας τα μαλλιά μου, γυναίκες και άντρες έμπαιναν διστακτικοί κι έβγαιναν βιαστικοί από τραίνα που σφύριζαν. Με πονάει αυτή η χώρα που σκοτώνει τα τραίνα Νίκο. Και που οι σιδηροδρομικοί που με χαιρετούσαν γελαστοί πια δεν υπάρχουν – κι αυτό με πονάει. Φαίνεται πως η ωρίμανση είναι μια αναγκαστική συγκατοίκηση με τον πόνο.




Είδες Νίκο τη φωτογραφία του Aylan που ξάπλωσε δίπλα στο κύμα νεκρός. Λένε διάφορα διάφοροι για το «κύμα των προσφύγων» - ότι θα χάσουμε την καθαρότητά μας εμείς οι Ευρωπαίοι. Ξέρεις δα πόσο και πώς στο παρελθόν μας έχει απασχολήσει αυτό το θέμα της καθαρής μας φύσης και της ταυτότητας μας στα στρατόπεδα εξόντωσης των ναζί. Αν μας μολύνουν όλοι αυτοί οι ξένοι θα χάσουμε λένε την ταυτότητα μας, μην πω και την ποιότητά μας σαν άνθρωποι, σαν κοινωνίες, σαν έθνη. Κάποιοι ενοχλούνται από τη φωτογραφία του νεκρού παιδιού, αναρωτιούνται ποιο μάτι εστίασε, επέλεξε τη στιγμή του κλικ σε μια φωτογραφική μηχανή. Γι’ αυτούς δεν χρειάζεται η εικόνα της φρίκης, οι συνέπειες των πράξεων και των παραλήψεών μας δεν πρέπει να οπτικοποιούνται και να διαμοιράζονται. Αρκεί να ξέρουμε πως πεθαίνουν παιδιά, δεν χρειάζεται να τα βλέπουμε νεκρά λένε.



Τα δικά μου παιδιά κάνανε μπάνια φέτος Νίκο. Ο μεγάλος πήγαινε για ψαροντούφεκο με τον παππού του και η μικρή έφτιαχνε παλάτια στην άμμο με τα κουβαδάκια της. Η ίδια θάλασσα που έπνιξε τον Aylan δρόσισε τα δικά μου παιδιά. Ύστερα πήγαμε οικογενειακώς στα Κύθηρα, κοντά σου δηλαδή! Ήπιαμε μοχίτα στο μπαράκι του Ηρακλή και της Αφροδίτης, ο μεγάλος κόλλησε με μια αγοροπαρέα, έπαιζαν με τα κύματα, πήγαιναν βόλτες κι έπαιζαν χαρτιά συνέχεια – φαινόταν να μην μας έχει ανάγκη, ερχόταν στο σπίτι μόνο για ύπνο (και τουαλέτα). Η μικρή μας θα πάει στην πρώτη δημοτικού σε λίγες μέρες ξέρεις. Ε, αυτά με τα παιδιά. Νομίζω πως είναι ευτυχισμένα. Ανησυχώ όμως, μήπως πρέπει να αφήσουμε όλα αυτά τα συλλογικά και κινηματικά που κάνουμε αυτά τα χρόνια, και στραφούμε απόλυτα στα παιδιά μας. Μήπως για να αντέξουν σε όσα έρθουν, πρέπει να τα δυναμώσουμε με κάθε τρόπο και μέσο – μήπως δεν αρκούν τα ευτυχισμένα παιδικά τους χρόνια για να επιβιώσουν σε αυτή τη χώρα. Μήπως δεν κάναμε και πολλά με τη συλλογική μας δράση...



Τι ήταν αυτό που έγινε με το ΣΥΡΙΖΑ ρε Νίκο; Πόσο επιχαίρουν «πιο» αριστεροί μου φίλοι που δικαιώθηκε η αμφισβήτηση και η αμφιβολία τους. Μήπως είμαστε κοντά στην ανατροπή του καπιταλισμού και πρέπει να ριζοσπαστικοποιήσουμε την κοινωνία; Χάσαμε λέω, και θυμώνω με τα ποντίκια που αφήνουν το καράβι της Αριστεράς (έστω κι αν είχε πάρει δεξιά να γέρνει). Κι ανησυχώ που φαίνεται πως δεν είμαστε ποτέ ικανοί να κυβερνήσουμε.

Σε κούρασα. Συγχώρα με. Άκουσα προχθές ένα υπέροχο τραγούδι από τη Βελεσιώτου και σε σκέφτηκα. Είναι σε στίχους του Γιάννη Πανουσόπουλου, τη μουσική έχει γράψει ο Τάσος Γκρους. Να, δες το:



Σε φιλώ Νίκο. Και περιμένω νέα σου.

Με αγάπη,
Γιώργος


Υγ: έχεις χαιρετίσματα από τη Σταυρούλα, τη Λίνα, τη Ρούμπη, τη Μαριαλένα και τη Χάρις

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Το πρώτο ενικό πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ


Τον καιρό αυτό κυκλοφορούν διάφορα κείμενα, κυρίως αποστρατεύσεων και αποχωρήσεων, τα οποία συντάσσονται από συντρόφους της κυβερνώσας Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ. Κυριαρχούνται από εκφράσεις σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Καταγράφουν προσωπικές πορείες, καταθέτουν προσωπικά ένσημα αγωνιστικότητας, περιγράφουν προσωπικές διαψεύσεις, απεμπολούν προσωπικές ευθύνες και στην καλύτερη περίπτωση υπόσχονται μελλοντική συλλογική/κινηματική δράση και στράτευση. Για όσους ζουν στη γλώσσα της Αριστεράς είναι ασύνηθες αυτό το «Εγώ». Η αισιοδοξία, η ελπίδα, η όποια μαχητικότητα του συλλογικού παρελθόντος πλέον αντικαθίσταται από τον απογοητευμένο εγωισμό ενός πρώτου ενικού προσώπου. Έχει ενδιαφέρον ένα αντίστοιχο παράλληλο γλωσσικό ολίσθημα και στο δημόσιο λόγο του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ τις τελευταίες μέρες στις προεκλογικές συνεντεύξεις που δίνει: «πορεύτηκα», «πάλεψα», «αισθάνομαι», «στη συνείδησή μου», «εγώ και η κυβέρνησή μου». Ένας καλοπροαίρετος σχολιαστής σε αυτή τη χρήση του λόγου θα έβρισκε έναν ηγέτη μόνο του που σηκώνει το βάρος των αναπόφευκτα προσωπικών επιλογών του – η κυβέρνηση έχει πάντα ατομική αναφορά, ακόμη και αν η εξουσία ανήκει στο λαό. Ο καλοπροαίρετος αυτός σχολιαστής ίσως να απόφευγε σε αυτό το πρώτο ενικό να χρεώσει αστική παρέκκλιση (στην ανύπαρκτη… δογματική ορθοδοξία) ή αποτύπωση ενός νέου αρχηγικού μοντέλου του κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Ποιον αφορούν αυτά τα συνήθως μεγάλα κείμενα που συνοδεύουν την αποστράτευση ή την παραίτηση στελεχών και πρώην βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ; Από ποιους διακινούνται και σε ποιον απευθύνονται; Ποιες σκοπιμότητες εξυπηρετούν εκτός από τις προφανείς και σε ποια χρήση διατίθενται πλέον από εχθρούς και φίλους; Ποια εξουσιαστική αντίληψη τα διακινεί στο δημόσιο επικοινωνιακό χώρο με άλλη βαρύτητα από τις διατυπωμένες, συλλογικές ή προσωπικές, αποστρατεύσεις απλών μελών της βάσης του κόμματος; Προφανώς δεν διάβασε κανείς στο enikos.gr τη δήλωση παραίτησης μελών της Γραμματείας της Οργάνωσης Μελών των Πατησίων έτσι όπως αυτή διαμοιράστηκε ηλεκτρονικά στα μέλη της Οργάνωσης. Η αποτύπωση του συλλογικού προβληματισμού 40 μελών αυτής της οργάνωσης, όπως αυτός ξεδιπλώθηκε σε άτυπη συνάντησή τους προ ημερών στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ στα Άνω Πατήσια, δεν θα έχει τα ίδια share και like της συνέντευξης της αγαπητής Μαρίας Κανελλοπούλου, της δήλωσης του αγαπητού Στάθη Δρογώση ή του αγαπητού Ανδρέα Καρίτζη (για να μιλήσω ενδεικτικά για συντρόφους που εκτιμώ ιδιαίτερα). Είναι λαϊκισμός και κομπλεξισμός ή πολιτική αντίληψη να ισχυριστεί κανείς πως ουδόλως αφορούν και ενδιαφέρουν οι προσωπικές καταγραφές των στελεχών του «πολιτικού υποκειμένου» που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ; Πως αξία έχουν οι συλλογικές διεργασίες, η συλλογική πολιτική κρίση, η συλλογική αποστράτευση;


Αναμφίβολα η σημειολογία του Εγώ στο δημόσιο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ αποκαλύπτει το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα του κόμματος. Πάντως, αφού η πολιτική σκέψη έχει εκφραστεί με τόση ποικιλία αυτές τις μέρες, είπα (αποφεύγοντας ίσως ακόμα να τοποθετηθώ επί της ουσίας….) να ασχοληθώ με εξωτερικά και δευτερεύοντα στοιχεία της πολιτικής επικαιρότητας των ημερών μας. Και εξαιρώντας βέβαια από την περιγραφή αυτή τις στάγδην προσωπικές αλλά δημόσιες δηλώσεις ένταξης επιφανών πολιτικών προσωπικοτήτων (Κωνσταντοπούλου, Ραχήλ, κ.α.) που προσέρχονται με το Εγώ τους στη νεοσύστατη ριζοσπαστική αριστερά της ΛΑΕ.

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Το παραμύθι του Άλμπι


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα νησί ένα παιδί, ένα παιδί που το έλεγαν Άλμπι. Σε ένα μικρό χωριό, πολύ μικρό χωριό ζούσε ο Άλμπι, που είχε μια μεγάλη, πολύ μεγάλη παραλία, και τα καλοκαίρια πήγαινε κι ερχόταν σε αυτή τη μεγάλη, πολύ μεγάλη παραλία. Ο κόσμος του Άλμπι ήταν ένα φωτεινό καλοκαίρι παίζοντας, με τα κύματα παίζοντας ή στην άμμο, παίζοντας ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι με χαρτιά το βράδυ στην καντίνα του Ηρακλή και της Αφροδίτης. Παίζοντας με τα παιδιά που έρχονταν στο νησί, τουρίστες ή ξενιτεμένους που επέστρεφαν για διακοπές στο γενέθλιο τόπο.

Και ύστερα ερχόταν το φθινόπωρο που άδειαζε την παραλία και τα πρόσωπα αποχωρούσαν στη συννεφιά της κανονικής τους ζωής και ξεκινούσε το δημοτικό πάλι, όμως το καλοκαίρι περίμενε να εμφανιστεί και εμφανιζόταν ξανά. Και ο Άλμπι έπαιρνε τη φουσκωτή του βάρκα, τη γέμιζε παιδιά και τα πήγαινε δεξιά στον ένα βραχίονα της παραλίας, πίσω από το μεγάλο βράχο με την ελληνική σημαία που είχε τεράστια φύκια στο βυθό ή ψάρευαν με τα καλάμια τους στο μώλο αριστερά χωρίς ποτέ να πιάσουν ένα ψάρι.


Μια φορά κι έναν καιρό οι γονείς του Άλμπι του είπαν πως θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Δεν μπορούσαν άλλο να ζήσουν στην Ελλάδα, γιατί η οικονομική κρίση δεν τους επέτρεπε να δουλεύουν και να ζουν αξιοπρεπώς. Και πως θα είναι καλύτερα στην Αλβανία του είπαν, και πως εκεί δεν θα τον λένε «αλβανάκι». Κι έτσι τελείωσε οριστικά το μεγάλο, πολύ μεγάλο καλοκαίρι του Άλμπι. Τώρα ο κόσμος του μεγάλωσε κι άλλο – δεν είχε θάλασσα πια στο μεγάλο, πολύ μεγάλο, κόσμο του κι αφήσαν τη βάρκα πίσω στο νησί.

***
ο πίνακας είναι του Γιώργου Τζάννε "Κάφκου"