Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Δεν έχει κουρτίνες στο σπίτι της


Δεν έχει κουρτίνες στο σπίτι της – πράγμα που τις περισσότερες μέρες δεν έχει και τόση σημασία, αφού δεν μένει εδώ και τα παντζούρια της συνήθως είναι κλειστά. Μένει μόνη της στο χωριό, κάπου στη Λακωνία, και ανεβαίνει στην Αθήνα για κανά γιατρό ή εξετάσεις. Κι αν βρεθεί με καμιά χήρα της γειτονιάς να ανταλλάξουν επισκέψεις και πεσκέσια, γιατί από τότε που πέθανε ο γιος της δεν έχει κανέναν δικό της. Δύσκολος άνθρωπος, τραχιά και αθυρόστομη, δεν χρωστάει περίσσια κουβέντα. Κάποτε είχε παντρευτεί, όχι από έρωτα και τέτοιες σαχλαμάρες, αλλά γιατί βρήκε κάποιον όμοιό της και κάναν κολεγιά. Φτιάξανε μαζί και σπίτι κάπου στη Λούτσα. Μόλις τελειώσανε εκείνος έπεσε από μια οικοδομή και σκοτώθηκε. Πούλησε το σπίτι, κράτησε τα λεφτά για τα γεράματά της κι έφυγε για το χωριό.

Δεν έχει κουρτίνες στο σπίτι της. Χθες το βράδυ, που ήταν εδώ, βγήκα αργά να κλείσω τα δικά μας παντζούρια. Την είδα μες στη νύχτα να είναι καθισμένη στο κρεβάτι της, το δωμάτιο αδύναμα φωτισμένο, τα χέρια της μπλεγμένα πάνω στα πόδια της, σκυφτή. Πίσω της στον τοίχο μια εικόνα του Χριστού και ένας σταυρός. Αν πίστευα σε θεό θα έλεγα πως κάτι τέτοιες στιγμές μου εμφανίζεται.


***
ο πίνακας είναι του Γιώργου Ρόρρη

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

""οι άγγελοι είναι οι πόρνες τ' ουρανού"*


Έκανε κρύο χθες στα κείμενα. Τσουχτερό. Κανείς δεν κυκλοφορούσε ανάμεσα στις λέξεις. Μου αρέσει να περπατώ στα κείμενα τέτοιες νύχτες και να σφυρίζω κάποια αγαπημένη μελωδία με τα χέρια στις τσέπες και υψωμένο το γιακά του μπουφάν μου ή άλλοτε ολότελα γυμνός να αυνανίζομαι στις γωνίες, όπως οι σκύλοι κατουράνε στις κολώνες.


Όχι δεν είναι καμιά σπουδαία σηματοδότηση όλο αυτό. Αλλά νομίζω πως τα κείμενα τότε απελευθερώνονται από τα νοήματα τους, όπως οι πόλεις απαλλάσσονται τις κρύες νύχτες από τη βουή των ανθρώπων, τις ελπίδες, τις διαψεύσεις, τα ραντεβού και τους χωρισμούς. Πρέπει να βγεις έξω να δεις αυτή την ομορφιά όταν κάνει κρύο στα κείμενα.

***
ο πίνακας είναι του Νίκου Χουλιαρά. Ο τίτλος είναι από ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Το παραμύθι από την πίσω πλευρά


Βεβαίως κι έχουν κανόνες τα παραμύθια. Πρώτος κανόνας, η  πραγματικότητα. Τα παραμύθια είναι η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι παραμύθι. Δεύτερος κανόνας, ο χρόνος. Μπορεί τα παραμύθια να λένε μια φορά κι έναν καιρό, αλλά το είπαν χθες, το λένε τώρα, θα το λένε πάντα. Και το τέλος είναι ο τρίτος κανόνας: τα παραμύθια δεν έχουν τέλος. Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν ήταν ένας άνθρωπος ευτυχισμένος - αυτό που οι άλλοι άνθρωποι θα έλεγαν "ευτυχισμένος". Αλλά και τον ίδιο, αν τον ρωτούσες, θα σου απαντούσε "ευτυχισμένος". Ο άνθρωπός μας ήξερε πως η ευτυχία δεν είναι κάποια πλήρωση στόχων, προσδοκιών ή προσπαθειών. Όχι κάτι τέτοιο, προς θεού. Αλλά πως η ευτυχία είναι η επιθυμία. Η επιθυμία να συνεχίζεις. Παράλογη και αβάσιμη επιθυμία. Εσωτερική, όπως η έμπνευση. Η ευτυχία δεν είναι χαρούμενη, το ήξερε καλά. Όπως ήξερε καλά πως δεν θα είχε κανένα λόγο να το πει στους άλλους ανθρώπους αυτό. Εκείνοι προτιμούσαν να αγωνίζονται για την ευτυχία. Δεν τους εκκινούσε η ελπίδα, αλλά η αγωνία. Η αγωνία είναι ο θάνατος, Γι΄αυτό στα παραμύθια πεθαίνουν πάντα οι κακοί.

Λοιπόν έχω μια αγωνία τον τελευταίο καιρό. Αν αξίζει όλη αυτή η ελπίδα που κινεί τον κόσμο, αν αξίζουν τα παραμύθια, αν ο παραμυθάς είναι δίκαιο που δεν είναι ήρωας του παραμυθιού, αλλά αφηγητής του σε πεινασμένους πελάτες, που το τρώνε ικανοποιώντας την ασίγαστη πείνα τους και την αδυσώπητη τεμπελιά τους να ελπίσουν από μόνοι τους. Αν τα παραμύθια τα γράφουν πολλοί, λίγοι ή ένας. Λίγοι ή ένας. Ένας.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παραμυθάς που έφτιαχνε ευτυχισμένα παραμύθια. Παραμύθια γεμάτα ελπίδα δηλαδή. Δεν ήταν καλός άνθρωπος ο παραμυθάς, γιατί είχε αγωνία. Γι΄ αυτό και πέθανε. Και ζήσαν τα παραμύθια του καλά, κι εμείς που ακούμε τα παραμύθια καλύτερα.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες


Αυτό που λες «μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες», που μεγαλώνοντας ξέρεις πως δεν είναι η μάνα σου και τα σώματα με βυζιά και χνούδι ανάμεσα στα πόδια τους. Που μεγαλώνοντας ξέρεις πως οι γυναίκες δεν είναι μόνο αυτή η υπέροχη μυρωδιά και το δέρμα που τρέμει στο άγγιγμά σου, οι γυναίκες που πήδηξες, αυτές που σίγουρα θα πηδήξεις κι αυτές που δεν σου άρεσαν γιατί σε απέρριψαν. Αυτό που λες «μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες» κι εννοείς όλους αυτούς τους τύπους γυναικών που με κάθε τρόπο πια είναι γύρω σου, σε αφορούν, αλληλεπιδρούν, οι γυναίκες που είσαι μαζί τους σε χίλιους δυο τόπους, γυναίκες στη δουλειά, στο σχολείο, στις παρέες, στο δρόμο, μανάδες, κόρες, γιαγιάδες, γυναίκες που ωριμάζουν και σιωπούν και άλλες που μεγαλώνουν και φωνάζουν, ματαιωμένες γυναίκες που ξέχασαν τον έρωτα κι άλλες που τον έκαναν τρυφερότητα και προσφορά στους γύρω, ακαμάτρες και καπάτσες, γατούλες και σκύλες γυναίκες.

Αυτό που λες «μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες» και εννοείς πια αυτά τα βλέμματα θλίψης εγκλωβισμένα σε σώματα γερασμένα δίπλα σε έναν φαφλατά και υπερφίαλο άντρα, ένα μάτσο κρέας γεμάτο εγωισμό, με πεσμένο πούτσο, ζαρωμένο, αδύναμο να χορέψει στου έρωτα τα ξέφρενα μεθύσια, με ακριβό αυτοκίνητο, καλογυαλισμένο σαν τη φαλάκρα του, με ένα γελοίο σαρκαστικό χαμόγελο κολλημένο στα μούτρα του. Αυτές τις γυναίκες που παραδόθηκαν στης διεκδίκησης την ορμή, υποχώρησαν κι έμειναν ένα σπασμένο δοχείο που το γαμάει ένα γουρούνι αγκομαχώντας. Γι’ αυτές τις γυναίκες που είναι ένα πουλί κλεισμένο σε κλουβί.


Μια μέρα να πούμε για τις γυναίκες δυο λόγια. Που ντρέπονται να ανθίσουν. Γιατί μαράθηκαν τα πέταλά τους.

***
το γλυπτό είναι του Σπύρου Ντασιώτη